Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβιεράτος Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λιβιεράτος Δημήτρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ 

       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος. 
Τα κυριότερα έργα του είναι: 
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις. 
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992. 
3) Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997. 
4) Η εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999. 
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001. 

     Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" συνεχίζοντας το αφιέρωμα στον Δημήτρη Λιβιεράτο δημοσιεύει σήμερα ένα ακόμα διήγημά του: 

Από την τράπεζα και πέρα... 

       Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου κοντά 12 το μεσημέρι η Βούλα μπήκε στην τράπεζα της γειτονιάς. Σούφρωσε τα μούτρα της σαν είδε τη μεγάλη ουρά στα ταμεία. Κόλλησε στο τέλος λέγοντας: 
-Τι είναι πάλι τούτη η συμφορά; Και πως περιμένουμε τώρα; 
-Δυστυχώς πρέπει να κάνεις υπομονή, απάντησε το μπροστινό μισογούνινο καπέλο με το δερμάτινο γείσο. 
-Μα που βρέθηκαν όλοι τούτοι σήμερα; 
-16 του μηνός πριν τα Χριστούγεννα. Δώρο και σύνταξη. 
       Μούτρο αξύριστο, μαυριδερό, του τριανταπεντάρη. Κουρασμένο, αλλά με προσμονή και υπομονή. Μάτια κάπως ανοιχτά κοίταζαν αόριστα. 
-Και πως θα προλάβω τις δουλειές μου; Γκρίνιασε πάλι η Βούλα. 
-Θα σηκώσεις λεφτά; Της είπε πάλι το καπέλο. 
-Όχι καημένε. Να δώσω θέλω. Με στέλνει το αφεντικό μου 2-3 φορές τη βδομάδα κι ύστερα την κοπανάω λίγο να κάνω τις δουλειές μου. Πρώτη φορά βλέπω τόσο κόσμο και δεν θα προλάβω. 
-Τι να κάνεις αφού δεν μπορείς αλλιώς; 
-Μωρέ ας μην είχα τα λεφτά μαζί μου και θα σούλεγα. Του μίλαγε σαν να γνωριζόντουσαν από καιρό. 
-Δε βαριέσαι. Θα πούμε καμιά κουβέντα να περάσει η ώρα. Οι δουλειές ποτέ δεν τελειώνουν. Οι άνθρωποι τελειώνουν. 
-Καλά που είσαι και φιλόσοφος για παρηγοριά. 
-Όχι μωρέ. Αλλά τι να κάνω, είπε πάλι ο Γιώργης. Αν μπορούμε ας κάνουμε κι αλλιώς, είπε γυρίζοντας. 
        Τότε την κοίταξε καλύτερα. 28-30 φαινόταν κουρασμένη κι αυτή. Το πρωινό βάψιμο κάπως ξεφτισμένο, αλλά ωραία χαρακτηριστικά. Τα μαλλιά κάπως ξεχτένιστα δεμένα με κορδέλα, ουρά αλόγου. Ψηλόκορμη, καλοφτιαγμένη, ρούχο περιποιημένο. 
        Ταλαιπωρημένος φαίνεται, σκεφτόταν η Βούλα. Αλλά καλό ανθρωπάκι. Όχι σαν κάτι πονηρούς που αμέσως βρίσκουν ευκαιρία να ρίξουν κάτι πόντους. 
        Βήμα-βήμα προχώραγαν κι έλεγαν διάφορα κοινά της καθημερινής ζωής. Έτσι αποσπασματικά, χωρίς ειρμό και συνέχεια, αλλά σαν παλιοί γνώριμοι. 
-Με λένε Γιώργη. Που δουλεύεις; 
-Σ' ένα εργοστάσιο εδώ κοντά. Εσώρουχα, παιδικά και τέτοια. Με γνωρίζει καλά η γυναίκα του αφεντικού και με εμπιστεύονται. Γι' αυτό μου δίνουν τα λεφτά να φέρω στην τράπεζα. Και τα χαρτιά τα πάω αύριο το πρωί. Δεν φοβώνται να τα πάω αμέσως. Έτσι βολεύομαι κι εγώ λίγη ώρα πιο νωρίς. Τελειώνω πιο γρήγορα να κάνω και τίποτε άλλο. Του τα είπε όλα έτσι πολύ φυσικά. 
        Συνήθως ευχάριστη κοπέλα, αλλά δεν ξανοιγόταν εύκολα με τον καθένα. Άλλωστε σήμερα όλοι κάτι ζητάνε στα γρήγορα. Αυτός της φαινόταν κάπως αδιάφορος σ' αυτά. Έτσι συγγενικός. 
-Κι εσύ τι κάνεις; Πως εδώ τέτοια ώρα; Δεν δουλεύεις; 
-Μωρέ δουλεύω και πολύ. Αλλά τέλειωσα για σήμερα. Σε μια αντιπροσωπεία βιομηχανίας και παραδίδω ηλεκτρικά "κατ' οίκον" που λένε. Κουζίνες, ψυγεία, φούρνους, αερόθερμα, ανεμιστήρες και τέτοια. Ξέρεις μισθό, αλλά και κάτι βγάζουμε από το χαμαλίκι. 
-Καλά και πως τα κουβαλάς μόνος σου σε πάνω πάτωμα; 
-Να σου πω πρώτα ήταν δύσκολα. Οι συσκευές σιδερένιες και βαριές. Έπρεπε να είμαστε δυο. Τα τελευταία χρόνια ελαφρύτερα, ξέρεις, πολλή λαμαρίνα. Το κανονικό ψυγείο το παίρνω στα χέρια. Αν είναι κάτι πιο βαρύ μου δίνουν κάτι λεφτά να παίρνω κάποιον από τη γειτονιά κάθε φορά. Δίνω ένα χιλιάρικο και βοηθάει. Αλλά εδώ που τα λέμε τις περισσότερες φορές βρίσκεται κάποιος άντρας στο σπίτι, συνήθως τ' απογεύματα. Δίνει κάνα χεράκι. Έτσι μου μένουν κι αυτά. Σήμερα για να πάρω το μισθό, ο διευθυντής δεν είχε μετρητά και μου έδωσε επιταγή. Έτσι στάθηκα κι εγώ στη σειρά. 
        Είχαν κιόλας πλησιάσει στα ταμεία. Πρώτα ο Γιώργης, δίπλα η Βούλα. Κάπως την περίμενε στην πόρτα και βγήκανε μαζί. 
-Να παρ' η ευχή, λέει η Βούλα. Άργησα και τι να μαγειρέψω τέτοια ώρα; Πάλι ξερά θα φάω. 
-Μόνη σου είσαι στο σπίτι; 
-Ναι. Η μάνα μου παρακάτω, αλλά δε θέλω να τη φορτώνω. 
-Ρε Βούλα κι εγώ εργένης είμαι και έχω ταράξει το σουβλάκι. Δεν πάμε για κάνα λαδερό. Είναι ένα εστιατόριο εδώ κοντά. 
-Και δεν πάμε; Βαρέθηκα πια την ξεροφαγία και τα ψιλοκρέατα. 
          "Που πάω", είπε μέσα της. "Που τον ξέρω;" "Δεν τον έχω ξαναδεί". Εκείνος προχώρησε και κείνη δεν μπόρεσε να κάνει πίσω. Άλλωστε δεν φαινόταν άγριος. 
          Μπήκαν μέσα κι ο Γιώργης προχώρησε κοντά στο γυαλί της βιτρίνας. 
-Μ' αρέσει το φως της ημέρας. Εκείνες οι σκοτεινές γωνιές με πλακώνουν. Να βλέπουμε και λίγη πρασινάδα. Πράγματι το εστιατόριο έβλεπε σε ένα μικρό τετράγωνο κήπο της γειτονιάς. 
          Παραγγείλανε λαδερά, φέτα. 
-Θα πιεις μπύρα; Μόνος μου δεν μπορώ όλη τη μπουκάλα. Και μεσημέρι μάλιστα. 
-Θα πιω κι εγώ λίγο. 
          Η κουβέντα πήγαινε απαλή, όμορφη, ήρεμη. Για τους καθημερινούς καημούς. Μικροπράγματα. Τι συγκλονιστικό νάχουν δυο μεροκαματιάρηδες να διηγηθούν; 
          Η ώρα πέρασε. 
-Καλά κάτσαμε, είπε αυτός. Σε καθυστέρησα. Θάχεις και τις δουλειές σου. Αλλά φχαριστήθηκα παρέα. Όμορφα να τρως και να λες καμιά κουβέντα. Όλο στο σιωπηλό μου την έχει δώσει. Πάμε με την παρέα το βράδυ, αλλά άλλο να μιλάς και μ' ένα κορίτσι τρώγοντας. 
          Σηκώθηκαν, στάθηκαν στο πεζοδρόμιο, κάπως αμήχανα. Χωρίς να το καταλάβει η Βούλα του είπε: 
-Γιώργη έλα για ένα καφέ, εδώ κοντά στο σπίτι. Κάπως ακατάστατα είμαι, αλλά για λίγο. 
-Ρε Βούλα ευχαριστώ. Ευγένειά σου. Αλλά είμαι ένα μάτσο χάλια. Αισθάνομαι βρώμικος να μπω στο σπίτι σου. Ξέρεις από δουλειά βαριά. Αν ισχύει όμως νάρθω αύριο και με πολλή χαρά. 
-Έγινε. Αύριο τ' απόγευμα. 
          Πράγματι έγινε. Και το Σάββατο τ' απόγευμα δεν τέλειωσε ποτέ. 




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ 

       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος. 
Τα κυριότερα έργα του είναι: 
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις. 
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992. 
3) Τα συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997. 
4) Η εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999. 
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001. 

     Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" συνεχίζοντας το αφιέρωμα στον Δημήτρη Λιβιεράτο δημοσιεύει σήμερα ένα ακόμα διήγημά του: 

Από την τράπεζα και πέρα... 

       Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου κοντά 12 το μεσημέρι η Βούλα μπήκε στην τράπεζα της γειτονιάς. Σούφρωσε τα μούτρα της σαν είδε τη μεγάλη ουρά στα ταμεία. Κόλλησε στο τέλος λέγοντας: 
-Τι είναι πάλι τούτη η συμφορά; Και πως περιμένουμε τώρα; 
-Δυστυχώς πρέπει να κάνεις υπομονή, απάντησε το μπροστινό μισογούνινο καπέλο με το δερμάτινο γείσο. 
-Μα που βρέθηκαν όλοι τούτοι σήμερα; 
-16 του μηνός πριν τα Χριστούγεννα. Δώρο και σύνταξη. 
       Μούτρο αξύριστο, μαυριδερό, του τριανταπεντάρη. Κουρασμένο, αλλά με προσμονή και υπομονή. Μάτια κάπως ανοιχτά κοίταζαν αόριστα. 
-Και πως θα προλάβω τις δουλειές μου; Γκρίνιασε πάλι η Βούλα. 
-Θα σηκώσεις λεφτά; Της είπε πάλι το καπέλο. 
-Όχι καημένε. Να δώσω θέλω. Με στέλνει το αφεντικό μου 2-3 φορές τη βδομάδα κι ύστερα την κοπανάω λίγο να κάνω τις δουλειές μου. Πρώτη φορά βλέπω τόσο κόσμο και δεν θα προλάβω. 
-Τι να κάνεις αφού δεν μπορείς αλλιώς; 
-Μωρέ ας μην είχα τα λεφτά μαζί μου και θα σούλεγα. Του μίλαγε σαν να γνωριζόντουσαν από καιρό. 
-Δε βαριέσαι. Θα πούμε καμιά κουβέντα να περάσει η ώρα. Οι δουλειές ποτέ δεν τελειώνουν. Οι άνθρωποι τελειώνουν. 
-Καλά που είσαι και φιλόσοφος για παρηγοριά. 
-Όχι μωρέ. Αλλά τι να κάνω, είπε πάλι ο Γιώργης. Αν μπορούμε ας κάνουμε κι αλλιώς, είπε γυρίζοντας. 
        Τότε την κοίταξε καλύτερα. 28-30 φαινόταν κουρασμένη κι αυτή. Το πρωινό βάψιμο κάπως ξεφτισμένο, αλλά ωραία χαρακτηριστικά. Τα μαλλιά κάπως ξεχτένιστα δεμένα με κορδέλα, ουρά αλόγου. Ψηλόκορμη, καλοφτιαγμένη, ρούχο περιποιημένο. 
        Ταλαιπωρημένος φαίνεται, σκεφτόταν η Βούλα. Αλλά καλό ανθρωπάκι. Όχι σαν κάτι πονηρούς που αμέσως βρίσκουν ευκαιρία να ρίξουν κάτι πόντους. 
        Βήμα-βήμα προχώραγαν κι έλεγαν διάφορα κοινά της καθημερινής ζωής. Έτσι αποσπασματικά, χωρίς ειρμό και συνέχεια, αλλά σαν παλιοί γνώριμοι. 
-Με λένε Γιώργη. Που δουλεύεις; 
-Σ' ένα εργοστάσιο εδώ κοντά. Εσώρουχα, παιδικά και τέτοια. Με γνωρίζει καλά η γυναίκα του αφεντικού και με εμπιστεύονται. Γι' αυτό μου δίνουν τα λεφτά να φέρω στην τράπεζα. Και τα χαρτιά τα πάω αύριο το πρωί. Δεν φοβώνται να τα πάω αμέσως. Έτσι βολεύομαι κι εγώ λίγη ώρα πιο νωρίς. Τελειώνω πιο γρήγορα να κάνω και τίποτε άλλο. Του τα είπε όλα έτσι πολύ φυσικά. 
        Συνήθως ευχάριστη κοπέλα, αλλά δεν ξανοιγόταν εύκολα με τον καθένα. Άλλωστε σήμερα όλοι κάτι ζητάνε στα γρήγορα. Αυτός της φαινόταν κάπως αδιάφορος σ' αυτά. Έτσι συγγενικός. 
-Κι εσύ τι κάνεις; Πως εδώ τέτοια ώρα; Δεν δουλεύεις; 
-Μωρέ δουλεύω και πολύ. Αλλά τέλειωσα για σήμερα. Σε μια αντιπροσωπεία βιομηχανίας και παραδίδω ηλεκτρικά "κατ' οίκον" που λένε. Κουζίνες, ψυγεία, φούρνους, αερόθερμα, ανεμιστήρες και τέτοια. Ξέρεις μισθό, αλλά και κάτι βγάζουμε από το χαμαλίκι. 
-Καλά και πως τα κουβαλάς μόνος σου σε πάνω πάτωμα; 
-Να σου πω πρώτα ήταν δύσκολα. Οι συσκευές σιδερένιες και βαριές. Έπρεπε να είμαστε δυο. Τα τελευταία χρόνια ελαφρύτερα, ξέρεις, πολλή λαμαρίνα. Το κανονικό ψυγείο το παίρνω στα χέρια. Αν είναι κάτι πιο βαρύ μου δίνουν κάτι λεφτά να παίρνω κάποιον από τη γειτονιά κάθε φορά. Δίνω ένα χιλιάρικο και βοηθάει. Αλλά εδώ που τα λέμε τις περισσότερες φορές βρίσκεται κάποιος άντρας στο σπίτι, συνήθως τ' απογεύματα. Δίνει κάνα χεράκι. Έτσι μου μένουν κι αυτά. Σήμερα για να πάρω το μισθό, ο διευθυντής δεν είχε μετρητά και μου έδωσε επιταγή. Έτσι στάθηκα κι εγώ στη σειρά. 
        Είχαν κιόλας πλησιάσει στα ταμεία. Πρώτα ο Γιώργης, δίπλα η Βούλα. Κάπως την περίμενε στην πόρτα και βγήκανε μαζί. 
-Να παρ' η ευχή, λέει η Βούλα. Άργησα και τι να μαγειρέψω τέτοια ώρα; Πάλι ξερά θα φάω. 
-Μόνη σου είσαι στο σπίτι; 
-Ναι. Η μάνα μου παρακάτω, αλλά δε θέλω να τη φορτώνω. 
-Ρε Βούλα κι εγώ εργένης είμαι και έχω ταράξει το σουβλάκι. Δεν πάμε για κάνα λαδερό. Είναι ένα εστιατόριο εδώ κοντά. 
-Και δεν πάμε; Βαρέθηκα πια την ξεροφαγία και τα ψιλοκρέατα. 
          "Που πάω", είπε μέσα της. "Που τον ξέρω;" "Δεν τον έχω ξαναδεί". Εκείνος προχώρησε και κείνη δεν μπόρεσε να κάνει πίσω. Άλλωστε δεν φαινόταν άγριος. 
          Μπήκαν μέσα κι ο Γιώργης προχώρησε κοντά στο γυαλί της βιτρίνας. 
-Μ' αρέσει το φως της ημέρας. Εκείνες οι σκοτεινές γωνιές με πλακώνουν. Να βλέπουμε και λίγη πρασινάδα. Πράγματι το εστιατόριο έβλεπε σε ένα μικρό τετράγωνο κήπο της γειτονιάς. 
          Παραγγείλανε λαδερά, φέτα. 
-Θα πιεις μπύρα; Μόνος μου δεν μπορώ όλη τη μπουκάλα. Και μεσημέρι μάλιστα. 
-Θα πιω κι εγώ λίγο. 
          Η κουβέντα πήγαινε απαλή, όμορφη, ήρεμη. Για τους καθημερινούς καημούς. Μικροπράγματα. Τι συγκλονιστικό νάχουν δυο μεροκαματιάρηδες να διηγηθούν; 
          Η ώρα πέρασε. 
-Καλά κάτσαμε, είπε αυτός. Σε καθυστέρησα. Θάχεις και τις δουλειές σου. Αλλά φχαριστήθηκα παρέα. Όμορφα να τρως και να λες καμιά κουβέντα. Όλο στο σιωπηλό μου την έχει δώσει. Πάμε με την παρέα το βράδυ, αλλά άλλο να μιλάς και μ' ένα κορίτσι τρώγοντας. 
          Σηκώθηκαν, στάθηκαν στο πεζοδρόμιο, κάπως αμήχανα. Χωρίς να το καταλάβει η Βούλα του είπε: 
-Γιώργη έλα για ένα καφέ, εδώ κοντά στο σπίτι. Κάπως ακατάστατα είμαι, αλλά για λίγο. 
-Ρε Βούλα ευχαριστώ. Ευγένειά σου. Αλλά είμαι ένα μάτσο χάλια. Αισθάνομαι βρώμικος να μπω στο σπίτι σου. Ξέρεις από δουλειά βαριά. Αν ισχύει όμως νάρθω αύριο και με πολλή χαρά. 
-Έγινε. Αύριο τ' απόγευμα. 
          Πράγματι έγινε. Και το Σάββατο τ' απόγευμα δεν τέλειωσε ποτέ. 




Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" δημοσιεύει ένα ποίημα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχει δημοσιευτεί πουθενά αλλού μέχρι σήμερα: 

Μεμψιμοιρίες 

Άνθρωποι που ποτέ δεν αγάπησαν
το μπροστινό τους πιάτο.
Φασόλι, ρίγανη, ψωμί
πατάτα και κοτόπουλο.
Πάντα στο απίθανο
φτωχοί διαβάτες
στην αναζήτηση
ενός οποιουδήποτε ονείρου.

Περνάνε μια ζωή
λύπης παντοτεινής
με μάτια πέρα από το χρόνο
αναζητώντας το αδύνατο

Δίπλα στα πόδια περνάνε
τα γεγονότα της ζωής μας
σαλάτες στο τραπέζι μας
και μια φιάλη επιτραπέζιου
μικρές χαρές
απροσδιόριστες κι ανίκανες
να κεντρίσουν τον
καθημερινό μας θάνατο
που πάντα ταξιδεύει
κι εμείς νοσταλγοί
του τίποτα.

Μικρή είναι η βάρκα μας
θαύμα το ξέμακρο ιστίο
του ωκεάνειου πλοίου.

Θλιβερό το διπλανό μας κύμα
πάντα όμορφο του μακρυνού πελάγου.

Βαρειά τα πόδια μας στη γη
μικρά και τα φτερά μας.
Πως να χαρείς καθημερινά
τα μικρά και ανεπαίσθητα
εσύ ο αιώνιος εραστής του αδύνατου
πεθαίνεις από θλίψη
την ώρα που σκάει ολόλαμπρος
ο διπλανός σου ήλιος.





ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" δημοσιεύει ένα ποίημα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχει δημοσιευτεί πουθενά αλλού μέχρι σήμερα: 

Μεμψιμοιρίες 

Άνθρωποι που ποτέ δεν αγάπησαν
το μπροστινό τους πιάτο.
Φασόλι, ρίγανη, ψωμί
πατάτα και κοτόπουλο.
Πάντα στο απίθανο
φτωχοί διαβάτες
στην αναζήτηση
ενός οποιουδήποτε ονείρου.

Περνάνε μια ζωή
λύπης παντοτεινής
με μάτια πέρα από το χρόνο
αναζητώντας το αδύνατο

Δίπλα στα πόδια περνάνε
τα γεγονότα της ζωής μας
σαλάτες στο τραπέζι μας
και μια φιάλη επιτραπέζιου
μικρές χαρές
απροσδιόριστες κι ανίκανες
να κεντρίσουν τον
καθημερινό μας θάνατο
που πάντα ταξιδεύει
κι εμείς νοσταλγοί
του τίποτα.

Μικρή είναι η βάρκα μας
θαύμα το ξέμακρο ιστίο
του ωκεάνειου πλοίου.

Θλιβερό το διπλανό μας κύμα
πάντα όμορφο του μακρυνού πελάγου.

Βαρειά τα πόδια μας στη γη
μικρά και τα φτερά μας.
Πως να χαρείς καθημερινά
τα μικρά και ανεπαίσθητα
εσύ ο αιώνιος εραστής του αδύνατου
πεθαίνεις από θλίψη
την ώρα που σκάει ολόλαμπρος
ο διπλανός σου ήλιος.





Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ θα δημοσιεύσει ορισμένα διηγήματα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχουν δημοσιευτεί πουθενά άλλου μέχρι σήμερα. Σήμερα δημοσιεύουμε το δεύτερο διήγημα:






ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΤΟ 

    
     Από χτες Παρασκευή βράδυ ήταν λιώμα.
     Γύρισε περίπου τρεις από τη δουλειά στο σπίτι. Τουλάχιστον είχε αυτό το πλεονέκτημα να εργάζεται μόνο μέχρι τις τρεις. Αλλά το σπίτι είχε πάντα πολύ δουλειά. Τον άντρα της το Νίκο που ερχόταν μετά τις έξι, μια κόρη στο Λύκειο κι ένα γιο στην τελευταία του Γυμνασίου. Κανείς δεν βοηθούσε την Ελένη που προσπαθούσε να κρατήσει ένα αξιοπρεπές, καθαρό σπίτι.
     Μόλις ήρθε, άρχισε να μαζεύει τα πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα που είχαν μείνει στο τραπέζι. Έβαλε πλυντήριο, άλλαξε τα κρεβάτια, έσφιξε τη βρύση του ντους που έτρεχε. Μια κατσαρόλα με φασολάκια για τα παιδιά το βράδυ. Αυτή και ο Νίκος, όπως κάθε Παρασκευή θα έβγαιναν με την παρέα. Πολύ κουρασμένη, ποθούσε ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι. Αλλά δεν γινόταν. Ο Νίκος ήθελε την παρέα. Άλλα τρία-τέσσερα ζευγάρια και οι δυο τους είχαν, σχεδόν, καθιερώσει την έξοδο της Παρασκευής.
      Γύρισε ο Νίκος. Ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Βρήκε κι αυτή την ευκαιρία να ξαπλώσει. Πήγε οκτώ κι ο άντρας της πρώτος στο λουτρό να ομορφύνει για την έξοδο.
     Σε καμιά ώρα έτοιμος κι άρχισε τα τηλέφωνα. Που θα πάνε. Τέλος, ύστερα από συνενοήσεις, αποφάσισαν μια ταβέρνα που είχε βρει ο Βαγγέλης στου Ρέντη. Μαγίρευε ωραίο μπακαλιάρο πλακί με κρεμμύδια και σκόρδα. Ένα φαγητό που κανείς δεν έφτιανε στο σπίτι.
    Εν τω μεταξύ η Ελένη στο μπάνιο κι από πίσω πιέζαν τα παιδιά. Είχαν κι αυτά παρέες και έξοδο. Όπως πάντα μικροκαυγάδες. Ποτέ η Ελένη δεν είχε άνεση, ελεύθερη ώρα για την τουαλέτα της. Όλα βιαστικά, με το ζόρι, κάποιος να πιέζει την πόρτα. Στον πατέρα τους δεν τολμούσαν, αλλά στη μαμά όλα επιτρεπτά. Άσε που μετά έπρεπε να μπει να καθαρίσει το σταύλο που άφηναν τα παιδιά.
     Τέλος, κατά τις δέκα ξεκίνησαν. Χαρές, φιλιά που βρέθηκαν τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες. Τα συνειθισμένα αστεία και με δυο αμάξια τράβηξαν για του Ρέντη.
     Σχεδόν τα καθιερωμένα, όπως κάθε Παρασκευή και σε όλες τις μεσαίες ταβέρνες της Ελλάδας. Η συζήτηση να σέρνεται. Συνήθως οι άντρες μαζί, οι γυναίκες τα δικά τους. Όσο πέρναγε η ώρα, η Ελένη αισθανόταν πιο βαρειά. Ήθελε το κρεβάτι της. Την πλημμύριζε η κούραση. Πέρασαν τα μεσάνυχτα κι έλεγε τώρα θα φύγουν κι εκείνη την ώρα ζωντάνεψε η συζήτηση σε ψηλούς τόνους. Ο Βαγγέλης, αναζητητής της ψυχολογίας, συγκρουόταν με τον Χαρίλαο που δεν πίστευε σε πολλά πράγματα. Έτσι, μεταξύ σοβαρού και αστείου, η συζήτηση τράβηξε μέχρι τη μιάμισυ. Κάπως επαναστάτησαν οι γυναίκες που βαριόντουσαν αυτές τις τόσο συχνά σαχλές κόντρες. Τέλος, σερνάμενη από κούραση, η Ελένη, έπεσε ώρα δυόμισυ στο κρεβάτι.
     Το πρωί όλοι οι άλλοι είχαν απεριόριστη κρεβατική παραμονή. Αυτή έπρεπε να σηκωθεί πιο νωρίς, να μαζέψει το σπίτι, να ετοιμάσει το φάγητο για το Σάββατο μεσημέρι. Συνήθως ήταν η μόνη μέρα που τρώγανε ακόμα μαζί και ήθελε να την διατηρήσει. Κρέας για κεμπάπ και ρύζι για συμπλήρωμα. Συγχρόνως, να απλώνει τα ρούχα, να πατάει σίδερο, να ζεσταίνει το γάλα, τον καφέ, για τον κάθε αργοπορημένο που σηκωνόταν.
     Η κούραση δεν έλεγε να φύγει. Αλλά δούλευε μηχανικά. Χρόνια τώρα τράβαγε αυτή η ζωή. Έλεγε: Θα μεγαλώσουν τα παιδιά λίγο να την ξεκουράσουν. Όλα γίναν χειρότερα με το να τραβάει ο καθένας το σκοινί του, όπως, το θεωρούσε δικαίωμα, αλλά πάντα κάποια Ελένη τα πλήρωνε.
     Το μυαλό της δούλευε και δεν δούλευε. Μαζί με τη δάφνη, τα γαρύφαλλα, το σκόρδο, έβαλε και δυο φλούδες κανέλλα. Ενώ έβραζε το φαγητό, αυτή σιδέρωνε και τότε το θυμήθηκε. Λάθος έκανε. Αντί μπαχάρι και μπόλικο πιπέρι, είχε ρίξει κανέλλα. Όλοι είχαν συνηθίσει τα πικάντικα και τώρα το φαΐ θα γλύκαινε. Όμως, ήταν ήδη αργά. Το ήξερε ότι θα την ειρωνευόντουσαν, άλλος θα άφηνε το πιάτο του στη μέση κι αυτή ψόφια στην κούραση ν' ακούει και παράπονα. Δεν είπε, όμως, τίποτα. Δεν μπορούσε πια να αλλάξει φαγητό. Κατά τις δύο μαζεύτηκαν στο τραπέζι. Είχε προλάβει να ξαπλώσει κανά μισάωρο, να δει την εφημερίδα, να κλείσει μια στιγμή τα μάτια. Ο Νίκος βοήθησε λιγάκι στο τραπέζι κι αυτή άρχισε να σερβίρει το ρύζι στα πιάτα κι από πάνω το κεμπάπ που πράγματι γλύκαινε μυρωδάτο από κανέλλα.
     Παράξενο, όμως. Αντί να ακούσει σχόλια, όλοι έτρωγαν με περισσή όρεξη. Πήραν δεύτερη φορά έτσι που το βράδυ θα έπρεπε κάτι άλλο να ετοιμάσει. Τουλάχιστον, γλύτωσε τις ειρωνίες και τα σχόλια. Τα παιδιά σηκώθηκαν αφού έφαγαν γερά και χωρίς παράπονα αυτή τη φορά. Εκείνη συνέχιζε ακόμα τις τελευταίες μπουκιές.
-Μπράβο σου Ελένη. Πολύ ωραίο το κεμπάπ με ρύζι. Πολύ πετυχημένο. Τότε την έπιασαν τα κλάματα. Απόρησε εκείνος.
-Καλά γιατί κλαις τώρα; Όλοι είπαμε ότι είναι πολύ ωραίο το φαγητό. Σκούπισε τα μάτια της.
-Κλαίω από χαρά. Ξέρεις, έχω και εγώ ανάγκη ν' ακούω έναν καλό λόγο. Όλοι σας απάνω μου. Δεν κάνω παράπονα. Αλλά κάπου σπάω. Εσύ έρχεσαι σχεδόν πάντα κουρασμένος. Νευριασμένος, ούτε με προσέχεις και μου ρίχνεις καμπανιές. Παρασκευή, Σάββατο να δούμε φίλους, συγγενείς. Πάντα κουρασμένοι, με άγχος. Ξενυχτάμε και δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε. Η κόρη μου μεγάλωσε και νομίζει τα ξέρει όλα. Ξεπορτίζει με κάτι γελοίους κι όταν λέω κάτι με βρίζει για καθυστερημένη. Μια φορά με είπε αποτυχημένη ή κατσίκα. Ο γιος μας ζει σε απέραντη βρώμα. Δεν είναι αυτό δωμάτιο με όλα τα βρώμικα παντού. Ξαπλώνει στις κουβέρτες με τα παπούτσια όπως έρχεται. Άσε πια εκείνο το δάχτυλο. Όπου περνάει, πατάει ράδιο, πικάπ, σιντί, κασέτες με όλα τα σκουπίδια που τινάζουν τα νεύρα στο θόρυβο. Εσύ δεν βλέπεις, ούτε ακούς. Εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου. Καλά, ας πούμε, μισή μέρα, αλλά έχω και τους τρεις σας να με ζουλάτε, να με προσβάλετε. Πες μου, τι να κάνω; Θέλω κι εγώ μια κουβέντα. Ένα λόγο που λύνει τα νεύρα. Να μπορώ να είμαι και καλύτερα μαζί σας.
     Την κοίταζε κατάπληκτος. Την άκουγε με προσοχή, όλη την ώρα κι όλο γούρλωναν τα μάτια του. Μόλις η Ελένη τέλειωσε, σηκώθηκε. Πήγε πάνω από τους ώμους της. Την αγκάλιασε και έκατσε κοντά της.
-Ποτέ δεν νόμιζα ότι ήταν τόσο σοβαρό. Ελένη μου, δεν καταλάβαινα. Πίστευα ότι εσύ μπορείς όλα να τα καταφέρεις. Είσαι τόσο σπουδαία.
Νίκο μου, κάνω ό,τι μπορώ, αλλά θέλω βοήθεια. Σε θέλω να μιλάμε, να λέμε τις καθημερινές βλακείες του σπιτιού μας. Να είμαστε κοντά σε όλα. Δεν ζητάω σπουδαία πράγματα.
-Ελένη μου, με συγχωρείς. Δεν κατάλαβα ο ηλίθιος. Πάντα πιστεύω σε σένα. Όταν λέω τα παράπονά μου είναι γιατί με πρεσάρουν απέξω. Σε έχω αραξοβόλι.
-Όχι, Νίκο μου. Θα λυγίσω. Θα σπάσω. Μαζί να κάτσουμε. Να μιλάμε για τα παιδιά. Με πρίζουν. Έχουν τα δικά τους προβλήματα. Όλα τόσο δύσκολα και γι' αυτά. Αλλά δεν φταίω εγώ. Και όταν διαμαρτύρονται μπαίνεις στη μέση σαν ανεξάρτητος. Όχι, εγώ σε θέλω μαζί μου. Μαζί να είμαστε, να περάσουμε τις δύσκολες ωρές τους. Κι αυτά θα σκοντάψουνε, θα χτυπήσουν, θα πέσουν, θα πονέσουν. Να είμαστε μαζί να τα στηρίξουμε. Αν φαινόμαστε χωριστά, θα περάσουν μέσα μας και θα σπάσουν. Δεν καταλαβαίνουν. Είναι στην εποχή που νομίζουν να παίξουν στις διαφωνίες μαμάς-μπαμπά. Νίκο, κάτσε κοντά μου, πες μου μια καλή κουβέντα, να περάσουμε μαζί τα δύσκολα χρόνια.
-Ελένη, παράτα τα όλα τώρα. Βάλε μια ζακέτα, όπως είσαι και πάμε στο καφενείο του πάρκου μια βόλτα. Θα μιλήσουμε για όλα.
-Μα, Νϊκο μου, το απόγευμα είχες συνάντηση με συναδέλφους για δουλειές. Κι εγώ έχω τόση δουλειά στο σπίτι.
-Άστους όλους. Σήμερα, Σάββατο, θα κάτσουμε μαζί και θα σε βοηθήσω για το σπίτι. Κι οι δουλειές δεν τελειώνουν, θα τους εξηγήσω την άλλη φορά.
     Άφησαν ένα σημείωμα στα παιδιά ότι είχαν κάπου να πάνε και φεύγουνε. Δεν ξέρουν τι ώρα θα γυρίσουν.
     Έτσι όπως ήταν με τα πρόχειρα του σπιτιού αμολήθηκαν. Ούτε αμάξι, τίποτα, με τα πόδια. Περπάτησαν, μίλησαν, ήπιαν καφέ, περπάτησαν πάλι. Τόσο ήρεμοι οι πεζόδρομοι του κέντρου της Αθήνας, Σάββατο απόγευμα. Ακόμα και με τις χαρτόκουτες των μαγαζιών στους δρόμους για σκουπίδια.
     Μίλαγαν-μίλαγαν, πιάστηκαν πάλι χέρι-χέρι. Σουρούπωνε. Φάγανε σε μαγέρικο της Πλάκας. Οι δυο τους. Μόνο οι δυο τους κι ο κόσμος όλος. Τα βήματα τους πήγαιναν στο λόφο έτσι που βρέθηκαν αγκαλιασμένοι να βλέπουν το φεγγάρι σε ένα παγκάκι του Φιλοπάππου.


    

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ θα δημοσιεύσει ορισμένα διηγήματα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχουν δημοσιευτεί πουθενά άλλου μέχρι σήμερα. Σήμερα δημοσιεύουμε το δεύτερο διήγημα:






ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΤΟ 

    
     Από χτες Παρασκευή βράδυ ήταν λιώμα.
     Γύρισε περίπου τρεις από τη δουλειά στο σπίτι. Τουλάχιστον είχε αυτό το πλεονέκτημα να εργάζεται μόνο μέχρι τις τρεις. Αλλά το σπίτι είχε πάντα πολύ δουλειά. Τον άντρα της το Νίκο που ερχόταν μετά τις έξι, μια κόρη στο Λύκειο κι ένα γιο στην τελευταία του Γυμνασίου. Κανείς δεν βοηθούσε την Ελένη που προσπαθούσε να κρατήσει ένα αξιοπρεπές, καθαρό σπίτι.
     Μόλις ήρθε, άρχισε να μαζεύει τα πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα που είχαν μείνει στο τραπέζι. Έβαλε πλυντήριο, άλλαξε τα κρεβάτια, έσφιξε τη βρύση του ντους που έτρεχε. Μια κατσαρόλα με φασολάκια για τα παιδιά το βράδυ. Αυτή και ο Νίκος, όπως κάθε Παρασκευή θα έβγαιναν με την παρέα. Πολύ κουρασμένη, ποθούσε ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι. Αλλά δεν γινόταν. Ο Νίκος ήθελε την παρέα. Άλλα τρία-τέσσερα ζευγάρια και οι δυο τους είχαν, σχεδόν, καθιερώσει την έξοδο της Παρασκευής.
      Γύρισε ο Νίκος. Ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Βρήκε κι αυτή την ευκαιρία να ξαπλώσει. Πήγε οκτώ κι ο άντρας της πρώτος στο λουτρό να ομορφύνει για την έξοδο.
     Σε καμιά ώρα έτοιμος κι άρχισε τα τηλέφωνα. Που θα πάνε. Τέλος, ύστερα από συνενοήσεις, αποφάσισαν μια ταβέρνα που είχε βρει ο Βαγγέλης στου Ρέντη. Μαγίρευε ωραίο μπακαλιάρο πλακί με κρεμμύδια και σκόρδα. Ένα φαγητό που κανείς δεν έφτιανε στο σπίτι.
    Εν τω μεταξύ η Ελένη στο μπάνιο κι από πίσω πιέζαν τα παιδιά. Είχαν κι αυτά παρέες και έξοδο. Όπως πάντα μικροκαυγάδες. Ποτέ η Ελένη δεν είχε άνεση, ελεύθερη ώρα για την τουαλέτα της. Όλα βιαστικά, με το ζόρι, κάποιος να πιέζει την πόρτα. Στον πατέρα τους δεν τολμούσαν, αλλά στη μαμά όλα επιτρεπτά. Άσε που μετά έπρεπε να μπει να καθαρίσει το σταύλο που άφηναν τα παιδιά.
     Τέλος, κατά τις δέκα ξεκίνησαν. Χαρές, φιλιά που βρέθηκαν τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες. Τα συνειθισμένα αστεία και με δυο αμάξια τράβηξαν για του Ρέντη.
     Σχεδόν τα καθιερωμένα, όπως κάθε Παρασκευή και σε όλες τις μεσαίες ταβέρνες της Ελλάδας. Η συζήτηση να σέρνεται. Συνήθως οι άντρες μαζί, οι γυναίκες τα δικά τους. Όσο πέρναγε η ώρα, η Ελένη αισθανόταν πιο βαρειά. Ήθελε το κρεβάτι της. Την πλημμύριζε η κούραση. Πέρασαν τα μεσάνυχτα κι έλεγε τώρα θα φύγουν κι εκείνη την ώρα ζωντάνεψε η συζήτηση σε ψηλούς τόνους. Ο Βαγγέλης, αναζητητής της ψυχολογίας, συγκρουόταν με τον Χαρίλαο που δεν πίστευε σε πολλά πράγματα. Έτσι, μεταξύ σοβαρού και αστείου, η συζήτηση τράβηξε μέχρι τη μιάμισυ. Κάπως επαναστάτησαν οι γυναίκες που βαριόντουσαν αυτές τις τόσο συχνά σαχλές κόντρες. Τέλος, σερνάμενη από κούραση, η Ελένη, έπεσε ώρα δυόμισυ στο κρεβάτι.
     Το πρωί όλοι οι άλλοι είχαν απεριόριστη κρεβατική παραμονή. Αυτή έπρεπε να σηκωθεί πιο νωρίς, να μαζέψει το σπίτι, να ετοιμάσει το φάγητο για το Σάββατο μεσημέρι. Συνήθως ήταν η μόνη μέρα που τρώγανε ακόμα μαζί και ήθελε να την διατηρήσει. Κρέας για κεμπάπ και ρύζι για συμπλήρωμα. Συγχρόνως, να απλώνει τα ρούχα, να πατάει σίδερο, να ζεσταίνει το γάλα, τον καφέ, για τον κάθε αργοπορημένο που σηκωνόταν.
     Η κούραση δεν έλεγε να φύγει. Αλλά δούλευε μηχανικά. Χρόνια τώρα τράβαγε αυτή η ζωή. Έλεγε: Θα μεγαλώσουν τα παιδιά λίγο να την ξεκουράσουν. Όλα γίναν χειρότερα με το να τραβάει ο καθένας το σκοινί του, όπως, το θεωρούσε δικαίωμα, αλλά πάντα κάποια Ελένη τα πλήρωνε.
     Το μυαλό της δούλευε και δεν δούλευε. Μαζί με τη δάφνη, τα γαρύφαλλα, το σκόρδο, έβαλε και δυο φλούδες κανέλλα. Ενώ έβραζε το φαγητό, αυτή σιδέρωνε και τότε το θυμήθηκε. Λάθος έκανε. Αντί μπαχάρι και μπόλικο πιπέρι, είχε ρίξει κανέλλα. Όλοι είχαν συνηθίσει τα πικάντικα και τώρα το φαΐ θα γλύκαινε. Όμως, ήταν ήδη αργά. Το ήξερε ότι θα την ειρωνευόντουσαν, άλλος θα άφηνε το πιάτο του στη μέση κι αυτή ψόφια στην κούραση ν' ακούει και παράπονα. Δεν είπε, όμως, τίποτα. Δεν μπορούσε πια να αλλάξει φαγητό. Κατά τις δύο μαζεύτηκαν στο τραπέζι. Είχε προλάβει να ξαπλώσει κανά μισάωρο, να δει την εφημερίδα, να κλείσει μια στιγμή τα μάτια. Ο Νίκος βοήθησε λιγάκι στο τραπέζι κι αυτή άρχισε να σερβίρει το ρύζι στα πιάτα κι από πάνω το κεμπάπ που πράγματι γλύκαινε μυρωδάτο από κανέλλα.
     Παράξενο, όμως. Αντί να ακούσει σχόλια, όλοι έτρωγαν με περισσή όρεξη. Πήραν δεύτερη φορά έτσι που το βράδυ θα έπρεπε κάτι άλλο να ετοιμάσει. Τουλάχιστον, γλύτωσε τις ειρωνίες και τα σχόλια. Τα παιδιά σηκώθηκαν αφού έφαγαν γερά και χωρίς παράπονα αυτή τη φορά. Εκείνη συνέχιζε ακόμα τις τελευταίες μπουκιές.
-Μπράβο σου Ελένη. Πολύ ωραίο το κεμπάπ με ρύζι. Πολύ πετυχημένο. Τότε την έπιασαν τα κλάματα. Απόρησε εκείνος.
-Καλά γιατί κλαις τώρα; Όλοι είπαμε ότι είναι πολύ ωραίο το φαγητό. Σκούπισε τα μάτια της.
-Κλαίω από χαρά. Ξέρεις, έχω και εγώ ανάγκη ν' ακούω έναν καλό λόγο. Όλοι σας απάνω μου. Δεν κάνω παράπονα. Αλλά κάπου σπάω. Εσύ έρχεσαι σχεδόν πάντα κουρασμένος. Νευριασμένος, ούτε με προσέχεις και μου ρίχνεις καμπανιές. Παρασκευή, Σάββατο να δούμε φίλους, συγγενείς. Πάντα κουρασμένοι, με άγχος. Ξενυχτάμε και δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε. Η κόρη μου μεγάλωσε και νομίζει τα ξέρει όλα. Ξεπορτίζει με κάτι γελοίους κι όταν λέω κάτι με βρίζει για καθυστερημένη. Μια φορά με είπε αποτυχημένη ή κατσίκα. Ο γιος μας ζει σε απέραντη βρώμα. Δεν είναι αυτό δωμάτιο με όλα τα βρώμικα παντού. Ξαπλώνει στις κουβέρτες με τα παπούτσια όπως έρχεται. Άσε πια εκείνο το δάχτυλο. Όπου περνάει, πατάει ράδιο, πικάπ, σιντί, κασέτες με όλα τα σκουπίδια που τινάζουν τα νεύρα στο θόρυβο. Εσύ δεν βλέπεις, ούτε ακούς. Εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου. Καλά, ας πούμε, μισή μέρα, αλλά έχω και τους τρεις σας να με ζουλάτε, να με προσβάλετε. Πες μου, τι να κάνω; Θέλω κι εγώ μια κουβέντα. Ένα λόγο που λύνει τα νεύρα. Να μπορώ να είμαι και καλύτερα μαζί σας.
     Την κοίταζε κατάπληκτος. Την άκουγε με προσοχή, όλη την ώρα κι όλο γούρλωναν τα μάτια του. Μόλις η Ελένη τέλειωσε, σηκώθηκε. Πήγε πάνω από τους ώμους της. Την αγκάλιασε και έκατσε κοντά της.
-Ποτέ δεν νόμιζα ότι ήταν τόσο σοβαρό. Ελένη μου, δεν καταλάβαινα. Πίστευα ότι εσύ μπορείς όλα να τα καταφέρεις. Είσαι τόσο σπουδαία.
Νίκο μου, κάνω ό,τι μπορώ, αλλά θέλω βοήθεια. Σε θέλω να μιλάμε, να λέμε τις καθημερινές βλακείες του σπιτιού μας. Να είμαστε κοντά σε όλα. Δεν ζητάω σπουδαία πράγματα.
-Ελένη μου, με συγχωρείς. Δεν κατάλαβα ο ηλίθιος. Πάντα πιστεύω σε σένα. Όταν λέω τα παράπονά μου είναι γιατί με πρεσάρουν απέξω. Σε έχω αραξοβόλι.
-Όχι, Νίκο μου. Θα λυγίσω. Θα σπάσω. Μαζί να κάτσουμε. Να μιλάμε για τα παιδιά. Με πρίζουν. Έχουν τα δικά τους προβλήματα. Όλα τόσο δύσκολα και γι' αυτά. Αλλά δεν φταίω εγώ. Και όταν διαμαρτύρονται μπαίνεις στη μέση σαν ανεξάρτητος. Όχι, εγώ σε θέλω μαζί μου. Μαζί να είμαστε, να περάσουμε τις δύσκολες ωρές τους. Κι αυτά θα σκοντάψουνε, θα χτυπήσουν, θα πέσουν, θα πονέσουν. Να είμαστε μαζί να τα στηρίξουμε. Αν φαινόμαστε χωριστά, θα περάσουν μέσα μας και θα σπάσουν. Δεν καταλαβαίνουν. Είναι στην εποχή που νομίζουν να παίξουν στις διαφωνίες μαμάς-μπαμπά. Νίκο, κάτσε κοντά μου, πες μου μια καλή κουβέντα, να περάσουμε μαζί τα δύσκολα χρόνια.
-Ελένη, παράτα τα όλα τώρα. Βάλε μια ζακέτα, όπως είσαι και πάμε στο καφενείο του πάρκου μια βόλτα. Θα μιλήσουμε για όλα.
-Μα, Νϊκο μου, το απόγευμα είχες συνάντηση με συναδέλφους για δουλειές. Κι εγώ έχω τόση δουλειά στο σπίτι.
-Άστους όλους. Σήμερα, Σάββατο, θα κάτσουμε μαζί και θα σε βοηθήσω για το σπίτι. Κι οι δουλειές δεν τελειώνουν, θα τους εξηγήσω την άλλη φορά.
     Άφησαν ένα σημείωμα στα παιδιά ότι είχαν κάπου να πάνε και φεύγουνε. Δεν ξέρουν τι ώρα θα γυρίσουν.
     Έτσι όπως ήταν με τα πρόχειρα του σπιτιού αμολήθηκαν. Ούτε αμάξι, τίποτα, με τα πόδια. Περπάτησαν, μίλησαν, ήπιαν καφέ, περπάτησαν πάλι. Τόσο ήρεμοι οι πεζόδρομοι του κέντρου της Αθήνας, Σάββατο απόγευμα. Ακόμα και με τις χαρτόκουτες των μαγαζιών στους δρόμους για σκουπίδια.
     Μίλαγαν-μίλαγαν, πιάστηκαν πάλι χέρι-χέρι. Σουρούπωνε. Φάγανε σε μαγέρικο της Πλάκας. Οι δυο τους. Μόνο οι δυο τους κι ο κόσμος όλος. Τα βήματα τους πήγαιναν στο λόφο έτσι που βρέθηκαν αγκαλιασμένοι να βλέπουν το φεγγάρι σε ένα παγκάκι του Φιλοπάππου.


    

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013


 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ θα δημοσιεύσει ορισμένα διηγήματα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχουν δημοσιευτεί πουθενά άλλου μέχρι σήμερα. Απόψε δημοσιεύουμε το πρώτο διήγημα:


ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

Οκτώμισυ περίπου. Μέσα Φλεβάρη και κάπως ψυχρή νύχτα. Κάθησε στο κάθισμα του Ηλεκτρικού στον Πειραιά. Ανατρίχιαζε. Δεν τον πείραζε τόσο το κρύο, αλλά η κούραση. από τις 8 το πρωί στο Ναυτικό Γραφείο.
Η μέρα άρχισε ομαλά. Τέλεξ, Φαξ, γράμματα, συνειθισμένες ενέργειες για ανεφοδιασμούς των καραβιών της εταιρίας. Μέχρι τις 10.17 όταν έφτασε το Τέλεξ από την Καζαμπλάνκα όλα άλλαξαν στο γραφείο.
"Εξαιρετικώς επείγον. M/V KAPETAN LIAS στίγμα... νότια Καζαμπλάνκας κατευθυνόμεθα Κέιπ Τάουν, Ν. Αφρικής. Άξονας Β΄πρώτης μηχανής άμεσος αντικατάσταση. Αύριο πρωί ανοικτά του Ντακάρ. Εαν δεν έχουμε άξονα αντικατάστασης διακόπτουμε και προσορμιζόμεθα".
Ο ΛΙΑΣ 69.500 τόν. Ξηρού φορτίου, ναύλος περίπου 20.000 δολ. την ημέρα. Αυτόματα του ήρθαν οι σκέψεις. Γνώριζε όλα τα πλοία της εταιρίας και τους καπεταναίους. Ο Παναγής ήταν νέος σχετικά αλλά σοβαρός και μετρημένος. Πραγματικά βρισκόταν σε ανάγκη. Αυτόματα του ήρθαν όλα αυτά στο μυαλό. Τι φορτίο δεν γνώριζε.
Ειδοποιήθηκε ο Αρχικαπετάνιος της εταιρίας. Ζήτησε οπωσδήποτε να συνεχιστεί το ταξίδι.
Τότε άρχισε η μάχη με το χρόνο. Άξονας βρισκόταν στην Ταγγέρη. Κανονίστηκε να φύγει με πτήση Καζαμπλάνκας και στη συνέχεια Ντακάρ. Ειδοποιήθηκε ο ατζέντης εκεί πέρα να τον παραλάβει. Πήραν το μετεωρολογικό της περιοχής. Όχι τόσο καλό. Αίθριος, αλλά μπωφόρ και ψηλά κύματα. Μικρό πλοίο δεν θα μπορούσε να πλησιάσει. Επείγον Φαξ: "ακόμα και με ελικόπτερο". Στις 19.30 μετεδόθη το τελευταίο Φαξ από τον ατζέντη του Ντακάρ. "Αύριο πρωί μεταφέρεται με ελικόπτερο. Ειδοποιήθηκε καπετάνιος να δώσει στίγμα και ώρα προσέγγισης. Ο.Κ.". Για τελευταία φορά ο Παντελής επικοινώνησε με τον καπετάνιο. Πήρε απάντηση ότι σήμα ελήφθη, όλα Ο.Κ. Θα δώσουν στίγμα, θα αλλάξουν τον άξονα εν πλω και συνεχίζουν.
Ανάπνευσε, αλλά ήταν ψόφιος από την ένταση, την αγωνία. Ειδοποίησε τον Αρχικαπετάνιο. Του είπε ότι μένει ακόμα μισή ώρα μέχρι να έρθει ο βραδινός. Τότε λύγισε το κεφάλι στο γραφείο εξαντλημένος. Κατάλαβε ότι όλη μέρα είχε πιεί μόνο καφέδες. Σηκώθηκε να πάρει κάτι φρυγανιές. 7.50 πήρε τηλέφωνο του πλοιοκτήτη.
"Παντελή ευχαριστώ και καλή ανάπαυση". Ήξερε βέβαια ότι για να ανησυχήσει το μεγάλο αφεντικό το πράγμα ήταν πιο σοβαρό από τα συνειθισμένα. Ήξερε ακόμα ότι το έκτακτο δώρο θα ερχόταν σύντομα.
Με κουρασμένα βήματα έφτασε στο σταθμό του Ηλεκτρικού. Να πάρει λίγο αέρα. Ούτε να οδηγήσει μπορούσε, ούτε πρόχειρο ταξί βρήκε. Τώρα κρύωνε με την πόρτα του βαγονιού ακόμα ανοικτή. Οι θέσεις σχεδόν όλες γεμάτες.
Ακούστηκε το προειδοποιητικό σφύριγμα. Πριν κλείσει η πόρτα μπήκε η Ανθή, με δυο τεράστιες τσάντες στα χέρια. Έσπρωξε κι έκατσε από μέσα στη θέση δίπλα στο παράθυρο. Φώναξε σε μια κυρία απέξω.
"Γειά σου Μαρία" και στη μικρή "Φιλιά κουκλάκι μου".
"Αντίο νονά" και η πόρτα έκλεισε.
Με δυο βαριές τσάντες δεν γινόταν τίποτε.
"Με συγχωρείτε, κρατάτε μια στιγμή;" Ο Παντελής πήρε τη μια τσάντα.
"Προσοχή παρακαλώ έχει γυαλικά από τη θεία μου, μια στιγμή να τα ακουμπίσω κάτω".
Αλλά δεν γινόταν και η τσάντα έμεινε στα χέρια του Παντελή.
"Άστη δεν πειράζει, πάει κι έτσι" είπε χαμηλά.
"Ευχαριστώ πολύ κύριε", είπε η φωνή της Ανθής.
"Δεν πειράζει άστο" απάντησε.
Σήκωσε το κεφάλι. Γύρισε επιτέλους να τη δει. Και τότε στάθηκε απορημένος.
"Καλέ είσαι ωραία" ακούστηκε.
Στα 35 βάδιζε η Ανθή. Εργαζόμενη σε Υπουργείο από πολλά χρόνια.
Ζωή συνειθισμένη. Γραφείο εσωτερικό. Γέρος προϊστάμενος, μια μεσόκοπη συνάδελφος και δυο νεαρές κοπέλλες. Όλοι τους σε μαδημένα τραπέζια με πολλά χαρτιά. Ζωή συνειθισμένη. Ένας γάμος σχεδόν του τίποτε. Τέλειωσε γρήγορα με το διαζύγιο χωρίς ν' αφήσει ίχνη. Τώρα στα 35 περιποιόταν τον εαυτό της. Αλλά έμπαινε κιόλας στο κανάλι της απογοήτευσης. Από καιρό δεν την πείραζαν πια.
Της ήρθε κατακέφαλο.
"Καλέ δεν ντρέπεστε" ψιθύρισε κατάπληκτη.
"Συγγνώμην δεν τόχω ξαναπεί".
Στα 45 ο Παντελής μοναχικός οδοιπόρος. Σκληρός στη θάλασσα, μαρκονιστής και μετά πλήρωμα εδάφους στα γραφεία. Ίκανος υπάλληλος για δύσκολες και υπεύθυνες δουλειές. Ντροπαλός και φοβισμένος με τις γυναίκες από νέος.
Ξανάσκυψε το κεφάλι και κοίταζε τη τσάντα με τα γυαλικά. Οι άλλοι επιβάτες δεν κατάλαβαν σχεδόν τίποτε.
Η Ανθή σκέφτηκε να θυμώσει, αλλά ντράπηκε να το τραβήξει. Αυτό το μακρόστενο, λευκό πρόσωπο, μόνο κούραση έδειχνε, αλλά καθόλου προσβολή.
Δεν μίλησαν άλλο. Το τρένο έφτανε στον Ταύρο.
"Με συγχωρείτε θα κατέβω, να πάρω τη τσάντα".
"Προχωρείτε και σας τη δίνω".
Σηκώθηκαν δίπλα στην πόρτα. Σχεδόν ψιθυριστά:
"Για μια εβδομάδα θα περιμένω οκτώ με οκτώμισυ το βράδυ στην πλατφόρμα του Πειραιά. Θα χαρώ να σε ξαναδώ".
Άνοιξε η πόρτα. Πετρωμένη η Ανθή πήρε τη τσάντα κι έφυγε.
Ο Παντελής πίσω στη θέση του.

                   ---

Της φάνηκε τόσο απίστευτο, απίθανο. το σκεφτόταν όλη νύχτα και μέρα. Την τρίτη βραδιά κατέβηκε στον Πειραιά. Το κρύο έτσουζε. Δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτός καθόταν στο παγκάκι του σταθμού και κοίταζε μπροστά. Περίμενε. Έφτασε σχεδόν κοντά του, πίσω του. Δεν τόλμησε. Φοβήθηκε και γύρισε πίσω.

            ---

Την έκτη βραδιά κατέβηκε πάλι. Πολύ το κρύο. Τον είδε να κάθεται στο παγκάκι ώρα οκτώ και είκοσι, να βλέπει χαμηλά. Της φάνηκε λυπημένος. Πλησίασε ακόμα περισσότερο, λίγο στο πλάι, από πίσω.
Ήταν λιγάκι μπλεδιασμένος απ' το κρύο εκεί στον απέραντο ανοιχτό σταθμό με πλήθος κόσμο να πηγαίνει, νάρχεται. Το αποφάσισε. Προχώρησε και στάθηκε μπροστά του.
Πέρασε μια στιγμή που είδε τα παπούτσια να σταματούν με κατεύθυνση σ' αυτόν. Άρχισε να σηκώνει αργά το κεφάλι στα πόδια, στο σώμα. Επιτάχυνε στο πρόσωπο. Σηκώθηκε με λιγοστό χαμόγελο και προσμονή στα μάτια. Εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά και δεν τον ξανάφησε ποτέ της πια.





 

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ θα δημοσιεύσει ορισμένα διηγήματα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχουν δημοσιευτεί πουθενά άλλου μέχρι σήμερα. Απόψε δημοσιεύουμε το πρώτο διήγημα:


ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ

Οκτώμισυ περίπου. Μέσα Φλεβάρη και κάπως ψυχρή νύχτα. Κάθησε στο κάθισμα του Ηλεκτρικού στον Πειραιά. Ανατρίχιαζε. Δεν τον πείραζε τόσο το κρύο, αλλά η κούραση. από τις 8 το πρωί στο Ναυτικό Γραφείο.
Η μέρα άρχισε ομαλά. Τέλεξ, Φαξ, γράμματα, συνειθισμένες ενέργειες για ανεφοδιασμούς των καραβιών της εταιρίας. Μέχρι τις 10.17 όταν έφτασε το Τέλεξ από την Καζαμπλάνκα όλα άλλαξαν στο γραφείο.
"Εξαιρετικώς επείγον. M/V KAPETAN LIAS στίγμα... νότια Καζαμπλάνκας κατευθυνόμεθα Κέιπ Τάουν, Ν. Αφρικής. Άξονας Β΄πρώτης μηχανής άμεσος αντικατάσταση. Αύριο πρωί ανοικτά του Ντακάρ. Εαν δεν έχουμε άξονα αντικατάστασης διακόπτουμε και προσορμιζόμεθα".
Ο ΛΙΑΣ 69.500 τόν. Ξηρού φορτίου, ναύλος περίπου 20.000 δολ. την ημέρα. Αυτόματα του ήρθαν οι σκέψεις. Γνώριζε όλα τα πλοία της εταιρίας και τους καπεταναίους. Ο Παναγής ήταν νέος σχετικά αλλά σοβαρός και μετρημένος. Πραγματικά βρισκόταν σε ανάγκη. Αυτόματα του ήρθαν όλα αυτά στο μυαλό. Τι φορτίο δεν γνώριζε.
Ειδοποιήθηκε ο Αρχικαπετάνιος της εταιρίας. Ζήτησε οπωσδήποτε να συνεχιστεί το ταξίδι.
Τότε άρχισε η μάχη με το χρόνο. Άξονας βρισκόταν στην Ταγγέρη. Κανονίστηκε να φύγει με πτήση Καζαμπλάνκας και στη συνέχεια Ντακάρ. Ειδοποιήθηκε ο ατζέντης εκεί πέρα να τον παραλάβει. Πήραν το μετεωρολογικό της περιοχής. Όχι τόσο καλό. Αίθριος, αλλά μπωφόρ και ψηλά κύματα. Μικρό πλοίο δεν θα μπορούσε να πλησιάσει. Επείγον Φαξ: "ακόμα και με ελικόπτερο". Στις 19.30 μετεδόθη το τελευταίο Φαξ από τον ατζέντη του Ντακάρ. "Αύριο πρωί μεταφέρεται με ελικόπτερο. Ειδοποιήθηκε καπετάνιος να δώσει στίγμα και ώρα προσέγγισης. Ο.Κ.". Για τελευταία φορά ο Παντελής επικοινώνησε με τον καπετάνιο. Πήρε απάντηση ότι σήμα ελήφθη, όλα Ο.Κ. Θα δώσουν στίγμα, θα αλλάξουν τον άξονα εν πλω και συνεχίζουν.
Ανάπνευσε, αλλά ήταν ψόφιος από την ένταση, την αγωνία. Ειδοποίησε τον Αρχικαπετάνιο. Του είπε ότι μένει ακόμα μισή ώρα μέχρι να έρθει ο βραδινός. Τότε λύγισε το κεφάλι στο γραφείο εξαντλημένος. Κατάλαβε ότι όλη μέρα είχε πιεί μόνο καφέδες. Σηκώθηκε να πάρει κάτι φρυγανιές. 7.50 πήρε τηλέφωνο του πλοιοκτήτη.
"Παντελή ευχαριστώ και καλή ανάπαυση". Ήξερε βέβαια ότι για να ανησυχήσει το μεγάλο αφεντικό το πράγμα ήταν πιο σοβαρό από τα συνειθισμένα. Ήξερε ακόμα ότι το έκτακτο δώρο θα ερχόταν σύντομα.
Με κουρασμένα βήματα έφτασε στο σταθμό του Ηλεκτρικού. Να πάρει λίγο αέρα. Ούτε να οδηγήσει μπορούσε, ούτε πρόχειρο ταξί βρήκε. Τώρα κρύωνε με την πόρτα του βαγονιού ακόμα ανοικτή. Οι θέσεις σχεδόν όλες γεμάτες.
Ακούστηκε το προειδοποιητικό σφύριγμα. Πριν κλείσει η πόρτα μπήκε η Ανθή, με δυο τεράστιες τσάντες στα χέρια. Έσπρωξε κι έκατσε από μέσα στη θέση δίπλα στο παράθυρο. Φώναξε σε μια κυρία απέξω.
"Γειά σου Μαρία" και στη μικρή "Φιλιά κουκλάκι μου".
"Αντίο νονά" και η πόρτα έκλεισε.
Με δυο βαριές τσάντες δεν γινόταν τίποτε.
"Με συγχωρείτε, κρατάτε μια στιγμή;" Ο Παντελής πήρε τη μια τσάντα.
"Προσοχή παρακαλώ έχει γυαλικά από τη θεία μου, μια στιγμή να τα ακουμπίσω κάτω".
Αλλά δεν γινόταν και η τσάντα έμεινε στα χέρια του Παντελή.
"Άστη δεν πειράζει, πάει κι έτσι" είπε χαμηλά.
"Ευχαριστώ πολύ κύριε", είπε η φωνή της Ανθής.
"Δεν πειράζει άστο" απάντησε.
Σήκωσε το κεφάλι. Γύρισε επιτέλους να τη δει. Και τότε στάθηκε απορημένος.
"Καλέ είσαι ωραία" ακούστηκε.
Στα 35 βάδιζε η Ανθή. Εργαζόμενη σε Υπουργείο από πολλά χρόνια.
Ζωή συνειθισμένη. Γραφείο εσωτερικό. Γέρος προϊστάμενος, μια μεσόκοπη συνάδελφος και δυο νεαρές κοπέλλες. Όλοι τους σε μαδημένα τραπέζια με πολλά χαρτιά. Ζωή συνειθισμένη. Ένας γάμος σχεδόν του τίποτε. Τέλειωσε γρήγορα με το διαζύγιο χωρίς ν' αφήσει ίχνη. Τώρα στα 35 περιποιόταν τον εαυτό της. Αλλά έμπαινε κιόλας στο κανάλι της απογοήτευσης. Από καιρό δεν την πείραζαν πια.
Της ήρθε κατακέφαλο.
"Καλέ δεν ντρέπεστε" ψιθύρισε κατάπληκτη.
"Συγγνώμην δεν τόχω ξαναπεί".
Στα 45 ο Παντελής μοναχικός οδοιπόρος. Σκληρός στη θάλασσα, μαρκονιστής και μετά πλήρωμα εδάφους στα γραφεία. Ίκανος υπάλληλος για δύσκολες και υπεύθυνες δουλειές. Ντροπαλός και φοβισμένος με τις γυναίκες από νέος.
Ξανάσκυψε το κεφάλι και κοίταζε τη τσάντα με τα γυαλικά. Οι άλλοι επιβάτες δεν κατάλαβαν σχεδόν τίποτε.
Η Ανθή σκέφτηκε να θυμώσει, αλλά ντράπηκε να το τραβήξει. Αυτό το μακρόστενο, λευκό πρόσωπο, μόνο κούραση έδειχνε, αλλά καθόλου προσβολή.
Δεν μίλησαν άλλο. Το τρένο έφτανε στον Ταύρο.
"Με συγχωρείτε θα κατέβω, να πάρω τη τσάντα".
"Προχωρείτε και σας τη δίνω".
Σηκώθηκαν δίπλα στην πόρτα. Σχεδόν ψιθυριστά:
"Για μια εβδομάδα θα περιμένω οκτώ με οκτώμισυ το βράδυ στην πλατφόρμα του Πειραιά. Θα χαρώ να σε ξαναδώ".
Άνοιξε η πόρτα. Πετρωμένη η Ανθή πήρε τη τσάντα κι έφυγε.
Ο Παντελής πίσω στη θέση του.

                   ---

Της φάνηκε τόσο απίστευτο, απίθανο. το σκεφτόταν όλη νύχτα και μέρα. Την τρίτη βραδιά κατέβηκε στον Πειραιά. Το κρύο έτσουζε. Δεν πίστευε στα μάτια της. Αυτός καθόταν στο παγκάκι του σταθμού και κοίταζε μπροστά. Περίμενε. Έφτασε σχεδόν κοντά του, πίσω του. Δεν τόλμησε. Φοβήθηκε και γύρισε πίσω.

            ---

Την έκτη βραδιά κατέβηκε πάλι. Πολύ το κρύο. Τον είδε να κάθεται στο παγκάκι ώρα οκτώ και είκοσι, να βλέπει χαμηλά. Της φάνηκε λυπημένος. Πλησίασε ακόμα περισσότερο, λίγο στο πλάι, από πίσω.
Ήταν λιγάκι μπλεδιασμένος απ' το κρύο εκεί στον απέραντο ανοιχτό σταθμό με πλήθος κόσμο να πηγαίνει, νάρχεται. Το αποφάσισε. Προχώρησε και στάθηκε μπροστά του.
Πέρασε μια στιγμή που είδε τα παπούτσια να σταματούν με κατεύθυνση σ' αυτόν. Άρχισε να σηκώνει αργά το κεφάλι στα πόδια, στο σώμα. Επιτάχυνε στο πρόσωπο. Σηκώθηκε με λιγοστό χαμόγελο και προσμονή στα μάτια. Εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά και δεν τον ξανάφησε ποτέ της πια.