Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

       Ο Γιώργος Σεφέρης, στα 1971 έγραψε ένα ποίημα ενάντια στη Χούντα των Συνταγματαρχών. Πρόκειται για το τελευταίο του ποίημα, που απέχει από το γνώριμο στυλ του και προς το τέλος του θυμίζει Καβάφη. Παραθέτουμε το ποίημα και μια ανάλυση από τον Κωνσταντίνο Μάντη: 

        

Γιώργος Σεφέρης «Επί ασπαλάθων ...»


Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...

Γαλήνη.
- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·
τ' όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

31 του Μάρτη 1971

Το ποίημα «Επί ασπαλάθων...» είναι το τελευταίο που συνέθεσε ο Γιώργος Σεφέρης και αποτελεί μια καταγγελία κατά της δικτατορίας και -πολύ περισσότερο- ένα πρόκριμα για τη βίαιη τιμωρία που θα έπρεπε να αποδοθεί στους μυσαρούς δικτάτορες. Το καθεστώς ανελευθερίας, που διένυε την πέμπτη του χρονιά, προκαλούσε έντονη δυσαρέσκεια στον ποιητή, ο οποίος μέσα από έναν τυχαίο συνειρμό φέρνει στο νου του την τιμωρία που είχε επιβληθεί στον Αρδιαίο -έναν αδελφοκτόνο και πατροκτόνο τύραννο της Παμφυλίας- όπως αυτή καταγράφεται στην Πολιτεία του Πλάτωνα.

Αναλυτικότερα:

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.

Την ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα που οι δικτάτορες συνήθιζαν να διενεργούν μεγαλειώδεις παρελάσεις, ο ποιητής επιλέγει να επισκεφτεί το Σούνιο, ώστε να αποφύγει όλο το προπαγανδιστικό κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα.
Η αναφορά στην ημέρα του Ευαγγελισμού λειτουργεί μέσα στο ποίημα, όχι μόνο ως χρονικός προσδιορισμός, αλλά και ως έμμεση υπενθύμιση της ιδιαίτερης σημασίας που έχει η συγκεκριμένη ημέρα για τους Έλληνες. Ημέρα εορτασμού της ελληνικής επανάστασης και παράλληλα σημαντική και ελπιδοφόρα ημέρα για το χριστιανισμό. Οι συσχετισμοί που δημιουργούνται στο μυαλό του αναγνώστη -επαναστατική διάθεση και προσμονή χαρμόσυνης είδησης- υπηρετούν άριστα το μήνυμα που επιχειρεί να μεταδώσει ο ποιητής.
Ο τρόπος, άλλωστε, με τον οποίο συντάσσει το δεύτερο στίχο «πάλι με την άνοιξη» παρόλο που σ’ ένα πρώτο επίπεδο συμπληρώνει και αιτιολογεί την αναφορά του πρώτου στίχου «Ήταν ωραίο το Σούνιο», σε δεύτερη ανάγνωση μας φέρνει στο νου τη λαϊκή ρήση «πάλι με χρόνια, με καιρούς...» και λειτουργεί ως μήνυμα αισιοδοξίας, ενώ παράλληλα η αναφορά στην άνοιξη μας παραπέμπει στην αναγέννηση, στο ξύπνημα της φύσης και στην ελπίδα αλλαγής.

Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.

Η περιγραφή της φύσης του Σουνίου εμπεριέχει και τη σημαντική αναφορά στους ασπάλαθους που αποτελούν το ερέθισμα για τη μνήμη του ποιητή. Πάνω στα μεγάλα βελόνια των ασπάλαθων καταξέσκισαν τον τύραννο Αρδιαίο, πάνω σ’ αυτά θα μπορούσαν να σύρουν και τους σημερινούς τύραννους, είναι η σκέψη που κάνει ο ποιητής.
Ο χώρος του Σουνίου έχει λιγοστά πράσινα φύλλα, αφενός γιατί είμαστε ακόμη στην αρχή της άνοιξης κι αφετέρου γιατί η βλάστηση στην περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα πυκνή. Οι πέτρες -το κυρίαρχο στοιχείο του τοπίου- μετά από τις βροχές του χειμώνα μοιάζουν «σκουριασμένες», μια μεταφορική χρήση του επιθέτου για να αποδώσει τη δυσχρωμία των πολυκαιρισμένων πετρωμάτων της περιοχής.

Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...

Οι κολόνες του ναού του Ποσειδώνα θυμίζουν στον ποιητή τις χορδές μιας άρπας που αντηχεί ακόμη, φέρνοντας μνήμες από εποχές μεγαλείου και αγωνιστικής διάθεσης. Ο ναός, που στα χρόνια της αρχαιότητας ήταν καλά οχυρωμένος, βρισκόταν σ’ ένα σημείο με ιδιαίτερη στρατηγική αξία για τους Αθηναίους, καθώς μπορούσαν από εκεί να ελέγχουν την είσοδο στο Σαρωνικό κόλπο.
Οι κολόνες που έχουν απομείνει σήμερα μπορεί να μην αποκαλύπτουν πλήρως την αλλοτινή ομορφιά του ναού, μας θυμίζουν όμως πάντοτε τις ένδοξες στιγμές που γνώρισε ο λαός μας, αλλά και τους σημαντικούς αγώνες που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει κατά καιρούς.

Γαλήνη.

Ο μονολεκτικός στίχος που εισάγει τη δεύτερη στροφή του ποιήματος έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς δημιουργεί μια έντονη αντίθεση σε σχέση τόσο με τη συναισθηματική κατάσταση του ποιητή όσο και με τη γενικότερη κατάσταση που κυριαρχεί στη χώρα. Ο Σεφέρης είναι οργισμένος -στοιχείο που σπάνια εκφράζεται με τόση ένταση στην ποίησή του- και στους επόμενους στίχους θα καταγράψει τις εικόνες της φρικιαστικής τιμωρίας που αντλεί από τον Πλάτωνα και τις θεωρεί απολύτως αρμόζουσες και για τους δικτάτορες της εποχής του.
Η γαλήνη, η ηρεμία που κυριαρχεί στο Σούνιο, επιτρέπει στη σκέψη του ποιητή να περιπλανηθεί στο παρελθόν και να ανασύρει τη μνήμη του πλατωνικού χωρίου.
Η γαλήνη αυτή, βέβαια, μας παραπέμπει στην ησυχία που επικρατεί λίγο προτού ξεσπάσει η μπόρα, καθώς αμέσως μετά πρόκειται να δοθεί με ιδιαίτερη παραστατικότητα η οργή που αισθάνεται ο ποιητής. Η αίσθηση της γαλήνη, επομένως, λειτουργεί ως το μέσο για τη μετάβαση από το σήμερα στο παρελθόν, από την ομορφιά και ηρεμία του τοπίου στην σκληρότητα της τιμωρίας που επιβλήθηκε στον Αρδιαίο.

- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια·
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.

Η αναφορά στους ασπάλαθους δημιουργεί στη σκέψη του ποιητή τον συνειρμό πάνω στον οποίο δομείται όλο το ποίημα. Το γεγονός ότι η ονομασία του θάμνου αυτού δεν άλλαξε από την αρχαιότητα έως σήμερα, επιτρέπει στον ποιητή να θυμηθεί ένα χωρίο από την Πολιτεία του Πλάτωνα, το οποίο ξαφνικά φαντάξει εξαιρετικά επίκαιρο.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Η τιμωρία που επιβλήθηκε στον τύραννο Αρδιαίο, μοιάζει να είναι ιδανική και για τους ανθρώπους που τόλμησαν να στερήσουν την ελευθερία των Ελλήνων και με σκληρότητα και διώξεις τους εμποδίζουν από κάθε αντίδραση. Η πολύχρονη, πλέον, δικτατορία έχει σωρεύσει στην ψυχή του ποιητή, αλλά και των Ελλήνων εν γένει, μια οργή που το ξέσπασμά της θα είναι δυσεπίσχετο. Ο ποιητής παραθέτει το χωρίο του Πλάτωνα με την ελπίδα πως σύντομα οι δικτάτορες θα τύχουν ανάλογης τιμωρίας, ώστε να αντιληφθούν πόσο επώδυνη είναι για τους ανθρώπους αυτή η κατάσταση ανελευθερίας και περιορισμού.
Η εικόνα του τυράννου που γδέρνεται ζωντανός και κατόπιν ξεσκίζεται πάνω στα αγκάθια των ασπάλαθων, είναι εξαιρετικά βίαιη και αποκαλύπτει την ένταση της οργής που αισθάνεται ο ποιητής.
Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε αυτό το ποίημα, ο Σεφέρης, πλάι στα στοιχεία που αποτελούν βασικά γνωρίσματα της τεχνικής του, όπως είναι οι αναφορές στην αρχαιότητα και σε αρχαιοελληνικούς μύθους, εμφανίζει μια συναισθηματική φόρτιση πρωτόφαντη.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.
Η δίστιχη στροφή που κλείνει το ποίημα έρχεται ως προειδοποίηση ή ως υπενθύμιση προς τους δικτάτορες, πως έτσι πλήρωσε τα κρίματά του ο Αρδιαίος, έτσι όπως θα πρέπει να τα πληρώσετε κι εσείς. Το επιλογικό αυτό μήνυμα του ποιήματος εκφράζει την ελπίδα του ποιητή πως η δικαιοσύνη θα κυριαρχήσει και οι πανάθλιοι και μυσαροί Τύραννοι θα τιμωρηθούν, όπως τιμωρήθηκε και ο Αρδιαίος.

[Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23-9-71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, ανάμεσα σε άλλες ανόσιες πράξεις είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του. Γι’ αυτό και η τιμωρία του, καθώς και άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Όταν εξέτισαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμάζονταν να βγουν στο φως, το στόμιο δεν τους δεχόταν αλλά έβγαζε ένα μουγκρητό. «Την ίδια ώρα άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρίσκονταν εκεί και ήξεραν τι σημαίνει αυτό το μουγκρητό, τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στ’ ασπαλάθια και σε όλους όσοι περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616)] 


Read more: http://latistor.blogspot.com/2011/05/blog-post_29.html#ixzz3J92RYzOo



ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΧΟΥΝΤΑ

       Ο Γιώργος Σεφέρης, στα 1971 έγραψε ένα ποίημα ενάντια στη Χούντα των Συνταγματαρχών. Πρόκειται για το τελευταίο του ποίημα, που απέχει από το γνώριμο στυλ του και προς το τέλος του θυμίζει Καβάφη. Παραθέτουμε το ποίημα και μια ανάλυση από τον Κωνσταντίνο Μάντη: 

        

Γιώργος Σεφέρης «Επί ασπαλάθων ...»


Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...

Γαλήνη.
- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ' αυλάκια·
τ' όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

31 του Μάρτη 1971

Το ποίημα «Επί ασπαλάθων...» είναι το τελευταίο που συνέθεσε ο Γιώργος Σεφέρης και αποτελεί μια καταγγελία κατά της δικτατορίας και -πολύ περισσότερο- ένα πρόκριμα για τη βίαιη τιμωρία που θα έπρεπε να αποδοθεί στους μυσαρούς δικτάτορες. Το καθεστώς ανελευθερίας, που διένυε την πέμπτη του χρονιά, προκαλούσε έντονη δυσαρέσκεια στον ποιητή, ο οποίος μέσα από έναν τυχαίο συνειρμό φέρνει στο νου του την τιμωρία που είχε επιβληθεί στον Αρδιαίο -έναν αδελφοκτόνο και πατροκτόνο τύραννο της Παμφυλίας- όπως αυτή καταγράφεται στην Πολιτεία του Πλάτωνα.

Αναλυτικότερα:

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη.

Την ημέρα του Ευαγγελισμού, ημέρα που οι δικτάτορες συνήθιζαν να διενεργούν μεγαλειώδεις παρελάσεις, ο ποιητής επιλέγει να επισκεφτεί το Σούνιο, ώστε να αποφύγει όλο το προπαγανδιστικό κλίμα που επικρατούσε στην Αθήνα.
Η αναφορά στην ημέρα του Ευαγγελισμού λειτουργεί μέσα στο ποίημα, όχι μόνο ως χρονικός προσδιορισμός, αλλά και ως έμμεση υπενθύμιση της ιδιαίτερης σημασίας που έχει η συγκεκριμένη ημέρα για τους Έλληνες. Ημέρα εορτασμού της ελληνικής επανάστασης και παράλληλα σημαντική και ελπιδοφόρα ημέρα για το χριστιανισμό. Οι συσχετισμοί που δημιουργούνται στο μυαλό του αναγνώστη -επαναστατική διάθεση και προσμονή χαρμόσυνης είδησης- υπηρετούν άριστα το μήνυμα που επιχειρεί να μεταδώσει ο ποιητής.
Ο τρόπος, άλλωστε, με τον οποίο συντάσσει το δεύτερο στίχο «πάλι με την άνοιξη» παρόλο που σ’ ένα πρώτο επίπεδο συμπληρώνει και αιτιολογεί την αναφορά του πρώτου στίχου «Ήταν ωραίο το Σούνιο», σε δεύτερη ανάγνωση μας φέρνει στο νου τη λαϊκή ρήση «πάλι με χρόνια, με καιρούς...» και λειτουργεί ως μήνυμα αισιοδοξίας, ενώ παράλληλα η αναφορά στην άνοιξη μας παραπέμπει στην αναγέννηση, στο ξύπνημα της φύσης και στην ελπίδα αλλαγής.

Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.

Η περιγραφή της φύσης του Σουνίου εμπεριέχει και τη σημαντική αναφορά στους ασπάλαθους που αποτελούν το ερέθισμα για τη μνήμη του ποιητή. Πάνω στα μεγάλα βελόνια των ασπάλαθων καταξέσκισαν τον τύραννο Αρδιαίο, πάνω σ’ αυτά θα μπορούσαν να σύρουν και τους σημερινούς τύραννους, είναι η σκέψη που κάνει ο ποιητής.
Ο χώρος του Σουνίου έχει λιγοστά πράσινα φύλλα, αφενός γιατί είμαστε ακόμη στην αρχή της άνοιξης κι αφετέρου γιατί η βλάστηση στην περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα πυκνή. Οι πέτρες -το κυρίαρχο στοιχείο του τοπίου- μετά από τις βροχές του χειμώνα μοιάζουν «σκουριασμένες», μια μεταφορική χρήση του επιθέτου για να αποδώσει τη δυσχρωμία των πολυκαιρισμένων πετρωμάτων της περιοχής.

Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη ...

Οι κολόνες του ναού του Ποσειδώνα θυμίζουν στον ποιητή τις χορδές μιας άρπας που αντηχεί ακόμη, φέρνοντας μνήμες από εποχές μεγαλείου και αγωνιστικής διάθεσης. Ο ναός, που στα χρόνια της αρχαιότητας ήταν καλά οχυρωμένος, βρισκόταν σ’ ένα σημείο με ιδιαίτερη στρατηγική αξία για τους Αθηναίους, καθώς μπορούσαν από εκεί να ελέγχουν την είσοδο στο Σαρωνικό κόλπο.
Οι κολόνες που έχουν απομείνει σήμερα μπορεί να μην αποκαλύπτουν πλήρως την αλλοτινή ομορφιά του ναού, μας θυμίζουν όμως πάντοτε τις ένδοξες στιγμές που γνώρισε ο λαός μας, αλλά και τους σημαντικούς αγώνες που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει κατά καιρούς.

Γαλήνη.

Ο μονολεκτικός στίχος που εισάγει τη δεύτερη στροφή του ποιήματος έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς δημιουργεί μια έντονη αντίθεση σε σχέση τόσο με τη συναισθηματική κατάσταση του ποιητή όσο και με τη γενικότερη κατάσταση που κυριαρχεί στη χώρα. Ο Σεφέρης είναι οργισμένος -στοιχείο που σπάνια εκφράζεται με τόση ένταση στην ποίησή του- και στους επόμενους στίχους θα καταγράψει τις εικόνες της φρικιαστικής τιμωρίας που αντλεί από τον Πλάτωνα και τις θεωρεί απολύτως αρμόζουσες και για τους δικτάτορες της εποχής του.
Η γαλήνη, η ηρεμία που κυριαρχεί στο Σούνιο, επιτρέπει στη σκέψη του ποιητή να περιπλανηθεί στο παρελθόν και να ανασύρει τη μνήμη του πλατωνικού χωρίου.
Η γαλήνη αυτή, βέβαια, μας παραπέμπει στην ησυχία που επικρατεί λίγο προτού ξεσπάσει η μπόρα, καθώς αμέσως μετά πρόκειται να δοθεί με ιδιαίτερη παραστατικότητα η οργή που αισθάνεται ο ποιητής. Η αίσθηση της γαλήνη, επομένως, λειτουργεί ως το μέσο για τη μετάβαση από το σήμερα στο παρελθόν, από την ομορφιά και ηρεμία του τοπίου στην σκληρότητα της τιμωρίας που επιβλήθηκε στον Αρδιαίο.

- Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια·
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.

Η αναφορά στους ασπάλαθους δημιουργεί στη σκέψη του ποιητή τον συνειρμό πάνω στον οποίο δομείται όλο το ποίημα. Το γεγονός ότι η ονομασία του θάμνου αυτού δεν άλλαξε από την αρχαιότητα έως σήμερα, επιτρέπει στον ποιητή να θυμηθεί ένα χωρίο από την Πολιτεία του Πλάτωνα, το οποίο ξαφνικά φαντάξει εξαιρετικά επίκαιρο.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

Η τιμωρία που επιβλήθηκε στον τύραννο Αρδιαίο, μοιάζει να είναι ιδανική και για τους ανθρώπους που τόλμησαν να στερήσουν την ελευθερία των Ελλήνων και με σκληρότητα και διώξεις τους εμποδίζουν από κάθε αντίδραση. Η πολύχρονη, πλέον, δικτατορία έχει σωρεύσει στην ψυχή του ποιητή, αλλά και των Ελλήνων εν γένει, μια οργή που το ξέσπασμά της θα είναι δυσεπίσχετο. Ο ποιητής παραθέτει το χωρίο του Πλάτωνα με την ελπίδα πως σύντομα οι δικτάτορες θα τύχουν ανάλογης τιμωρίας, ώστε να αντιληφθούν πόσο επώδυνη είναι για τους ανθρώπους αυτή η κατάσταση ανελευθερίας και περιορισμού.
Η εικόνα του τυράννου που γδέρνεται ζωντανός και κατόπιν ξεσκίζεται πάνω στα αγκάθια των ασπάλαθων, είναι εξαιρετικά βίαιη και αποκαλύπτει την ένταση της οργής που αισθάνεται ο ποιητής.
Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε αυτό το ποίημα, ο Σεφέρης, πλάι στα στοιχεία που αποτελούν βασικά γνωρίσματα της τεχνικής του, όπως είναι οι αναφορές στην αρχαιότητα και σε αρχαιοελληνικούς μύθους, εμφανίζει μια συναισθηματική φόρτιση πρωτόφαντη.

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.
Η δίστιχη στροφή που κλείνει το ποίημα έρχεται ως προειδοποίηση ή ως υπενθύμιση προς τους δικτάτορες, πως έτσι πλήρωσε τα κρίματά του ο Αρδιαίος, έτσι όπως θα πρέπει να τα πληρώσετε κι εσείς. Το επιλογικό αυτό μήνυμα του ποιήματος εκφράζει την ελπίδα του ποιητή πως η δικαιοσύνη θα κυριαρχήσει και οι πανάθλιοι και μυσαροί Τύραννοι θα τιμωρηθούν, όπως τιμωρήθηκε και ο Αρδιαίος.

[Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23-9-71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, ανάμεσα σε άλλες ανόσιες πράξεις είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του. Γι’ αυτό και η τιμωρία του, καθώς και άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Όταν εξέτισαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμάζονταν να βγουν στο φως, το στόμιο δεν τους δεχόταν αλλά έβγαζε ένα μουγκρητό. «Την ίδια ώρα άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρίσκονταν εκεί και ήξεραν τι σημαίνει αυτό το μουγκρητό, τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στ’ ασπαλάθια και σε όλους όσοι περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616)] 


Read more: http://latistor.blogspot.com/2011/05/blog-post_29.html#ixzz3J92RYzOo



Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

     Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" έκλεισε δύο χρόνια ζωής. Στη δεύτερη χρονιά αναρτήθηκαν:  
     Α. Ποιητικά αφιερώματα στους: Φώτη Αγγουλέ, Θανάση Φωτιάδη, Κώστα Γαρίδη και Γιάννη Νεγρεπόντη. 
     Β. Άγνωστα ή λιγότερο γνωστά ποιήματα από τους: Κατερίνα Γώγου, Κωνσταντίνο Καβάφη, Νίκο Καββαδία και Κώστα Βάρναλη. 
     Γ. 3 ποιήματα του Κώστα Κοβάνη. 
     Δ. 2 ποιήματα του Τάσου Πορφύρη. 
     Ε. Ένα ποίημα του Αζίζ Νεσίν. 
     ΣΤ. Διηγήματα από τους: Νίκο Τσιφόρο, Παύλο Νιρβάνα και Δημήτρη Λιβιεράτο.       
     Ζ. Ένα δημοτικό τραγούδι για την κακιά μάνα. 
     Η. Ένα δοκίμιο για την ποίηση από τον Αντώνη Θ. Παπαδόπουλο.   

     Παρά την αποχή για μερικούς μήνες από τις αναρτήσεις λόγω διάφορων απροόπτων και περιορισμένου χρόνου οι προβολές της σελίδας διπλασιάστηκαν και ξεπέρασαν τις 10.000. Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" επιστρέφει ανανεωμένο με καινούργιες αναρτήσεις. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση. 


ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

     Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" έκλεισε δύο χρόνια ζωής. Στη δεύτερη χρονιά αναρτήθηκαν:  
     Α. Ποιητικά αφιερώματα στους: Φώτη Αγγουλέ, Θανάση Φωτιάδη, Κώστα Γαρίδη και Γιάννη Νεγρεπόντη. 
     Β. Άγνωστα ή λιγότερο γνωστά ποιήματα από τους: Κατερίνα Γώγου, Κωνσταντίνο Καβάφη, Νίκο Καββαδία και Κώστα Βάρναλη. 
     Γ. 3 ποιήματα του Κώστα Κοβάνη. 
     Δ. 2 ποιήματα του Τάσου Πορφύρη. 
     Ε. Ένα ποίημα του Αζίζ Νεσίν. 
     ΣΤ. Διηγήματα από τους: Νίκο Τσιφόρο, Παύλο Νιρβάνα και Δημήτρη Λιβιεράτο.       
     Ζ. Ένα δημοτικό τραγούδι για την κακιά μάνα. 
     Η. Ένα δοκίμιο για την ποίηση από τον Αντώνη Θ. Παπαδόπουλο.   

     Παρά την αποχή για μερικούς μήνες από τις αναρτήσεις λόγω διάφορων απροόπτων και περιορισμένου χρόνου οι προβολές της σελίδας διπλασιάστηκαν και ξεπέρασαν τις 10.000. Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" επιστρέφει ανανεωμένο με καινούργιες αναρτήσεις. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση. 


Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΦΟΡΟΥ

Το συμβούλιον της εταιρίας... 

      Επί τω αγγέλματι του αδοκήτου θανάτου του αντιπροέδρου της Εταιρίας Παστουρμά Αγκύρας, αποφασίζει: 
      Πρώτον. Να αναρτηθεί μεσίστιος η σημαία της Εταιρίας ( η σημαία παριστά μίαν κάμηλον με δύο καμπούρες. Ασιατικήν). 
      Δεύτερον. Να αργήσωσι τα γραφεία της Εταιρίας κατά 5΄την ημέραν της κηδείας. Επειδή όμως το προσωπικόν, υπάλληλοι και εργάται, είναι αδύνατον να συνέλθει από την λύπην του επί τω αδοκήτω κλπ. να αργήσουν και την επομένην. 
      ( Ευτυχώς δεν πέφτει Κυριακή ). 
      Τρίτον. Να παρακολουθήσωσι την κηδείαν άπαντα τα μέλη του συμβουλίου, εκτός των πασχόντων από γρίπην. ( Από γρίπη πήγε και ο μακαρίτης ). 
      Τέταρτον. Να αποσταλώσι συλλυπητήρια γράμματα εις την οικογένειά του. ( Τα γράμματα θα μείνουν καμιά βδομάδα πάνω στον μπουφέ και κάποιος θα πει: "Τα χρειαζόμαστε αυτά; Ε, Πέτα τα στα σκουπίδια" ). 
       Πέμπτον. Αντί στεφάνου να κατατεθώσι δραχμαί είκοσι χιλιάδες, όχι, δέκα πέντε χιλιάδες, όχι δέκα χιλιάδες. Όχι. "Βάλε ένα πεντάρι", υπέρ του Ασύλου Ανιάτων. 
       Στις κηδείες δεν κάνουμε τίποτ' άλλο. 
       Υπάρχουν όμως υπογραφές. Ο Πρόεδρος Αντσούγας Αλμυρός. Ο γραμματεύς Μπεκρής Μεζές.
       Μια θλίψη δευτέρας ποιότητος, έχει πέσει σε όλα τα γραφεία, οι δακτυλογράφοι κάνουνε σχέδια. 
      -Απόψε θα πάμε στην Ντισκοτέκ. 
      -Δεν θα 'ρθεις το πρωί στην κηδεία; 
      -Βεβαίως. Να με δούνε, δηλαδή, μια στιγμή και την κοπανάω. 
      Ύστερα, στενάζουνε, τρεις-τρεις, τέσσερις-τέσσερις, μαζί. 
     -Ήτανε τραγικό. 
    Ο μεταστάς, τα 'χε πάντοτε καλά με τις δακτυλογράφους. 
    Λένε μάλιστα... δεν επιτρέπεται να κουτσομπολεύουμαι τους μεταστάντας. 
    Πάντως έπινε. 
    Και έτρωγε. 
    Όλοι οι αντιπρόεδροι τρώνε και πίνουνε. 
    Τα εργοστάσια καπνίζανε με χοντρές σιδερένιες τσιμινιέρες. 
    Κάμποσοι εργάτες ζητούσαν αύξηση. 
    Πότε-πότε, το Πάσχα, πάντοτε με εισήγηση του μακαρίτη, δίνανε στους εργάτες από ένα αρνί και πενήντα αυγά. 
    Αυτή ήταν μια εξαιρετική χειρονομία. 
    Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει φέτος το Πάσχα. 
    Η κυρία του μεταστάντος, ήταν διπλά στενοχωρημένη. 
    Δεν είχε προλάβει να βάψει τα μαλλιά της και τώρα φαινόντουσαν από μέσα οι ρίζες κάτασπρες.     Τα απέξω ήτανε καλά. 
    Αλλά οι ρίζες; 
    Δεν γίνεται να τα βάψει ούτε τη νύχτα γιατί ο μεταστάς είχε τρεις αδερφές που κουτσομπολεύανε αιωνίως. 
    Σε σημείο μάλιστα που η κυρία και οι αδερφές είχαν κάπως ψυχρανθεί. Λέγανε δηλαδή "τον κακό της τον καιρό" "η βρώμα" "μας τον απόκοψε τον αδερφό μας, τόσο καλό παιδί". 
    Η κυρία τις περιφρονούσε. 
    Ήξερε όμως ότι ο άντρας της τις ευνοούσε οικονομικά και κρυφά. Πλήρωνε το νοίκι της μεγάλης, τα δίδακτρα του γιου της μεσαίας και έδινε μετρητά στην μικρή. 
    Η σημαία κρεμάστηκε μεσίστια. 
    Όλο το Συμβούλιο είχε ντυθεί στα μαύρα λες και το ζωγράφισες με σινική μελάνη. 
    Λέγανε. 
   -Ο καημένος! 
   Ή 
   -Ποιος το περίμενε! 
   - Εμ δεν φυλαγότανε κιόλας. 
   - Κι έπινε. 
   - Ούζο. 
   Μετά οι σύμβουλοι, χτυπούσαν ο ένας την πλάτη του άλλου, έτσι όπως γίνεται όταν σε πιάνει ο βήχας. 
   Και σκεφτόντουσαν. 
   -Και στα δικά σου. 
   Αλλά, με τόσο θλιβερό ύφος που κανείς δεν το υποψιαζότανε. 
   Τώρα, κάποιος από αυτούς θα γινότανε αντιπρόεδρος. 
   Ο Πρόεδρος ήταν κατά βάθος ευχαριστημένος. 
   Και τούτο, διότι, ιεραρχικώς, έπρεπε αυτόν να χτυπήσει πρώτον η γρίπη. 
   Τώρα την σκαπουλάρησε και κοίταζε τους συμβούλους, ποιος δεν στεκόταν καλά στα πόδια του να πάρει την θέση του μεταστάντος. 
   Στέλνανε και στεφάνια. 
   "Στον αγαπητόν..." 
   "... Στον αλησμόνητον και αναντικατάστατον...". 
   " Η οικογένεια Φερφελέ. Εν παρενθέσει Ιωάννη και Άννα". 
   Η ημέρα ήταν βροχερή. 
   Μια από κείνες τις μέρες που λες ότι κάνουν λάτρα στον ουρανό, οι άγγελοι της υπηρεσίας. 
   Προς το μέρος του Υμηττού είχαν μαζευτεί πολλά σύννεφα, πράγμα που σημαίνει βροχή διαρκείας. 
   Ρωτούσαν: 
   -Ποιος θα βγάλει λόγο; 
   -Ο σύμβουλος Σκληρό Τσεκούρι. 
   -Θα βγάλουν και άλλοι. 
   -Ω... 
   Αυτό το "ω" σήμαινε "ταλαιπωρία που έχουμε να τραβήξουμε" χώρια που ο Σκληρός Τσεκούρης έλεγε πάντα αηδίες και ήταν και αγράμματος. 
   Όσοι είχαν αυτοκίνητα ερχόντουσαν με τα δικά τους. 
   Όσοι δεν είχαν κοίταζαν να χωθούν σε κείνους που είχαν. 
   Εν ανάγκη παίρνανε και ταξί. 
   Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γελοιοποίησις για έναν μεταστάντα να του κουβαλιώνται με ταξί. 
   Την χήρα, υπεβάσταζε ο ίδιος ο Πρόεδρος, από το δεξί μέρος. 
   Από τ' αριστερό ο Ταμίας. 
   Για μια στιγμή ο Ταμίας είπε στον Πρόεδρο σιγά: 
   -Πώς θα το κανονίσουμε κείνο το χρέος του; 
   Ο Πρόεδρος δάγκωσε τα χείλη και έδειξε την χήρα. 
   Η χήρα έκανε ότι δεν άκουσε. 
   Ποτέ δεν άκουγε όταν επρόκειτο περί χρεών. 
   Ακολουθούσε μια συρμαγιά, από συγγενείς, εκείνους τους συγγενείς που μοιάζουνε με κοπρόσκυλα που περιμένουνε έξω από τα σφαγεία. 
   Όλοι ήταν δήθεν καταλυπημένοι. 
   Ο μόνος χαρούμενος πρέπει να ήταν ο μεταστάς, αλλά δεν το έδειχνε. 
   Στο καφενείο ετοιμάζανε καρέκλες, πλένανε καθαρά τα φλιτζάνια, γιατί στις κηδείες πρώτης κατηγορίας τα φλυτζάνια πλένονται στ' αλήθεια. 
   Είχανε και πανεράκια με παξιμαδάκια. 
   Μερικοί υπάλληλοι δεν χωρούσαν μέσα στην εκκλησία. 
   Περιμένανε στο καφενείο. 
   Και είχανε ταράξει τα παξιμαδάκια. 
   Μέχρι που τα γκαρσόνια βάλανε τις φωνές. 
   -Για κολατσό ήρθατε εδώ; 
   Οι υπάλληλοι καταντραπήκανε, βγήκανε έξω, κουβεντιάζανε ο ένας με τον άλλον, πολύ θλιμμένοι και κάποιος είπε: 
   -Κατρουλόκαιρος. 
   -Κλαίει και ο ουρανός, έκανε λυγμικά μια δεσποινίς που ζώντος του μεταστάντος είχε φάει μαζί του δυο-τρεις φορές φρέσκα ψάρια στον Σκαραμαγκά. 
   Υπήρχαν και παιδιά. 
   Αλλά ο μεγάλος σπούδαζε στην Βοστώνη και η μικρή στο Βεβέ της Ελβετίας. 
   Ήταν αδύνατο να βρουν θέση στο αεροπλάνο. 
   Λοιπόν, τηλεγραφήσανε την θλίψη τους: 
   "Καημένε μπαμπά!" 
   Ο καημένος μπαμπάς, κατήγετο από την Ανατολή. Έπινε ντούζικο και εκτιμούσε πολύ τα φουντούκια και τα καλοφτιαγμένα πόδια των κοριτσιών. 
   Σκεφτόταν να ανοίξει και κατάστημα για χαλιά. 
   Μηχανοποίητα. Έχουν περισσότερη πέραση από τα χειροποίητα και γίνονται τώρα τελευταία σε ό,τι σχέδιο θέλεις. 
   Άλλωστε εκείνοι που πατούν σε χαλιά δεν σκύβουνε να εξετάσουν τι πατάνε. 
   Λένε μόνο: 
   -Σπιταρώνα. Όλο χαλιά. 
   Μέσα στην εκκλησία, εκείνος που λέγαμε έβγαζε λόγο. Του τον είχε γράψει ένας ανηψιός του, τελειόφοιτος της Νομικής, που είχε ειδικότητα στο Κληρονομικό Δίκαιο. Όμως αυτός που έβγαζε τον λόγο, πρώτον δεν μπορούσε να διαβάσει καλά ( πρεσβυωπία ), αλλά δεν φορούσε γυαλιά με κανένα τρόπο και δεύτερον δεν ήξερε και γράμματα. 
   Πάντως, εθαυμάσθη δεόντως γιατί σ' αυτές τις περιπτώσεις, εκείνοι που ακούνε δεν προσέχουν τι ακούνε, αλλά λογαριάζουν πότε επιτέλους θα τελειώσει αυτός ο φλύαρος. 
   Στην πόρτα στηθήκανε κατά σειρά η χήρα, οι τρεις αδερφές με τους συζύγους των, μένανε δύο θέσεις κενές για τα παιδιά που λείπανε στο εξωτερικό και οι παριστάμενοι είχαν κάνει ουρά, που τη βάψανε με θλίψη γκρι φυμέ και, δήθεν, στενάζανε κι αυτοί. 
   Έξω από την εκκλησία. 
   -Τι είμαστε; Ένα τίποτα είμαστε. 
   -Μια κακία μας μένει. 
   -Θα πάτε στον ενταφιασμό; 
   -Ναι, βέβαια... Βρέχει μωρέ... 
   -Και δυνάμωσε ανάθεμά την. 
   Και πήγαιναν στο καφενείο. 
   Τώρα μπορούσαν να φάνε όσα παξιμάδια θέλανε. Παρά το γεγονός ότι τα γκαρσόνια τους είχανε σταμπάρει. 
   Μερικοί επειδή δεν βρίσκανε θέσεις κάνανε τον ακατάδεχτο. 
   Οι δακτυλογράφοι και οι θηλυκές υπάλληλοι, όσες ήταν σε ηλικία αξιοπρεπή, βγαίνανε έξω και πέρνανε ταξί με τσόντα, από τέσσερις δραχμές η κάθε μία. 
   -Εγώ θα κατέβω στο Σύνταγμα. 
   Και ήθελε να δώσει τρισήμιση. 
   Το Διοικητικόν Συμβούλιον ήτανε μούσκεμα. 
   Μαύρο μούσκεμα. 
   Ο Πρόεδρος κοίταζε με τρόπο ποιον θα κάνει αντιπρόεδρο. 
   Η χήρα κοίταζε με τρόπο όλους τους παρισταμένους. 
   Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους εργένηδες. 
   Η βροχή έπεφτε... 

Από το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου "Άνθρωποι και ανθρωπάκια"

      

ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΦΟΡΟΥ

Το συμβούλιον της εταιρίας... 

      Επί τω αγγέλματι του αδοκήτου θανάτου του αντιπροέδρου της Εταιρίας Παστουρμά Αγκύρας, αποφασίζει: 
      Πρώτον. Να αναρτηθεί μεσίστιος η σημαία της Εταιρίας ( η σημαία παριστά μίαν κάμηλον με δύο καμπούρες. Ασιατικήν). 
      Δεύτερον. Να αργήσωσι τα γραφεία της Εταιρίας κατά 5΄την ημέραν της κηδείας. Επειδή όμως το προσωπικόν, υπάλληλοι και εργάται, είναι αδύνατον να συνέλθει από την λύπην του επί τω αδοκήτω κλπ. να αργήσουν και την επομένην. 
      ( Ευτυχώς δεν πέφτει Κυριακή ). 
      Τρίτον. Να παρακολουθήσωσι την κηδείαν άπαντα τα μέλη του συμβουλίου, εκτός των πασχόντων από γρίπην. ( Από γρίπη πήγε και ο μακαρίτης ). 
      Τέταρτον. Να αποσταλώσι συλλυπητήρια γράμματα εις την οικογένειά του. ( Τα γράμματα θα μείνουν καμιά βδομάδα πάνω στον μπουφέ και κάποιος θα πει: "Τα χρειαζόμαστε αυτά; Ε, Πέτα τα στα σκουπίδια" ). 
       Πέμπτον. Αντί στεφάνου να κατατεθώσι δραχμαί είκοσι χιλιάδες, όχι, δέκα πέντε χιλιάδες, όχι δέκα χιλιάδες. Όχι. "Βάλε ένα πεντάρι", υπέρ του Ασύλου Ανιάτων. 
       Στις κηδείες δεν κάνουμε τίποτ' άλλο. 
       Υπάρχουν όμως υπογραφές. Ο Πρόεδρος Αντσούγας Αλμυρός. Ο γραμματεύς Μπεκρής Μεζές.
       Μια θλίψη δευτέρας ποιότητος, έχει πέσει σε όλα τα γραφεία, οι δακτυλογράφοι κάνουνε σχέδια. 
      -Απόψε θα πάμε στην Ντισκοτέκ. 
      -Δεν θα 'ρθεις το πρωί στην κηδεία; 
      -Βεβαίως. Να με δούνε, δηλαδή, μια στιγμή και την κοπανάω. 
      Ύστερα, στενάζουνε, τρεις-τρεις, τέσσερις-τέσσερις, μαζί. 
     -Ήτανε τραγικό. 
    Ο μεταστάς, τα 'χε πάντοτε καλά με τις δακτυλογράφους. 
    Λένε μάλιστα... δεν επιτρέπεται να κουτσομπολεύουμαι τους μεταστάντας. 
    Πάντως έπινε. 
    Και έτρωγε. 
    Όλοι οι αντιπρόεδροι τρώνε και πίνουνε. 
    Τα εργοστάσια καπνίζανε με χοντρές σιδερένιες τσιμινιέρες. 
    Κάμποσοι εργάτες ζητούσαν αύξηση. 
    Πότε-πότε, το Πάσχα, πάντοτε με εισήγηση του μακαρίτη, δίνανε στους εργάτες από ένα αρνί και πενήντα αυγά. 
    Αυτή ήταν μια εξαιρετική χειρονομία. 
    Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει φέτος το Πάσχα. 
    Η κυρία του μεταστάντος, ήταν διπλά στενοχωρημένη. 
    Δεν είχε προλάβει να βάψει τα μαλλιά της και τώρα φαινόντουσαν από μέσα οι ρίζες κάτασπρες.     Τα απέξω ήτανε καλά. 
    Αλλά οι ρίζες; 
    Δεν γίνεται να τα βάψει ούτε τη νύχτα γιατί ο μεταστάς είχε τρεις αδερφές που κουτσομπολεύανε αιωνίως. 
    Σε σημείο μάλιστα που η κυρία και οι αδερφές είχαν κάπως ψυχρανθεί. Λέγανε δηλαδή "τον κακό της τον καιρό" "η βρώμα" "μας τον απόκοψε τον αδερφό μας, τόσο καλό παιδί". 
    Η κυρία τις περιφρονούσε. 
    Ήξερε όμως ότι ο άντρας της τις ευνοούσε οικονομικά και κρυφά. Πλήρωνε το νοίκι της μεγάλης, τα δίδακτρα του γιου της μεσαίας και έδινε μετρητά στην μικρή. 
    Η σημαία κρεμάστηκε μεσίστια. 
    Όλο το Συμβούλιο είχε ντυθεί στα μαύρα λες και το ζωγράφισες με σινική μελάνη. 
    Λέγανε. 
   -Ο καημένος! 
   Ή 
   -Ποιος το περίμενε! 
   - Εμ δεν φυλαγότανε κιόλας. 
   - Κι έπινε. 
   - Ούζο. 
   Μετά οι σύμβουλοι, χτυπούσαν ο ένας την πλάτη του άλλου, έτσι όπως γίνεται όταν σε πιάνει ο βήχας. 
   Και σκεφτόντουσαν. 
   -Και στα δικά σου. 
   Αλλά, με τόσο θλιβερό ύφος που κανείς δεν το υποψιαζότανε. 
   Τώρα, κάποιος από αυτούς θα γινότανε αντιπρόεδρος. 
   Ο Πρόεδρος ήταν κατά βάθος ευχαριστημένος. 
   Και τούτο, διότι, ιεραρχικώς, έπρεπε αυτόν να χτυπήσει πρώτον η γρίπη. 
   Τώρα την σκαπουλάρησε και κοίταζε τους συμβούλους, ποιος δεν στεκόταν καλά στα πόδια του να πάρει την θέση του μεταστάντος. 
   Στέλνανε και στεφάνια. 
   "Στον αγαπητόν..." 
   "... Στον αλησμόνητον και αναντικατάστατον...". 
   " Η οικογένεια Φερφελέ. Εν παρενθέσει Ιωάννη και Άννα". 
   Η ημέρα ήταν βροχερή. 
   Μια από κείνες τις μέρες που λες ότι κάνουν λάτρα στον ουρανό, οι άγγελοι της υπηρεσίας. 
   Προς το μέρος του Υμηττού είχαν μαζευτεί πολλά σύννεφα, πράγμα που σημαίνει βροχή διαρκείας. 
   Ρωτούσαν: 
   -Ποιος θα βγάλει λόγο; 
   -Ο σύμβουλος Σκληρό Τσεκούρι. 
   -Θα βγάλουν και άλλοι. 
   -Ω... 
   Αυτό το "ω" σήμαινε "ταλαιπωρία που έχουμε να τραβήξουμε" χώρια που ο Σκληρός Τσεκούρης έλεγε πάντα αηδίες και ήταν και αγράμματος. 
   Όσοι είχαν αυτοκίνητα ερχόντουσαν με τα δικά τους. 
   Όσοι δεν είχαν κοίταζαν να χωθούν σε κείνους που είχαν. 
   Εν ανάγκη παίρνανε και ταξί. 
   Δεν υπάρχει μεγαλύτερη γελοιοποίησις για έναν μεταστάντα να του κουβαλιώνται με ταξί. 
   Την χήρα, υπεβάσταζε ο ίδιος ο Πρόεδρος, από το δεξί μέρος. 
   Από τ' αριστερό ο Ταμίας. 
   Για μια στιγμή ο Ταμίας είπε στον Πρόεδρο σιγά: 
   -Πώς θα το κανονίσουμε κείνο το χρέος του; 
   Ο Πρόεδρος δάγκωσε τα χείλη και έδειξε την χήρα. 
   Η χήρα έκανε ότι δεν άκουσε. 
   Ποτέ δεν άκουγε όταν επρόκειτο περί χρεών. 
   Ακολουθούσε μια συρμαγιά, από συγγενείς, εκείνους τους συγγενείς που μοιάζουνε με κοπρόσκυλα που περιμένουνε έξω από τα σφαγεία. 
   Όλοι ήταν δήθεν καταλυπημένοι. 
   Ο μόνος χαρούμενος πρέπει να ήταν ο μεταστάς, αλλά δεν το έδειχνε. 
   Στο καφενείο ετοιμάζανε καρέκλες, πλένανε καθαρά τα φλιτζάνια, γιατί στις κηδείες πρώτης κατηγορίας τα φλυτζάνια πλένονται στ' αλήθεια. 
   Είχανε και πανεράκια με παξιμαδάκια. 
   Μερικοί υπάλληλοι δεν χωρούσαν μέσα στην εκκλησία. 
   Περιμένανε στο καφενείο. 
   Και είχανε ταράξει τα παξιμαδάκια. 
   Μέχρι που τα γκαρσόνια βάλανε τις φωνές. 
   -Για κολατσό ήρθατε εδώ; 
   Οι υπάλληλοι καταντραπήκανε, βγήκανε έξω, κουβεντιάζανε ο ένας με τον άλλον, πολύ θλιμμένοι και κάποιος είπε: 
   -Κατρουλόκαιρος. 
   -Κλαίει και ο ουρανός, έκανε λυγμικά μια δεσποινίς που ζώντος του μεταστάντος είχε φάει μαζί του δυο-τρεις φορές φρέσκα ψάρια στον Σκαραμαγκά. 
   Υπήρχαν και παιδιά. 
   Αλλά ο μεγάλος σπούδαζε στην Βοστώνη και η μικρή στο Βεβέ της Ελβετίας. 
   Ήταν αδύνατο να βρουν θέση στο αεροπλάνο. 
   Λοιπόν, τηλεγραφήσανε την θλίψη τους: 
   "Καημένε μπαμπά!" 
   Ο καημένος μπαμπάς, κατήγετο από την Ανατολή. Έπινε ντούζικο και εκτιμούσε πολύ τα φουντούκια και τα καλοφτιαγμένα πόδια των κοριτσιών. 
   Σκεφτόταν να ανοίξει και κατάστημα για χαλιά. 
   Μηχανοποίητα. Έχουν περισσότερη πέραση από τα χειροποίητα και γίνονται τώρα τελευταία σε ό,τι σχέδιο θέλεις. 
   Άλλωστε εκείνοι που πατούν σε χαλιά δεν σκύβουνε να εξετάσουν τι πατάνε. 
   Λένε μόνο: 
   -Σπιταρώνα. Όλο χαλιά. 
   Μέσα στην εκκλησία, εκείνος που λέγαμε έβγαζε λόγο. Του τον είχε γράψει ένας ανηψιός του, τελειόφοιτος της Νομικής, που είχε ειδικότητα στο Κληρονομικό Δίκαιο. Όμως αυτός που έβγαζε τον λόγο, πρώτον δεν μπορούσε να διαβάσει καλά ( πρεσβυωπία ), αλλά δεν φορούσε γυαλιά με κανένα τρόπο και δεύτερον δεν ήξερε και γράμματα. 
   Πάντως, εθαυμάσθη δεόντως γιατί σ' αυτές τις περιπτώσεις, εκείνοι που ακούνε δεν προσέχουν τι ακούνε, αλλά λογαριάζουν πότε επιτέλους θα τελειώσει αυτός ο φλύαρος. 
   Στην πόρτα στηθήκανε κατά σειρά η χήρα, οι τρεις αδερφές με τους συζύγους των, μένανε δύο θέσεις κενές για τα παιδιά που λείπανε στο εξωτερικό και οι παριστάμενοι είχαν κάνει ουρά, που τη βάψανε με θλίψη γκρι φυμέ και, δήθεν, στενάζανε κι αυτοί. 
   Έξω από την εκκλησία. 
   -Τι είμαστε; Ένα τίποτα είμαστε. 
   -Μια κακία μας μένει. 
   -Θα πάτε στον ενταφιασμό; 
   -Ναι, βέβαια... Βρέχει μωρέ... 
   -Και δυνάμωσε ανάθεμά την. 
   Και πήγαιναν στο καφενείο. 
   Τώρα μπορούσαν να φάνε όσα παξιμάδια θέλανε. Παρά το γεγονός ότι τα γκαρσόνια τους είχανε σταμπάρει. 
   Μερικοί επειδή δεν βρίσκανε θέσεις κάνανε τον ακατάδεχτο. 
   Οι δακτυλογράφοι και οι θηλυκές υπάλληλοι, όσες ήταν σε ηλικία αξιοπρεπή, βγαίνανε έξω και πέρνανε ταξί με τσόντα, από τέσσερις δραχμές η κάθε μία. 
   -Εγώ θα κατέβω στο Σύνταγμα. 
   Και ήθελε να δώσει τρισήμιση. 
   Το Διοικητικόν Συμβούλιον ήτανε μούσκεμα. 
   Μαύρο μούσκεμα. 
   Ο Πρόεδρος κοίταζε με τρόπο ποιον θα κάνει αντιπρόεδρο. 
   Η χήρα κοίταζε με τρόπο όλους τους παρισταμένους. 
   Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους εργένηδες. 
   Η βροχή έπεφτε... 

Από το βιβλίο του Νίκου Τσιφόρου "Άνθρωποι και ανθρωπάκια"

      

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Η ΚΑΚΙΑ ΜΑΝΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

       Πολλές φορές διαβάζουμε στις εφημερίδες για μάνες, που σκότωσαν τα παιδιά τους. Το παρακάτω δημοτικό τραγούδι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό και μέρα, που είναι να δούμε και μια αλλιώτικη μάνα: 

Η μάνα η φόνισσα 

Ο γιος κινάει για γράμματα, μαθαίνει το ψαλτήρι 
κι ο δάσκαλος τον σκόλασε στο σπίτι του να πάει. 
Θέ μου, να βρω τη μάνα μου μαζί με τον αφέντη. 
Βρίσκει τη μάνα κι έπαιζε με τον αργαστηριάρη. 
-Παίχτε το, μάνα, παίχτε το με τον αργαστηριάρη 
το βράδυ να 'ρθει ο αφέντης μου κι αν δεν το μαρτυρήσω 
-Βρε τι 'δες πούστη, τι θα ειπείς και τι θα μαρτυρήσεις! 
-Κείνο που 'δαν τα μάτια μου κείνο θα μαρτυρήσω!
Το χάιδεψε το πλάνεψε, στην κάμαρα το βάνει. 
Χρυσό χατζάρι ετράβηξε κόβει τον Κωσταντάκη 
και τα σηκώτια του έβγαλε στον μάγερα τα πάει. 
-Μάγερε μαγερέψε τα, μάγερε, τηγανίστα 
πέντε νερά τα έπλυνα κι ακόμα αίμα στάζουν. 
Και να κι ο αφέντης πόρχεται με τους καβαλαραίους. 
Φέρνει αλάφια ζωντανά κι αρκούδια σκοτωμένα 
κι ένα μικρό λαφόπουλο να παίζει ο Κωνσταντάκης. 
-Γυναίκα που 'ναι το παιδί και που 'ναι ο Κωνσταντάκης; 
-Τον έλουσα τον άλλαξα και στο σκολειό τον πήγα. 
-Δάσκαλε που 'ναι ο Κωνσταντής και που 'ναι ο Κωνσταντάκης; 
-Τρεις μέρες έχω να το ιδώ και τρεις να το διαβάσω. 
-Γυναίκα που 'ναι ο Κωνσταντής και που 'ναι ο Κωνσταντάκης; 
-Κάτσε να φας κάτσε να πιεις όπου 'ν' κι εκείνος θα 'ρθει. 
Πρώτη μπουκιά που έπιασε πρώτη μπουκιά που πήρε 
και το σηκώτι εμίλησε και το σηκώτι λέει: 
-Αν είσαι Τούρκος φάγε με κι αν είσαι Οβραίος τρώγε 
κι αν είσαι και πατέρας μου σκύψε και φίλησέ με. 
Και το σπαθί του ετράβηξε της κόβει το κεφάλι.