Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάρναλης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βάρναλης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ "ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ": 

ΜΠΟΝΑΜΑΣ
Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.
Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.
Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)
Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…
Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι». 
Σε αυτή τη μορφή το ποίημα δημοσιεύτηκε, με τον τίτλο «Μποναμάς» και με τη σατιρική υπογραφή Γερβάσιος ο θεοεμβαίκτης, στο αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι», στο τεύχος Φεβρουαρίου 1931, σε δισέλιδο με γενικό τίτλο “Η ανθολογία μας”, μαζί με ποιήματα άλλων ποιητών. Οι έξι στίχοι που είναι γραμμένοι με πλάγια στοιχεία δεν έχουν συμπεριληφθεί στα Ποιητικά (στα οποία ο Βάρναλης είχε λογοκρίνει πολλά παλιότερα ποιήματά του, είτε για να γίνουν λιγότερο αιχμηρά είτε επειδή είχαν χάσει το νόημά τους κάποιες επικαιρικές αναφορές, όπως εδώ στον καθηγητή της ηθικής), ενώ υπάρχουν και κάποιες μικροδιαφορές στο υπόλοιπο ποίημα.
ΠΗΓΗ: http://sarantakos.wordpress.com/2011/01/02/mponamas/


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ "ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ": 

ΜΠΟΝΑΜΑΣ
Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.
Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.
Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)
Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…
Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι». 
Σε αυτή τη μορφή το ποίημα δημοσιεύτηκε, με τον τίτλο «Μποναμάς» και με τη σατιρική υπογραφή Γερβάσιος ο θεοεμβαίκτης, στο αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι», στο τεύχος Φεβρουαρίου 1931, σε δισέλιδο με γενικό τίτλο “Η ανθολογία μας”, μαζί με ποιήματα άλλων ποιητών. Οι έξι στίχοι που είναι γραμμένοι με πλάγια στοιχεία δεν έχουν συμπεριληφθεί στα Ποιητικά (στα οποία ο Βάρναλης είχε λογοκρίνει πολλά παλιότερα ποιήματά του, είτε για να γίνουν λιγότερο αιχμηρά είτε επειδή είχαν χάσει το νόημά τους κάποιες επικαιρικές αναφορές, όπως εδώ στον καθηγητή της ηθικής), ενώ υπάρχουν και κάποιες μικροδιαφορές στο υπόλοιπο ποίημα.
ΠΗΓΗ: http://sarantakos.wordpress.com/2011/01/02/mponamas/


Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ(*):

Ο καλός πολίτης 

Σαν ήρτε η ώρα να πεθάνω 
έλα κοντά μου, μπάρμπα Θάνο. 
Δώσε μου πρώτα ένα ποτήρι, 
ξέχειλο κι είναι το στερνό, 
άνοιξε και το πανεθύρι 
να μπει το φως το βραδινό. 

Και μην αρχέψεις φασαρία 
και μου ταράξεις το παιδί 
και την καημένη τη Μαρία, 
που φως ηλιού δεν έχει δει: 
του πλυσταριού την κλειούν οι τοίχοι 
να ξενοπλένει και να βήχει. 

Για να πληρώσεις τους παπάδες 
κάνε το γάιδαρο παράδες, 
καρέκλες, μπατανίες ξεπούλα 
κι απέ τη χήρα (πως πονώ!) 
βάν' τη σε πλούσιο σπίτι δούλα, 
δος και το Λάμπη για ορφανό. 

Κι άμα θα φτάσω με πολλά 
μεγάλα σάλτα μακρουλά 
στον έφτατο ουρανόν απάνω, 
θα κάνω τούμπες εκατό 
στων ουρανών το δυνατό, 
το βασιλιά και το σουλτάνο. 

Ω! Τι λουλούδια στις βραγές 
και τι πουλιά μπουκλάτα! 
Εγώ 'μαι ο Νικολός. Σταμάτα! 
Το παρατσούκλι μου Τζογές. 
Είχα συμπέθερο το Ρίζο 
κι είχα το γάιδαρο τον γκρίζο. 

Πάγαινα πάσα Κυριακή 
και πάσα μέρα σκόλη 
στον Άη Μηνά για προσευκή 
και με το σούρουπ' όλοι 
σμίγαμε πάνου στο πατάρι 
να στούξουμε το γιοματάρι. 

Κάποτε τράβηξα το λάζο 
με το μανίκι το γαλάζο 
να μαχαιρώσω τον Τζανή 
τον άντρα της Κωνσταντινιάς, 
μα σκόνταψα σ' ένα σκαμνί 
κι έτσι δε γέννηκα φονιάς. 

Βαριάν εσήκωσα τη χέρα 
από θυμό μαζί και γούστο 
κι έδειρα τη Μαριώ μια μέρα, 
γιατί 'θελε καινούργιο μπούστο. 
Την έδερνα φορές πολλές 
να με φοβάται, καθώς λες. 

Και τι δεν έπραξα καλά! 
Μια νύχτα βρήκα ένα βερέμη 
μες στην κατώγα μου να τρέμει, 
να κλαίει και να παρακαλά. 
Ήταν φονιάς. Τον πήα στο Τμήμα 
για να μην έχω εγώ το κρίμα. 

Κάποτες ήρθε μες στα λούσα, 
τις πούδρες και τις μυρωδιές, 
στη γειτονιά μια κωλοσούσα. 
Τι ντόρος ούλες τις βραδιές! 
Πρι να μας κάψ' η Αφροδίτη, 
φωτιά της έβανα στο σπίτι. 

Όντας με πήρανε στρατιώτη 
στον πόλεμο τον τελευταίο 
καθάρισα κάτι αιχμαλώτοι. 
Κι άμα κανείς (εγώ δε φταίω)! 
γκρίνιαζ' ενάντια του πολέμου 
τον έστελνα μουσκέτο, θε μου. 

Κι αν αρρωστούσα κι αν πεινούσα, 
πλούσιον κι αφέντη προσκυνούσα 
(το θέλημά σου σεβαστό). 
Και τώρα, πόχω πια πεθάνει, 
του Παραδείσου που μου κάνει, 
άνοιχ' την πόρτα δε βαστώ!

Από την ποιητική συλλογή: "Ποιήματα". 

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ

(*) Μετά από σχετική έρευνα, βρέθηκαν μόνο δυο μελοποιημένες εκδοχές του ποιήματος, που παραθέτουμε παρακάτω, όμως, ολόκληρο το ποίημα για πρώτη φορά δημοσιεύεται εδώ.

 http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/06/blog-post_3309.html

 <iframe width="420" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/bp_3cozjshE" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>






 

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ(*):

Ο καλός πολίτης 

Σαν ήρτε η ώρα να πεθάνω 
έλα κοντά μου, μπάρμπα Θάνο. 
Δώσε μου πρώτα ένα ποτήρι, 
ξέχειλο κι είναι το στερνό, 
άνοιξε και το πανεθύρι 
να μπει το φως το βραδινό. 

Και μην αρχέψεις φασαρία 
και μου ταράξεις το παιδί 
και την καημένη τη Μαρία, 
που φως ηλιού δεν έχει δει: 
του πλυσταριού την κλειούν οι τοίχοι 
να ξενοπλένει και να βήχει. 

Για να πληρώσεις τους παπάδες 
κάνε το γάιδαρο παράδες, 
καρέκλες, μπατανίες ξεπούλα 
κι απέ τη χήρα (πως πονώ!) 
βάν' τη σε πλούσιο σπίτι δούλα, 
δος και το Λάμπη για ορφανό. 

Κι άμα θα φτάσω με πολλά 
μεγάλα σάλτα μακρουλά 
στον έφτατο ουρανόν απάνω, 
θα κάνω τούμπες εκατό 
στων ουρανών το δυνατό, 
το βασιλιά και το σουλτάνο. 

Ω! Τι λουλούδια στις βραγές 
και τι πουλιά μπουκλάτα! 
Εγώ 'μαι ο Νικολός. Σταμάτα! 
Το παρατσούκλι μου Τζογές. 
Είχα συμπέθερο το Ρίζο 
κι είχα το γάιδαρο τον γκρίζο. 

Πάγαινα πάσα Κυριακή 
και πάσα μέρα σκόλη 
στον Άη Μηνά για προσευκή 
και με το σούρουπ' όλοι 
σμίγαμε πάνου στο πατάρι 
να στούξουμε το γιοματάρι. 

Κάποτε τράβηξα το λάζο 
με το μανίκι το γαλάζο 
να μαχαιρώσω τον Τζανή 
τον άντρα της Κωνσταντινιάς, 
μα σκόνταψα σ' ένα σκαμνί 
κι έτσι δε γέννηκα φονιάς. 

Βαριάν εσήκωσα τη χέρα 
από θυμό μαζί και γούστο 
κι έδειρα τη Μαριώ μια μέρα, 
γιατί 'θελε καινούργιο μπούστο. 
Την έδερνα φορές πολλές 
να με φοβάται, καθώς λες. 

Και τι δεν έπραξα καλά! 
Μια νύχτα βρήκα ένα βερέμη 
μες στην κατώγα μου να τρέμει, 
να κλαίει και να παρακαλά. 
Ήταν φονιάς. Τον πήα στο Τμήμα 
για να μην έχω εγώ το κρίμα. 

Κάποτες ήρθε μες στα λούσα, 
τις πούδρες και τις μυρωδιές, 
στη γειτονιά μια κωλοσούσα. 
Τι ντόρος ούλες τις βραδιές! 
Πρι να μας κάψ' η Αφροδίτη, 
φωτιά της έβανα στο σπίτι. 

Όντας με πήρανε στρατιώτη 
στον πόλεμο τον τελευταίο 
καθάρισα κάτι αιχμαλώτοι. 
Κι άμα κανείς (εγώ δε φταίω)! 
γκρίνιαζ' ενάντια του πολέμου 
τον έστελνα μουσκέτο, θε μου. 

Κι αν αρρωστούσα κι αν πεινούσα, 
πλούσιον κι αφέντη προσκυνούσα 
(το θέλημά σου σεβαστό). 
Και τώρα, πόχω πια πεθάνει, 
του Παραδείσου που μου κάνει, 
άνοιχ' την πόρτα δε βαστώ!

Από την ποιητική συλλογή: "Ποιήματα". 

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ

(*) Μετά από σχετική έρευνα, βρέθηκαν μόνο δυο μελοποιημένες εκδοχές του ποιήματος, που παραθέτουμε παρακάτω, όμως, ολόκληρο το ποίημα για πρώτη φορά δημοσιεύεται εδώ.

 http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/06/blog-post_3309.html

 <iframe width="420" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/bp_3cozjshE" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>