Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ

       Το ποίημα, που ακολουθεί αναφέρεται στα βάσανα των αδιόριστων εκπαιδευτικών και παρά το ότι γράφτηκε πολλά χρόνια πριν εξακολουθεί να είναι τραγικά επίκαιρο. 

Ιδιαίτερο μάθημα 

Με το μάθημα τούτο τη φτωχή μου τη ζήση 
-δραχμές χίλιες μου δίναν-είχα πια ξασφαλίσει. 
Στο φαΐ μου οχτακόσιες-μια ζωή μετρημένη- 
για το νοίκι διακόσιες-καμαρούλα μια πήχη- 
και για τ' άλλα, σκεφτόμουν, κάτι πάλι θα τύχει. 
Ήταν κάποια κυρία κοσμική, καλεσμένη 
στα μεγάλα σαλόνια κι είχε ανάγκη να ξέρει 
για τον Όμηρο κάτι, για της Λέσβου τη λύρα, 
στην κουβέντα της στίχους που και που ν' αναφέρει, 
ν' απαγγέλλει Μαβίλη, Καβάφη, Πορφύρα. 

Ένα μάθημα ακόμα κι η ζωή θάν' ωραία, 
συλλογιόμουν. Στο τέλος, θα της μάθω κι αρχαία! 
Όταν ξάφνου μου λέει: "Θα σας πάψω ένα μήνα. 
Που καιρός για μελέτη, το Τριώδι έχει ανοίξει! 
Ξενυχτώ κάθε βράδυ στους χορούς κολομπίνα, 
και, θαρρώ, δεν σας έχω το κοστούμι μου δείξει. 
Τι σουξέ πούχω κάνει!... Το πιο φίνο λαμέ! 
Δεκαπέντε χιλιάδες μου κοστίζει-μοντέλο 
το Γκραν Σικ απ' ευθείας τόχει φέρει για με! 
Κι ασορτί πως μου πάει μυτερό το καπέλο!..." 
Θάπε κι άλλα, δεν ξέρω. Το μυαλό μου σα σφήνα 
μια κουβέντα τρυπούσε: "Θα σας πάψω ένα μήνα". 

ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ 

ΠΗΓΗ: Ανθολογία Μιχάηλ Περάνθη. 




ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ

       Το ποίημα, που ακολουθεί αναφέρεται στα βάσανα των αδιόριστων εκπαιδευτικών και παρά το ότι γράφτηκε πολλά χρόνια πριν εξακολουθεί να είναι τραγικά επίκαιρο. 

Ιδιαίτερο μάθημα 

Με το μάθημα τούτο τη φτωχή μου τη ζήση 
-δραχμές χίλιες μου δίναν-είχα πια ξασφαλίσει. 
Στο φαΐ μου οχτακόσιες-μια ζωή μετρημένη- 
για το νοίκι διακόσιες-καμαρούλα μια πήχη- 
και για τ' άλλα, σκεφτόμουν, κάτι πάλι θα τύχει. 
Ήταν κάποια κυρία κοσμική, καλεσμένη 
στα μεγάλα σαλόνια κι είχε ανάγκη να ξέρει 
για τον Όμηρο κάτι, για της Λέσβου τη λύρα, 
στην κουβέντα της στίχους που και που ν' αναφέρει, 
ν' απαγγέλλει Μαβίλη, Καβάφη, Πορφύρα. 

Ένα μάθημα ακόμα κι η ζωή θάν' ωραία, 
συλλογιόμουν. Στο τέλος, θα της μάθω κι αρχαία! 
Όταν ξάφνου μου λέει: "Θα σας πάψω ένα μήνα. 
Που καιρός για μελέτη, το Τριώδι έχει ανοίξει! 
Ξενυχτώ κάθε βράδυ στους χορούς κολομπίνα, 
και, θαρρώ, δεν σας έχω το κοστούμι μου δείξει. 
Τι σουξέ πούχω κάνει!... Το πιο φίνο λαμέ! 
Δεκαπέντε χιλιάδες μου κοστίζει-μοντέλο 
το Γκραν Σικ απ' ευθείας τόχει φέρει για με! 
Κι ασορτί πως μου πάει μυτερό το καπέλο!..." 
Θάπε κι άλλα, δεν ξέρω. Το μυαλό μου σα σφήνα 
μια κουβέντα τρυπούσε: "Θα σας πάψω ένα μήνα". 

ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ-ΠΑΠΑΔΑΚΗ 

ΠΗΓΗ: Ανθολογία Μιχάηλ Περάνθη. 




Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΑ ΤΟΛΜΗΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΙΗ΄ ΑΙΩΝΑ

Φίλησέ με όπου θέλεις 

Τί με θέλεις να σε πήσω; 
-Έλα εδώ να σε φιλήσω 
εις τα χείλη και τα φρύδια 
και των ομματιών τα φύλλα. 
-Δεν το στέργω, δεν το στέργω, 
άφες με, καλέ, να φεύγω. 
-Κόρη, κόρη χαϊδεμένη 
και ψυχή μ' αγαπημένη, 
η καρδιά μου πικραμένη 
και η γλώσσα μαραμένη. 
Έλα δω να σε φιλήσω 
την ψυχή μου να δροσίσω 
και τη γλώσσα μου να ψύξω 
και τα χείλη μου να βρέξω. 
-Φίλησέ με όπου θέλεις 
και ειπέ μου που υπάγεις, 
να σ' ακολουθήσω πίσω 
και να σε γλυκαγκαλιάσω 
ως αγόρι χαϊδεμένο 
και πολλά επαινεμένο. 

ΑΓΝΩΣΤΟΣ 

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ 

       Το παραπάνω διαλογικό ποίημα γράφτηκε κάπου μέσα στον ΙΗ' αιώνα από άγνωστο ποιητή και διασώθηκε από τον Αλέξανδρο Ελλάδιο. Πρόκειται για ποίημα, που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα από τους νέους της εποχής και αν σκεφτούμε την εποχή, που γράφτηκε, είναι αρκετά τολμηρό. Ένας νεαρός πολιορκεί ερωτικά μια κοπέλα. Εκείνη στην αρχή αντιστέκεται με δυο στίχους, που δείχνουν θηλυκότητα και νάζι: "Δεν το στέργω, δεν το στέργω, / άφες με, καλέ, να φεύγω." Αλλά, το πιο τολμηρό σημείο του ποιήματος είναι, όταν, η κοπέλα δέχεται τον έρωτα του νέου και του απαντάει με το στίχο: "Φίλησέ με όπου θέλεις" σε μια εποχή, που η γυναίκα απαγορευόταν να ευχαριστιέται το σεξ. Άρα, το ποίημα είναι πολύ προοδευτικό για την εποχή του κι ίσως γι' αυτό ο ποιητής παραμένει άγνωστος. 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 


ΕΝΑ ΤΟΛΜΗΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΙΗ΄ ΑΙΩΝΑ

Φίλησέ με όπου θέλεις 

Τί με θέλεις να σε πήσω; 
-Έλα εδώ να σε φιλήσω 
εις τα χείλη και τα φρύδια 
και των ομματιών τα φύλλα. 
-Δεν το στέργω, δεν το στέργω, 
άφες με, καλέ, να φεύγω. 
-Κόρη, κόρη χαϊδεμένη 
και ψυχή μ' αγαπημένη, 
η καρδιά μου πικραμένη 
και η γλώσσα μαραμένη. 
Έλα δω να σε φιλήσω 
την ψυχή μου να δροσίσω 
και τη γλώσσα μου να ψύξω 
και τα χείλη μου να βρέξω. 
-Φίλησέ με όπου θέλεις 
και ειπέ μου που υπάγεις, 
να σ' ακολουθήσω πίσω 
και να σε γλυκαγκαλιάσω 
ως αγόρι χαϊδεμένο 
και πολλά επαινεμένο. 

ΑΓΝΩΣΤΟΣ 

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ 

       Το παραπάνω διαλογικό ποίημα γράφτηκε κάπου μέσα στον ΙΗ' αιώνα από άγνωστο ποιητή και διασώθηκε από τον Αλέξανδρο Ελλάδιο. Πρόκειται για ποίημα, που κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα από τους νέους της εποχής και αν σκεφτούμε την εποχή, που γράφτηκε, είναι αρκετά τολμηρό. Ένας νεαρός πολιορκεί ερωτικά μια κοπέλα. Εκείνη στην αρχή αντιστέκεται με δυο στίχους, που δείχνουν θηλυκότητα και νάζι: "Δεν το στέργω, δεν το στέργω, / άφες με, καλέ, να φεύγω." Αλλά, το πιο τολμηρό σημείο του ποιήματος είναι, όταν, η κοπέλα δέχεται τον έρωτα του νέου και του απαντάει με το στίχο: "Φίλησέ με όπου θέλεις" σε μια εποχή, που η γυναίκα απαγορευόταν να ευχαριστιέται το σεξ. Άρα, το ποίημα είναι πολύ προοδευτικό για την εποχή του κι ίσως γι' αυτό ο ποιητής παραμένει άγνωστος. 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 


Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΛΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ (*) 

       Ως ελάχιστο φόρο τιμής, σκέφτηκα να αναρτήσω 5 παλιές ιστορίες της Μήλου, που διέσωσε και δημοσίευσε η μητέρα μου Μαρία Κυρίτση-Παπαδοπούλου στην τοπική εφημερίδα "Αφροδίτη". 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

      Τις ιστορίες, που γράφω παρακάτω τις λέγανε οι παλιοί Μηλιοί. Εγώ τις άκουσα από τον παππού μου. Πιθανόν να έχουν αποθησαυριστεί από τους λαογράφους, ίσως ο κύριος Βάος να είχε πολλά να μας πει σ' αυτό το θέμα. Επειδή, όμως, δεν είναι εύκολο να μελετήσει κανείς ογκώδεις συλλογές, που ασφαλώς είναι δυσπρόσιτες από τους μη ειδικούς και επειδή οι νεότεροι δεν πρέπει να αγνοούν παραδόσεις, που διασκέδασαν και διαπαιδαγώγησαν τόσες γενιές Μηλιών, γι' αυτό και θεωρώ υποχρέωσή μου να τις καταγράψω κι εγώ. 

1. ΣΚΕΡΠΑΝΟΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ 

      Ήταν κάποτε μια γυναίκα, που είχε το μωρό της μέσα στην κούνια. Όπως το κούναγε για να κοιμηθεί, κοιτάει πάνω στο ταβάνι και βλέπει να κρέμεται ένα σκεπάρνι πάνω από την κούνια του μωρού. Και αντί να τραβήξει την κούνια, περιορίστηκε να το μοιρολογάει: "σκερπανοσκοτωμένο μου παιδί"! 

2. Ο ΗΛΙΑΚΑΣ ΕΙΧΕ ΚΕΦΑΛΙ; 

      Ένα πρωί, ξεκίνησαν τρεις φίλοι να πάνε για κυνήγι. Ο ένας απ' αυτούς λεγόταν Ηλίακας. Ανέβηκαν στο βουνό και είδαν μια σπηλιά, που ήταν η φωλιά ενός λύκου. Βάζει ο Ηλίακας μέσα το κεφάλι του να δει και του το τρώει ο λύκος. Τον τραβάνε οι φίλοι του, τον βλέπουν χωρίς κεφάλι. Και όταν γύρισαν ρώτησαν τη γυναίκα του: "Ο Ηλίακας είχε κεφάλι;" Και εκείνη: "Δεν ξέρω, αλλά τη Λαμπρή φορούσε φέσι." 

3. ΤΟ ΚΛΕΨΙΜΟ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ 

       Ο άντρας μιας γυναίκας αρρώστησε και εκείνη φώναξε το γιατρό. Ο γιατρός την συμβούλεψε να πάρει πάγο και να τον βάλει στο κεφάλι του αρρώστου. Η γυναίκα ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού και σε λίγη ώρα ο άντρας της ήταν καλά. Ο πάγος, όμως, περίσσεψε, σκέφτηκε, λοιπόν, η γυναίκα να τον φυλάξει στο μπαούλο μήπως ξαναχρειαστεί. 
       Πέρασαν μερικά χρόνια και αρρώστησε πάλι ο άντρας της. Πάει, λοιπόν και εκείνη, ανοίγει το μπαούλο και βάζει τις φωνές: "Κλέφτες, κλέφτες. Μου έκλεψαν τον πάγο". 

4. ΠΙΤΑ ΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΠΙΤΑ ΠΙΣΩ 

       Μια νιόπαντρη είχε το ελάττωμα να ανακατεύεται όπου δεν την σπέρνουν. Την έβλεπε ο άντρας της και στεναχωριόταν, το ίδιο και η πεθερά της. 
       Μια μέρα, λοιπόν, η πεθερά της, της λέει: 
       -Σήμερα, που είναι να ζυμώσεις, να φτιάξεις τα ψωμιά τελείως γυμνή. 
       -Μα τελείως γυμνή, καλέ μάνα, ντρέπομαι. 
       -Σώπα, έτσι πρέπει, θα γίνουν πιο νόστιμα. 
       Η νύφη άκουσε τη συμβουλή της πεθεράς και πράγματι, έμεινε τελείως γυμνή και άρχισε να ζυμώνει. Είχε περάσει αρκετή ώρα, όταν ξαφνικά άκουσε έξω δυο γυναίκες να τσακώνονται. Ήθελε, λοιπόν, να βγει, μα δεν μπορούσε. Και ξαφνικά της έρχεται η ιδέα: Σκέπασε, λοιπόν, τα απόκρυφα σημεία της, κρεμώντας πίτες και λέγοντας: "Πίτα μπρος και πίτα πίσω για να βρω της γειτόνισσας το δίκιο." 

5. Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΒΡΥΣΗ 

       Μονάχος μου την έκλεισα 
κανένας δεν μου φταίει 
       Έτσι τραγούδαγε ο γέρος τσαγκάρης καθισμένος στο έρημο μαγαζί του. Ήταν ένας αξιολύπητος γέρος με ρούχα φθαρμένα και αδύνατος. Έτρωγε πότε-πότε λίγο φαΐ αν τον θυμόταν καμιά καλή γειτόνισσα και ολημερίς τραγουδούσε σα να μοιρολόγαγε: "μονάχος μου την έκλεισα κανένας δεν μου φταίει". 
       Μια μέρα, πέρασε ένας ξένος από το χωριό. Του έκανε εντύπωση το τραγούδι και τον ρώτησε γιατί το λέει συνέχεια. 
       "Είναι μεγάλη ιστορία, αν έχεις όρεξη, κάτσε να στην πω". Και πράγματι άρχισε να διηγήται: 
       -Πάει καιρός από τότε, που ήμουνα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Δούλευα εδώ, στο μαγαζάκι μου, έφτιαχνα τα παπούτσια των συγχωριανών μου και ήμουνα ευτυχισμένος. Όμως, κανένας δεν είναι ευχαριστημένος με ό,τι έχει. Έτσι κι εγώ παραπονιόμουν σ' όποιον ερχόταν στο τσαγκαράδικο, ότι δεν είχα πολλά λεφτά, γιατί έβγαζα λίγα και ζούσα φτωχά. 
      Μια μέρα, πέρασε από το τσαγκαράδικο ένας ξένος, καλή ώρα σαν κι εσένα. Κάτι είχαν πάθει τα παπούτσια του και μου τα έδωσε να τα φτιάξω. Κάθισε εκεί, που κάθεσαι κι εσύ τώρα και κουβέντα στη κουβέντα με ρώτησε αν είμαι ευχαριστημένος από τη δουλειά μου. 
       -Ε, τι ευχαριστημένος να είμαι, τα λεφτά είναι λίγα. Άλλοι είναι πλούσιοι κι εγώ ίσα που ζω. 
       -Και γιατί δεν πας να βρεις την τύχη σου; 
       Τι ήθελε και το είπε, μου έβαλε την ιδέα και ένα πρωί πήρα την απόφαση. Άφησα την δουλειά μου, πήρα των ομματιών μου και πήγα να βρω την τύχη μου. 
       Περπατούσα μέρες πολλές. Πέρναγα βουνά και λαγκάδια, ώσπου στο τέλος, να μη στα πολυλογώ, έφτασε σε ένα πυκνό δάσος. Βγαίνοντας, σε ένα ξέφωτο, βλέπω εκεί δα μπροστά πολλές βρύσες, που έτρεχαν νερό και έναν άνθρωπο, φύλακας θάτανε θαρρώ. 
       -Τι είναι όλες αυτές οι βρύσες; 
       -Είναι οι τύχες του καθενός μας. Όπως βλέπεις, άλλες τρέχουν πολύ νερό, άλλες λίγο, άλλες μόλις στάζουν και άλλες καθόλου. Έτσι είναι οι τύχες μας. 
       -Και ποια είναι η δική μου; 
       -Να, αυτή εκεί. 
       Πηγαίνω, που λες κοντά και τι να δω; Η βρύση έτρεχε πολύ λίγο. Όταν το είδα, πήρα ένα κλαράκι και άρχισα να προσπαθώ να την ξεφράξω, για να ανοίξει κι εμένα η τύχη μου. Όμως, το κλαράκι έσπασε, φράζοντας τη βρύση. Έτσι, που λες, γύρισα στο χωριό μου απελπισμένος. Το τσαγκαριό είχε ρημάξει, η πελατεία είχε χαθεί και η φτώχεια μου μεγάλωσε. 
       Από τότε μοιρολογάω: "Μονάχος μου την έκλεισα, κανένας δεν μου φταίει". 

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 

(*) Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα "Αφροδίτη", φυλ. 11, 12, 13, 14, Απρίλιος-Μάιος 1994, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1995. 




ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΛΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΜΗΛΟΥ (*) 

       Ως ελάχιστο φόρο τιμής, σκέφτηκα να αναρτήσω 5 παλιές ιστορίες της Μήλου, που διέσωσε και δημοσίευσε η μητέρα μου Μαρία Κυρίτση-Παπαδοπούλου στην τοπική εφημερίδα "Αφροδίτη". 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

      Τις ιστορίες, που γράφω παρακάτω τις λέγανε οι παλιοί Μηλιοί. Εγώ τις άκουσα από τον παππού μου. Πιθανόν να έχουν αποθησαυριστεί από τους λαογράφους, ίσως ο κύριος Βάος να είχε πολλά να μας πει σ' αυτό το θέμα. Επειδή, όμως, δεν είναι εύκολο να μελετήσει κανείς ογκώδεις συλλογές, που ασφαλώς είναι δυσπρόσιτες από τους μη ειδικούς και επειδή οι νεότεροι δεν πρέπει να αγνοούν παραδόσεις, που διασκέδασαν και διαπαιδαγώγησαν τόσες γενιές Μηλιών, γι' αυτό και θεωρώ υποχρέωσή μου να τις καταγράψω κι εγώ. 

1. ΣΚΕΡΠΑΝΟΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ 

      Ήταν κάποτε μια γυναίκα, που είχε το μωρό της μέσα στην κούνια. Όπως το κούναγε για να κοιμηθεί, κοιτάει πάνω στο ταβάνι και βλέπει να κρέμεται ένα σκεπάρνι πάνω από την κούνια του μωρού. Και αντί να τραβήξει την κούνια, περιορίστηκε να το μοιρολογάει: "σκερπανοσκοτωμένο μου παιδί"! 

2. Ο ΗΛΙΑΚΑΣ ΕΙΧΕ ΚΕΦΑΛΙ; 

      Ένα πρωί, ξεκίνησαν τρεις φίλοι να πάνε για κυνήγι. Ο ένας απ' αυτούς λεγόταν Ηλίακας. Ανέβηκαν στο βουνό και είδαν μια σπηλιά, που ήταν η φωλιά ενός λύκου. Βάζει ο Ηλίακας μέσα το κεφάλι του να δει και του το τρώει ο λύκος. Τον τραβάνε οι φίλοι του, τον βλέπουν χωρίς κεφάλι. Και όταν γύρισαν ρώτησαν τη γυναίκα του: "Ο Ηλίακας είχε κεφάλι;" Και εκείνη: "Δεν ξέρω, αλλά τη Λαμπρή φορούσε φέσι." 

3. ΤΟ ΚΛΕΨΙΜΟ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ 

       Ο άντρας μιας γυναίκας αρρώστησε και εκείνη φώναξε το γιατρό. Ο γιατρός την συμβούλεψε να πάρει πάγο και να τον βάλει στο κεφάλι του αρρώστου. Η γυναίκα ακολούθησε τη συμβουλή του γιατρού και σε λίγη ώρα ο άντρας της ήταν καλά. Ο πάγος, όμως, περίσσεψε, σκέφτηκε, λοιπόν, η γυναίκα να τον φυλάξει στο μπαούλο μήπως ξαναχρειαστεί. 
       Πέρασαν μερικά χρόνια και αρρώστησε πάλι ο άντρας της. Πάει, λοιπόν και εκείνη, ανοίγει το μπαούλο και βάζει τις φωνές: "Κλέφτες, κλέφτες. Μου έκλεψαν τον πάγο". 

4. ΠΙΤΑ ΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΠΙΤΑ ΠΙΣΩ 

       Μια νιόπαντρη είχε το ελάττωμα να ανακατεύεται όπου δεν την σπέρνουν. Την έβλεπε ο άντρας της και στεναχωριόταν, το ίδιο και η πεθερά της. 
       Μια μέρα, λοιπόν, η πεθερά της, της λέει: 
       -Σήμερα, που είναι να ζυμώσεις, να φτιάξεις τα ψωμιά τελείως γυμνή. 
       -Μα τελείως γυμνή, καλέ μάνα, ντρέπομαι. 
       -Σώπα, έτσι πρέπει, θα γίνουν πιο νόστιμα. 
       Η νύφη άκουσε τη συμβουλή της πεθεράς και πράγματι, έμεινε τελείως γυμνή και άρχισε να ζυμώνει. Είχε περάσει αρκετή ώρα, όταν ξαφνικά άκουσε έξω δυο γυναίκες να τσακώνονται. Ήθελε, λοιπόν, να βγει, μα δεν μπορούσε. Και ξαφνικά της έρχεται η ιδέα: Σκέπασε, λοιπόν, τα απόκρυφα σημεία της, κρεμώντας πίτες και λέγοντας: "Πίτα μπρος και πίτα πίσω για να βρω της γειτόνισσας το δίκιο." 

5. Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΒΡΥΣΗ 

       Μονάχος μου την έκλεισα 
κανένας δεν μου φταίει 
       Έτσι τραγούδαγε ο γέρος τσαγκάρης καθισμένος στο έρημο μαγαζί του. Ήταν ένας αξιολύπητος γέρος με ρούχα φθαρμένα και αδύνατος. Έτρωγε πότε-πότε λίγο φαΐ αν τον θυμόταν καμιά καλή γειτόνισσα και ολημερίς τραγουδούσε σα να μοιρολόγαγε: "μονάχος μου την έκλεισα κανένας δεν μου φταίει". 
       Μια μέρα, πέρασε ένας ξένος από το χωριό. Του έκανε εντύπωση το τραγούδι και τον ρώτησε γιατί το λέει συνέχεια. 
       "Είναι μεγάλη ιστορία, αν έχεις όρεξη, κάτσε να στην πω". Και πράγματι άρχισε να διηγήται: 
       -Πάει καιρός από τότε, που ήμουνα ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Δούλευα εδώ, στο μαγαζάκι μου, έφτιαχνα τα παπούτσια των συγχωριανών μου και ήμουνα ευτυχισμένος. Όμως, κανένας δεν είναι ευχαριστημένος με ό,τι έχει. Έτσι κι εγώ παραπονιόμουν σ' όποιον ερχόταν στο τσαγκαράδικο, ότι δεν είχα πολλά λεφτά, γιατί έβγαζα λίγα και ζούσα φτωχά. 
      Μια μέρα, πέρασε από το τσαγκαράδικο ένας ξένος, καλή ώρα σαν κι εσένα. Κάτι είχαν πάθει τα παπούτσια του και μου τα έδωσε να τα φτιάξω. Κάθισε εκεί, που κάθεσαι κι εσύ τώρα και κουβέντα στη κουβέντα με ρώτησε αν είμαι ευχαριστημένος από τη δουλειά μου. 
       -Ε, τι ευχαριστημένος να είμαι, τα λεφτά είναι λίγα. Άλλοι είναι πλούσιοι κι εγώ ίσα που ζω. 
       -Και γιατί δεν πας να βρεις την τύχη σου; 
       Τι ήθελε και το είπε, μου έβαλε την ιδέα και ένα πρωί πήρα την απόφαση. Άφησα την δουλειά μου, πήρα των ομματιών μου και πήγα να βρω την τύχη μου. 
       Περπατούσα μέρες πολλές. Πέρναγα βουνά και λαγκάδια, ώσπου στο τέλος, να μη στα πολυλογώ, έφτασε σε ένα πυκνό δάσος. Βγαίνοντας, σε ένα ξέφωτο, βλέπω εκεί δα μπροστά πολλές βρύσες, που έτρεχαν νερό και έναν άνθρωπο, φύλακας θάτανε θαρρώ. 
       -Τι είναι όλες αυτές οι βρύσες; 
       -Είναι οι τύχες του καθενός μας. Όπως βλέπεις, άλλες τρέχουν πολύ νερό, άλλες λίγο, άλλες μόλις στάζουν και άλλες καθόλου. Έτσι είναι οι τύχες μας. 
       -Και ποια είναι η δική μου; 
       -Να, αυτή εκεί. 
       Πηγαίνω, που λες κοντά και τι να δω; Η βρύση έτρεχε πολύ λίγο. Όταν το είδα, πήρα ένα κλαράκι και άρχισα να προσπαθώ να την ξεφράξω, για να ανοίξει κι εμένα η τύχη μου. Όμως, το κλαράκι έσπασε, φράζοντας τη βρύση. Έτσι, που λες, γύρισα στο χωριό μου απελπισμένος. Το τσαγκαριό είχε ρημάξει, η πελατεία είχε χαθεί και η φτώχεια μου μεγάλωσε. 
       Από τότε μοιρολογάω: "Μονάχος μου την έκλεισα, κανένας δεν μου φταίει". 

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΤΣΗ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ 

(*) Πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα "Αφροδίτη", φυλ. 11, 12, 13, 14, Απρίλιος-Μάιος 1994, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1995. 




Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

       "Κυριακή γιορτή και σχόλη / να 'ταν η βδομάδα όλη", λέει ένα παλιό τραγούδι του Ζαμπέτα, ενώ πάρα πολλές είναι οι αναφορές, που βρίσκουμε σε διάφορους συγγραφείς για τις μέρες της εβδομάδας, για την ρουτίνα των καθημερινών και την σύνδεση της Κυριακής με την ξεκούραση, αλλά και του Σαββάτου με τη διασκέδαση. Εδώ θα σχολιάσουμε ορισμένα ποιητικά παραδείγματα:
        Ο Κ.Π. Καβάφης στο ποίημα του "Vulnerant Omnes, Ultima Necat" γράφει για ένα ρολόι, που μετρά τις ώρες για πολλά χρόνια και εκφράζει το παράπονο του ρολογιού με τους παρακάτω στίχους: "Είναι ομοία δι' εμέ πάσα της γης ημέρα. / Παρασκευή και Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα". Στους παραπάνω στίχους το ρολόι δεν βρίσκει κάτι να σπάσει τη μονοτονία και τη ρουτίνα και κατ' επέκταση ο άνθρωπος, που κάνει ακριβώς τα ίδια κάθε μέρα, νιώθει πλήξη και χρειάζεται κάτι, που να ταράξει τα λιμνασμένα νερά.
        Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω υπάρχουν και αναφορές στο Σάββατο και συγκεκριμένα στο βράδυ του Σαββάτου. Ο Τάσος Λειβαδίτης γράφει: "Πάει κι απόψε τ' όμορφο / τ' όμορφο τ' απόβραδο, / από Δευτέρα πάλι / πίκρα και σκοτάδι. / Αχ, να 'ταν η ζωή μας / Σαββατόβραδο / κι ο Χάρος να 'ρχονταν / μια Κυριακή το βράδυ". Το ποίημα γραμμένο σε μια δύσκολη εποχή, αναφέρεται στον εργάτη, που δουλεύει όλη την εβδομάδα σκληρά και περιμένει το Σαββατόβραδο για να νιώσει κι εκείνος ότι ζει. Το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και η πρώτη εκτέλεση ήταν με τον Στέλιο Καζαντζίδη.
       Στην σχέση της Κυριακής με τη Δευτέρα αναφέρεται και ο Μάριος Μαρκίδης, που γράφει: "Πως να τολμήσω λοιπόν να σου υπενθυμίσω / τις Κυριακές που περάσαμε μαζί / εφόσον επακολούθησαν Δευτέρες;" Το ποίημα αναφέρει ότι η ρουτίνα της καθημερινότητας σβήνει την ανάμνηση των όμορφων στιγμών της Κυριακής.
        Στις μέρες μας, όπου η ρουτίνα της καθημερινότητας γίνεται όλο και πιο δύσκολη, ας θυμηθούμε να διεκδικούμε, αλλά και να αξιοποιούμε δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο μας, έχοντας πάντα στο νου μας ότι δεν ζούμε για να δουλεύουμε, αλλά δουλεύουμε για να ζούμε.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

       Παρακάτω παραθέτουμε τα ποίηματα, που αναφέρονται στο κείμενο 

VULNERANT OMNES, ULTIMA NECAT                                                                                                  
Εκτύπωση
Της Βρούγκου η μητρόπολις, ην πάλαι είχε κτίσει
δουξ Φλαμανδός τις ισχυρός και αφειδώς προικίσει,
έχει εν ωρολόγιον με αργυρούς πυλώνας
όπερ δεικνύει τον καιρόν από πολλούς αιώνας.


Είπε το Ωρολόγιον· «Είν’ η ζωή μου κρύα
        και άχρους, και σκληρά.
Είναι ομοία δι’ εμέ πάσα της γης ημέρα.
Παρασκευή και Σάββατο, Κυριακή, Δευτέρα,
δεν έχουσι διαφοράν. Ζω χωρίς να ελπίζω.
Η μόνη διασκέδασις, η μόνη ποικιλία
είναι, εν τη μοιραία μου, πικρά μονοτονία,
        του κόσμου η φθορά.
΄Οτε τους δείκτας μου νωθρώς, εν μαρασμώ γυρίζω
μοι φανερώνεται παντός γηίνου η απάτη.
Τέλος και πτώσις πανταχού. Aτρύτου πάλης κρότοι,
στόνοι βομβούσι πέριξ μου και συμπεραίνω ότι
Πληγώνει πάσα ώρα μου· φονεύει η εσχάτη.»

Ήκουσεν ο Aρχιερεύς τον λόγον τον αυθάδη
και είπεν· «Ωρολόγιον, η γλώσσ’ αυτή απάδει
εις την εκκλησιαστικήν και υψηλήν σειράν σου.
Τοιαύτη σκέψις πονηρά εις την διάνοιάν σου
πόθεν εισήλθεν; ω μωρά, αιρετική ιδέα!
        Το πνεύμα σου μ’ αχλύν
πυκνήν θα περιέβαλε πολύχρονος ανία.
        Άλλην αποστολήν
εκ του Κυρίου, των ωρών έλαβεν η χορεία.
Εκάστη αναζωπυρεί· γεννά η τελευταία.»

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ


ΣΑΒΒΑΤΟΒΡΑΔΟ

Μοσχοβολούν οι γειτονιές 
βασιλικό κι ασβέστη, 
παίζουν τον έρωτα κρυφά 
στις μάντρες τα παιδιά.

Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη, 
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ’ όμορφο 
τ’ όμορφο τ’ απόβραδο, 
από Δευτέρα πάλι 
πίκρα και σκοτάδι.
Αχ, να `ταν η ζωή μας 
Σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να `ρχονταν 
μια Κυριακή το βράδυ. 

Οι άντρες σχολάν’ απ’ τη δουλειά
και το βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε 
στο υπόγειο καπηλειό.
Και το φεγγάρι ντύνει, λες, 

με τ’ άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτωχοπλυσταριό. 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


Πώς να τολμήσω λοιπόν να σου υπενθυμήσω
τις Κυριακές που περάσαμε μαζί
εφόσον επακολούθησαν Δευτέρες; 

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ