Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καββαδίας Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Ή ΠΩΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ



γράφει ο Νίκος Σουβατζής



       Βρισκόμαστε στο 1992. Μερικούς μήνες πριν έχουν κυκλοφορήσει οι «Γραμμές των 
οριζόντων» του Θάνου Μικρούτσικου, σε ποίηση Νίκου Καββαδία. Εγώ, έφηβος τότε, ακούω στο ραδιόφωνο τον Γουίλλυ με τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ήταν ένα πρωτόγνωρο άκουσμα που αμέσως με μάγεψε. Ήταν μια παλιά ναυτική ιστορία που θα μπορούσαμε να ακούσουμε από έναν ηλικιωμένο ναυτικό. Οι στίχοι με ταξίδευαν νοσταλγικά στο παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα ακούγονταν πολύ σύγχρονοι. Χωρίς να έχω τότε καμία επαφή με την ποίηση, κατάλαβα ενστικτωδώς ότι αυτό που άκουγα ήταν ένα μελοποιημένο ποίημα. Λίγες μέρες μετά περνώντας έξω από ένα δισκοπωλείο είδα τον δίσκο στη βιτρίνα. Στο εξώφυλλο απεικονιζόταν ένα καράβι να πλέει στη θάλασσα. Αμέσως συνδέθηκαν στο μυαλό μου οι στίχοι του Γουίλλυ με την εικόνα του καραβιού. Αγόρασα τις «Γραμμές των οριζόντων», αλλά και τον «Σταυρό του νότου», που ήταν ο πρώτος δίσκος του Μικρούτσικου με μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία. Άκουγα τους δίσκους ξανά και ξανά και ταξίδευα σε εξωτικά νησιά, σε μακρινές θάλασσες, σε πολύβουα λιμάνια, στα μπαρ των ναυτικών, σε παλαιοπωλεία γεμάτα θησαυρούς. Η φαντασία μου ζωντάνευε τους ήρωες των ποιημάτων. Είχα ανακαλύψει έναν καινούργιο κόσμο, χωρίς σύνορα, γεμάτο με συναρπαστικές περιπέτειες. Λίγο καιρό μετά αγόρασα το «Μαραμπού» και ύστερα το «Πούσι» και το «Τραβέρσο». Και έτσι ξεκίνησα να διαβάζω ποίηση.
        Πολύ σύντομα είχα διαβάσει και τις τρεις συλλογές και είχα αρχίσει να μαθαίνω απ' έξω τα αγαπημένα μου ποιήματα. Ενδιαφερόμουν για οτιδήποτε είχε σχέση με την ποίηση του Καββαδία. Για τον Γκόγια, τον Σαγκάλ και άλλους ζωγράφους, για τη ναυτική ορολογία, για τόπους όπως το Τζιμπουτί και το Άντεν. Φανταζόμουν τον εαυτό μου πρωταγωνιστή των έμμετρων ιστοριών που διάβαζα. Οι τροπικές ασθένειες, τα ορμητικά κύματα που κατάπιναν ολόκληρα καράβια, τα ναυάγια, φάνταζαν στο μυαλό μου σαν αμελητέοι κίνδυνοι μπροστά στη γοητεία της ναυτικής ζωής. Τα ιστορικά γεγονότα όπως η σφαγή στο Δίστομο απ' τους ναζί και η δολοφονία του Λόρκα, που παρεμβάλλονταν στις ναυτικές περιπέτειες, αλλά και η τρυφερότητα με την οποία αναφερόταν στη μάνα που περιμένει με αγωνία τα νέα του γιου της, στον σύντροφο στα ταξίδια που έφυγε απ' τη ζωή, σε νεανικούς έρωτες, έκαναν την ποίηση του Καββαδία ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και αγαπητή. Με ταξίδευε, αλλά ταυτόχρονα με προβλημάτιζε και με συγκινούσε. Όλες αυτές οι απίστευτες περιπέτειες είχαν κάτι πολύ ανθρώπινο και οικείο. Αυτός ο άγνωστος κόσμος που αποκαλυπτόταν μπροστά στα μάτια μου, έφερνε στην επιφάνεια πτυχές του εαυτού μου που δεν είχα ανακαλύψει.
        Κάνα δυο χρόνια μετά άρχισα να πολιτικοποιούμαι και να διαβάζω Ρίτσο, Λειβαδίτη, Αναγνωστάκη, Κατσαρό, Χικμέτ, Λόρκα, Μαγιακόφσκι, Μπρεχτ. Στα φοιτητικά μου χρόνια έκανα και τις πρώτες απόπειρες να γράψω ποίηση. Αγαπώ πολλούς ποιητές και πολλές ποιήτριες. Πάντα όμως ο Καββαδίας θα έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, γιατί ήταν αυτός που με μύησε στην ποίηση. Η σχέση μου με την ποίησή του είναι βιωματική. Ξαναδιαβάζω τα ποιήματά του με την ίδια νοσταλγία που ανακαλώ στη μνήμη μου μια φοιτητική εκδρομή. Και κάθε φορά το μυαλό μου ταξιδεύει σε έναν κόσμο μαγικό. 




Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Ή ΠΩΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ



γράφει ο Νίκος Σουβατζής



       Βρισκόμαστε στο 1992. Μερικούς μήνες πριν έχουν κυκλοφορήσει οι «Γραμμές των 
οριζόντων» του Θάνου Μικρούτσικου, σε ποίηση Νίκου Καββαδία. Εγώ, έφηβος τότε, ακούω στο ραδιόφωνο τον Γουίλλυ με τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ήταν ένα πρωτόγνωρο άκουσμα που αμέσως με μάγεψε. Ήταν μια παλιά ναυτική ιστορία που θα μπορούσαμε να ακούσουμε από έναν ηλικιωμένο ναυτικό. Οι στίχοι με ταξίδευαν νοσταλγικά στο παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα ακούγονταν πολύ σύγχρονοι. Χωρίς να έχω τότε καμία επαφή με την ποίηση, κατάλαβα ενστικτωδώς ότι αυτό που άκουγα ήταν ένα μελοποιημένο ποίημα. Λίγες μέρες μετά περνώντας έξω από ένα δισκοπωλείο είδα τον δίσκο στη βιτρίνα. Στο εξώφυλλο απεικονιζόταν ένα καράβι να πλέει στη θάλασσα. Αμέσως συνδέθηκαν στο μυαλό μου οι στίχοι του Γουίλλυ με την εικόνα του καραβιού. Αγόρασα τις «Γραμμές των οριζόντων», αλλά και τον «Σταυρό του νότου», που ήταν ο πρώτος δίσκος του Μικρούτσικου με μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία. Άκουγα τους δίσκους ξανά και ξανά και ταξίδευα σε εξωτικά νησιά, σε μακρινές θάλασσες, σε πολύβουα λιμάνια, στα μπαρ των ναυτικών, σε παλαιοπωλεία γεμάτα θησαυρούς. Η φαντασία μου ζωντάνευε τους ήρωες των ποιημάτων. Είχα ανακαλύψει έναν καινούργιο κόσμο, χωρίς σύνορα, γεμάτο με συναρπαστικές περιπέτειες. Λίγο καιρό μετά αγόρασα το «Μαραμπού» και ύστερα το «Πούσι» και το «Τραβέρσο». Και έτσι ξεκίνησα να διαβάζω ποίηση.
        Πολύ σύντομα είχα διαβάσει και τις τρεις συλλογές και είχα αρχίσει να μαθαίνω απ' έξω τα αγαπημένα μου ποιήματα. Ενδιαφερόμουν για οτιδήποτε είχε σχέση με την ποίηση του Καββαδία. Για τον Γκόγια, τον Σαγκάλ και άλλους ζωγράφους, για τη ναυτική ορολογία, για τόπους όπως το Τζιμπουτί και το Άντεν. Φανταζόμουν τον εαυτό μου πρωταγωνιστή των έμμετρων ιστοριών που διάβαζα. Οι τροπικές ασθένειες, τα ορμητικά κύματα που κατάπιναν ολόκληρα καράβια, τα ναυάγια, φάνταζαν στο μυαλό μου σαν αμελητέοι κίνδυνοι μπροστά στη γοητεία της ναυτικής ζωής. Τα ιστορικά γεγονότα όπως η σφαγή στο Δίστομο απ' τους ναζί και η δολοφονία του Λόρκα, που παρεμβάλλονταν στις ναυτικές περιπέτειες, αλλά και η τρυφερότητα με την οποία αναφερόταν στη μάνα που περιμένει με αγωνία τα νέα του γιου της, στον σύντροφο στα ταξίδια που έφυγε απ' τη ζωή, σε νεανικούς έρωτες, έκαναν την ποίηση του Καββαδία ακόμα πιο ενδιαφέρουσα και αγαπητή. Με ταξίδευε, αλλά ταυτόχρονα με προβλημάτιζε και με συγκινούσε. Όλες αυτές οι απίστευτες περιπέτειες είχαν κάτι πολύ ανθρώπινο και οικείο. Αυτός ο άγνωστος κόσμος που αποκαλυπτόταν μπροστά στα μάτια μου, έφερνε στην επιφάνεια πτυχές του εαυτού μου που δεν είχα ανακαλύψει.
        Κάνα δυο χρόνια μετά άρχισα να πολιτικοποιούμαι και να διαβάζω Ρίτσο, Λειβαδίτη, Αναγνωστάκη, Κατσαρό, Χικμέτ, Λόρκα, Μαγιακόφσκι, Μπρεχτ. Στα φοιτητικά μου χρόνια έκανα και τις πρώτες απόπειρες να γράψω ποίηση. Αγαπώ πολλούς ποιητές και πολλές ποιήτριες. Πάντα όμως ο Καββαδίας θα έχει μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, γιατί ήταν αυτός που με μύησε στην ποίηση. Η σχέση μου με την ποίησή του είναι βιωματική. Ξαναδιαβάζω τα ποιήματά του με την ίδια νοσταλγία που ανακαλώ στη μνήμη μου μια φοιτητική εκδρομή. Και κάθε φορά το μυαλό μου ταξιδεύει σε έναν κόσμο μαγικό. 




Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Το ποίημα, που ακολουθεί, πολλοί το γνωρίζουν στην μελοποιημένη μορφή του, δηλαδή με κομμένες στροφές. Εδώ παρατίθεται ολόκληρο. 

Γυναίκα 

Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα*.

Ινδικός Ωκεανός 1951 

*Από ναυτική οικογένεια του Φισκάρδου κατάγεται ο Καββαδίας. Δυο θείοι του χάθηκαν στη θάλασσα. Ο πατέρας του, στις αρχές του αιώνα, εργαζόταν στην Κίνα ως τροφοδότης του ρώσου Κουρουπάτκιν. Ο ποιητής, που γεννήθηκε στο Χαρμπίν, θεωρούσε την Κίνα δεύτερη πατρίδα του, μ' όλο που την έζησε μόνο οχτώ χρόνια. Στα 1918 η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα, όπου ο πατέρας εργαζόταν ως τροφοδότης στον "Πολικό". Έντεκα ετών πήρε το Νίκο σ' ένα ταξίδι στη Μεσόγειο. Κι από τότε, είπε ο ποιητής "η θάλασσα μπήκε στο αίμα μου". 18 ετών μπαρκάρησε ναύτης για το Μπρίντεζι. Δέκα χρόνια έκανε ναύτης και 37 ασυρματιστής. 

ΠΗΓΕΣ: Στηθάγχη, Ανθολογία Μιχαήλ Περάνθη



ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Το ποίημα, που ακολουθεί, πολλοί το γνωρίζουν στην μελοποιημένη μορφή του, δηλαδή με κομμένες στροφές. Εδώ παρατίθεται ολόκληρο. 

Γυναίκα 

Στον Αντώνη Μωραΐτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούντζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά, σε μια σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες.
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στου Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα*.

Ινδικός Ωκεανός 1951 

*Από ναυτική οικογένεια του Φισκάρδου κατάγεται ο Καββαδίας. Δυο θείοι του χάθηκαν στη θάλασσα. Ο πατέρας του, στις αρχές του αιώνα, εργαζόταν στην Κίνα ως τροφοδότης του ρώσου Κουρουπάτκιν. Ο ποιητής, που γεννήθηκε στο Χαρμπίν, θεωρούσε την Κίνα δεύτερη πατρίδα του, μ' όλο που την έζησε μόνο οχτώ χρόνια. Στα 1918 η οικογένεια ήρθε στην Ελλάδα, όπου ο πατέρας εργαζόταν ως τροφοδότης στον "Πολικό". Έντεκα ετών πήρε το Νίκο σ' ένα ταξίδι στη Μεσόγειο. Κι από τότε, είπε ο ποιητής "η θάλασσα μπήκε στο αίμα μου". 18 ετών μπαρκάρησε ναύτης για το Μπρίντεζι. Δέκα χρόνια έκανε ναύτης και 37 ασυρματιστής. 

ΠΗΓΕΣ: Στηθάγχη, Ανθολογία Μιχαήλ Περάνθη