Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΒΥΡΩΝΑ ΛΕΟΝΤΑΡΗ: 

Βύρωνα Λεοντάρη: Ψυχοστασία ( Ιαν. 1972, Προτάσεις ). 

       Ο Βύρων Λεοντάρης βγαίνει κατ' ευθείαν μέσα από τα καπνίζοντα ερείπια της δεκαετίας 40-50. Ανήκει φύσει και θέσει σ' ένα κύκλο νεώτερων ποιητών που πολώνονται γύρω από δυο σημαντικούς ποιητές κάπως παλιότερους: Τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Μ. Κατσαρό. Στη μεταπολεμική μας ποίηση θα μπορούσε κανείς να διακρίνει σχηματικά δυο μεγάλα ρεύματα. Το ένα συνεχίζει την Παλμική μεγαληγορία έχοντας επικεφαλής τους Ρίτσο, Λειβαδίτη και τον Ελύτη του "Άξιον Εστί". Το άλλο εκπορεύεται μέσα από τον υποτονικό χαρακτήρα του Σεφερικού λόγου και μ' ενδιάμεσο σταθμό τον Αναγωνστάκη καταλήγει στον Θ. Κωσταβάρα, στον Θωμά Γκόρπα, στον Β. Λεοντάρη και λίγο πιο πέρα στον κύκλο του προ δεκαετίας "λαθρόβιου" περιοδικού "Μαρτυρίες". Του δεύτερου αυτού ρεύματος ο τόνος είναι πιο οικείος, πιο ανθρώπινος. Επιδιώκοντας να διαπλάσει ένα αντιηρωικό κλίμα, απομυθοποιεί ορισμένες καταστάσεις με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να διεκδικήσει έναν τόνο μοναδικής γνησιότητας. Η ποίηση αυτή δεν έχει να υμνήσει κατορθώματα και συγκλονιστικές συγκρούσεις. Γεννήθηκε μετά τη μάχη και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει: "Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω - ανίατα μεσοπόλεμος... ψιθυρίζει πικρά ο Λεοντάρης κι ο στίχος αυτός χαρακτηρίζει το γενικό κλίμα της "Ψυχοστασίας". Εύκολα λοιπόν μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι εκείνο που είχε ονομαστεί "ποίηση της ήττας" από τον ίδιο τον Β. Λεοντάρη σαν κυριαρχικό ρεύμα μέσα στην ποίηση της δεκαετίας 50-60 εξακολουθεί να επιβιώνει ανανεωμένο και μετά το 1970. 
      Υπάρχει ένας στίχος που αυτοχαρακτηρίζει την ποίηση του Β. Λεοντάρη: Η τέχνη ένας πανικός μπρος στην πραγματικότητα. Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να πει, μετά από την ανάγνωση της "Ψυχοστασίας", ότι η τέχνη, έστω και πανικόβλητη, δεν μπορεί να υπάρξει σαν τέχνη: Επιτέλους πριν σκεφτούμε να προχωρήσουμε, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη φοβερή όψη της πραγματικότητας (και τον πανικό μας). 

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Διαπίστωση", τευχ. 4, Μάιος 1972, σελ. 139. 

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΒΥΡΩΝΑ ΛΕΟΝΤΑΡΗ: 

Βύρωνα Λεοντάρη: Ψυχοστασία ( Ιαν. 1972, Προτάσεις ). 

       Ο Βύρων Λεοντάρης βγαίνει κατ' ευθείαν μέσα από τα καπνίζοντα ερείπια της δεκαετίας 40-50. Ανήκει φύσει και θέσει σ' ένα κύκλο νεώτερων ποιητών που πολώνονται γύρω από δυο σημαντικούς ποιητές κάπως παλιότερους: Τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Μ. Κατσαρό. Στη μεταπολεμική μας ποίηση θα μπορούσε κανείς να διακρίνει σχηματικά δυο μεγάλα ρεύματα. Το ένα συνεχίζει την Παλμική μεγαληγορία έχοντας επικεφαλής τους Ρίτσο, Λειβαδίτη και τον Ελύτη του "Άξιον Εστί". Το άλλο εκπορεύεται μέσα από τον υποτονικό χαρακτήρα του Σεφερικού λόγου και μ' ενδιάμεσο σταθμό τον Αναγωνστάκη καταλήγει στον Θ. Κωσταβάρα, στον Θωμά Γκόρπα, στον Β. Λεοντάρη και λίγο πιο πέρα στον κύκλο του προ δεκαετίας "λαθρόβιου" περιοδικού "Μαρτυρίες". Του δεύτερου αυτού ρεύματος ο τόνος είναι πιο οικείος, πιο ανθρώπινος. Επιδιώκοντας να διαπλάσει ένα αντιηρωικό κλίμα, απομυθοποιεί ορισμένες καταστάσεις με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να διεκδικήσει έναν τόνο μοναδικής γνησιότητας. Η ποίηση αυτή δεν έχει να υμνήσει κατορθώματα και συγκλονιστικές συγκρούσεις. Γεννήθηκε μετά τη μάχη και δεν ντρέπεται να το ομολογήσει: "Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω - ανίατα μεσοπόλεμος... ψιθυρίζει πικρά ο Λεοντάρης κι ο στίχος αυτός χαρακτηρίζει το γενικό κλίμα της "Ψυχοστασίας". Εύκολα λοιπόν μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι εκείνο που είχε ονομαστεί "ποίηση της ήττας" από τον ίδιο τον Β. Λεοντάρη σαν κυριαρχικό ρεύμα μέσα στην ποίηση της δεκαετίας 50-60 εξακολουθεί να επιβιώνει ανανεωμένο και μετά το 1970. 
      Υπάρχει ένας στίχος που αυτοχαρακτηρίζει την ποίηση του Β. Λεοντάρη: Η τέχνη ένας πανικός μπρος στην πραγματικότητα. Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να πει, μετά από την ανάγνωση της "Ψυχοστασίας", ότι η τέχνη, έστω και πανικόβλητη, δεν μπορεί να υπάρξει σαν τέχνη: Επιτέλους πριν σκεφτούμε να προχωρήσουμε, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη φοβερή όψη της πραγματικότητας (και τον πανικό μας). 

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Διαπίστωση", τευχ. 4, Μάιος 1972, σελ. 139. 

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ(*):

Ο καλός πολίτης 

Σαν ήρτε η ώρα να πεθάνω 
έλα κοντά μου, μπάρμπα Θάνο. 
Δώσε μου πρώτα ένα ποτήρι, 
ξέχειλο κι είναι το στερνό, 
άνοιξε και το πανεθύρι 
να μπει το φως το βραδινό. 

Και μην αρχέψεις φασαρία 
και μου ταράξεις το παιδί 
και την καημένη τη Μαρία, 
που φως ηλιού δεν έχει δει: 
του πλυσταριού την κλειούν οι τοίχοι 
να ξενοπλένει και να βήχει. 

Για να πληρώσεις τους παπάδες 
κάνε το γάιδαρο παράδες, 
καρέκλες, μπατανίες ξεπούλα 
κι απέ τη χήρα (πως πονώ!) 
βάν' τη σε πλούσιο σπίτι δούλα, 
δος και το Λάμπη για ορφανό. 

Κι άμα θα φτάσω με πολλά 
μεγάλα σάλτα μακρουλά 
στον έφτατο ουρανόν απάνω, 
θα κάνω τούμπες εκατό 
στων ουρανών το δυνατό, 
το βασιλιά και το σουλτάνο. 

Ω! Τι λουλούδια στις βραγές 
και τι πουλιά μπουκλάτα! 
Εγώ 'μαι ο Νικολός. Σταμάτα! 
Το παρατσούκλι μου Τζογές. 
Είχα συμπέθερο το Ρίζο 
κι είχα το γάιδαρο τον γκρίζο. 

Πάγαινα πάσα Κυριακή 
και πάσα μέρα σκόλη 
στον Άη Μηνά για προσευκή 
και με το σούρουπ' όλοι 
σμίγαμε πάνου στο πατάρι 
να στούξουμε το γιοματάρι. 

Κάποτε τράβηξα το λάζο 
με το μανίκι το γαλάζο 
να μαχαιρώσω τον Τζανή 
τον άντρα της Κωνσταντινιάς, 
μα σκόνταψα σ' ένα σκαμνί 
κι έτσι δε γέννηκα φονιάς. 

Βαριάν εσήκωσα τη χέρα 
από θυμό μαζί και γούστο 
κι έδειρα τη Μαριώ μια μέρα, 
γιατί 'θελε καινούργιο μπούστο. 
Την έδερνα φορές πολλές 
να με φοβάται, καθώς λες. 

Και τι δεν έπραξα καλά! 
Μια νύχτα βρήκα ένα βερέμη 
μες στην κατώγα μου να τρέμει, 
να κλαίει και να παρακαλά. 
Ήταν φονιάς. Τον πήα στο Τμήμα 
για να μην έχω εγώ το κρίμα. 

Κάποτες ήρθε μες στα λούσα, 
τις πούδρες και τις μυρωδιές, 
στη γειτονιά μια κωλοσούσα. 
Τι ντόρος ούλες τις βραδιές! 
Πρι να μας κάψ' η Αφροδίτη, 
φωτιά της έβανα στο σπίτι. 

Όντας με πήρανε στρατιώτη 
στον πόλεμο τον τελευταίο 
καθάρισα κάτι αιχμαλώτοι. 
Κι άμα κανείς (εγώ δε φταίω)! 
γκρίνιαζ' ενάντια του πολέμου 
τον έστελνα μουσκέτο, θε μου. 

Κι αν αρρωστούσα κι αν πεινούσα, 
πλούσιον κι αφέντη προσκυνούσα 
(το θέλημά σου σεβαστό). 
Και τώρα, πόχω πια πεθάνει, 
του Παραδείσου που μου κάνει, 
άνοιχ' την πόρτα δε βαστώ!

Από την ποιητική συλλογή: "Ποιήματα". 

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ

(*) Μετά από σχετική έρευνα, βρέθηκαν μόνο δυο μελοποιημένες εκδοχές του ποιήματος, που παραθέτουμε παρακάτω, όμως, ολόκληρο το ποίημα για πρώτη φορά δημοσιεύεται εδώ.

 http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/06/blog-post_3309.html

 <iframe width="420" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/bp_3cozjshE" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>






 

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ(*):

Ο καλός πολίτης 

Σαν ήρτε η ώρα να πεθάνω 
έλα κοντά μου, μπάρμπα Θάνο. 
Δώσε μου πρώτα ένα ποτήρι, 
ξέχειλο κι είναι το στερνό, 
άνοιξε και το πανεθύρι 
να μπει το φως το βραδινό. 

Και μην αρχέψεις φασαρία 
και μου ταράξεις το παιδί 
και την καημένη τη Μαρία, 
που φως ηλιού δεν έχει δει: 
του πλυσταριού την κλειούν οι τοίχοι 
να ξενοπλένει και να βήχει. 

Για να πληρώσεις τους παπάδες 
κάνε το γάιδαρο παράδες, 
καρέκλες, μπατανίες ξεπούλα 
κι απέ τη χήρα (πως πονώ!) 
βάν' τη σε πλούσιο σπίτι δούλα, 
δος και το Λάμπη για ορφανό. 

Κι άμα θα φτάσω με πολλά 
μεγάλα σάλτα μακρουλά 
στον έφτατο ουρανόν απάνω, 
θα κάνω τούμπες εκατό 
στων ουρανών το δυνατό, 
το βασιλιά και το σουλτάνο. 

Ω! Τι λουλούδια στις βραγές 
και τι πουλιά μπουκλάτα! 
Εγώ 'μαι ο Νικολός. Σταμάτα! 
Το παρατσούκλι μου Τζογές. 
Είχα συμπέθερο το Ρίζο 
κι είχα το γάιδαρο τον γκρίζο. 

Πάγαινα πάσα Κυριακή 
και πάσα μέρα σκόλη 
στον Άη Μηνά για προσευκή 
και με το σούρουπ' όλοι 
σμίγαμε πάνου στο πατάρι 
να στούξουμε το γιοματάρι. 

Κάποτε τράβηξα το λάζο 
με το μανίκι το γαλάζο 
να μαχαιρώσω τον Τζανή 
τον άντρα της Κωνσταντινιάς, 
μα σκόνταψα σ' ένα σκαμνί 
κι έτσι δε γέννηκα φονιάς. 

Βαριάν εσήκωσα τη χέρα 
από θυμό μαζί και γούστο 
κι έδειρα τη Μαριώ μια μέρα, 
γιατί 'θελε καινούργιο μπούστο. 
Την έδερνα φορές πολλές 
να με φοβάται, καθώς λες. 

Και τι δεν έπραξα καλά! 
Μια νύχτα βρήκα ένα βερέμη 
μες στην κατώγα μου να τρέμει, 
να κλαίει και να παρακαλά. 
Ήταν φονιάς. Τον πήα στο Τμήμα 
για να μην έχω εγώ το κρίμα. 

Κάποτες ήρθε μες στα λούσα, 
τις πούδρες και τις μυρωδιές, 
στη γειτονιά μια κωλοσούσα. 
Τι ντόρος ούλες τις βραδιές! 
Πρι να μας κάψ' η Αφροδίτη, 
φωτιά της έβανα στο σπίτι. 

Όντας με πήρανε στρατιώτη 
στον πόλεμο τον τελευταίο 
καθάρισα κάτι αιχμαλώτοι. 
Κι άμα κανείς (εγώ δε φταίω)! 
γκρίνιαζ' ενάντια του πολέμου 
τον έστελνα μουσκέτο, θε μου. 

Κι αν αρρωστούσα κι αν πεινούσα, 
πλούσιον κι αφέντη προσκυνούσα 
(το θέλημά σου σεβαστό). 
Και τώρα, πόχω πια πεθάνει, 
του Παραδείσου που μου κάνει, 
άνοιχ' την πόρτα δε βαστώ!

Από την ποιητική συλλογή: "Ποιήματα". 

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ

(*) Μετά από σχετική έρευνα, βρέθηκαν μόνο δυο μελοποιημένες εκδοχές του ποιήματος, που παραθέτουμε παρακάτω, όμως, ολόκληρο το ποίημα για πρώτη φορά δημοσιεύεται εδώ.

 http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/06/blog-post_3309.html

 <iframe width="420" height="315" src="http://www.youtube.com/embed/bp_3cozjshE" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>






 

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗ ( ΜΑΡΙΟΥ ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ) ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ 

I

Αθήνα, 4-4-1994 

       Φίλε κ. Παπαδόπουλε
        Αναγνωρίζω στα ποιήματά σας την ποιητική λειτουργία. Οι χαμηλοί μάλλον τόνοι, η επιγραμματικότητα, η λιτότητα ( συνήθως ) των εκφραστικών μέσων, ακόμη και οι μεσοπολεμικοί ρυθμοί ( παρ' ότι θα τους προτιμούσα με το πολυτονικό ) τους ταιριάζουν. Καταλαβαίνω τι εννοεί εκείνη η μικρή "πέρλα" με τον τίτλο "Τα ψώνια μου" 
Γυρνώ απέξω βιαστικός 
να ξετυλίξω 
ποιήματα 
και τι θέλει να καταλάβουμε το ποίημα που αρχίζει με τον στίχο: "θα παίξεις πάλι με τις λέξεις ποιητή..." 
       Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δηλώνεται η διαστροφή στον κόσμο του να είναι κανείς ποιητής-τη μια φορά δεν κάνει τα ψώνια που κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι, την άλλη προκύπτει πως η ποίηση είναι ακριβώς ο μεγαλύτερος εχθρός του. Η ποίηση είναι που δεν μπορεί ν' αφήσει απέξω, να διώξει από πάνω του... 
       Πρέπει να προσθέσω βέβαια ότι υπάρχουν ένα δυο ποιήματα όπου η ποιητική συγκίνηση κάπως ξεθυμαίνει δοκιμάζοντας να ξεπεράσει το όριο που της επιβάλλει η επιγραμματικότητα. Π.χ. το ποίημα "Τοιχογραφίες" θα μπορούσε να μείνει ως εκεί: 
Μου 'λεγες πως οι τοίχοι έχουν αυτιά 
κι εγώ χαιρόμουνα που κάποιος 
θα μπορούσε να μ' ακούσει... 
 ενώ ακολουθούν καμιά δεκαριά ακόμη περιττοί στίχοι. Μα αυτά τα τελευταία μπορεί να είναι απλώς μιζέριες δικές μου. 

Ευχαριστώ 
Μάριος Μαρκίδης 
    

II 
Αθήνα, 16-12-1997 
       Αγαπητέ κ. Παπαδόπουλε, 
       Σας ευχαριστώ θερμά για τα "Άλλα Εμπόδια". Διαβάζω τον τίτλο της συλλογής ως εξής: Άλλα ( είναι τα ) Εμπόδια. Όλα τα ποιήματα στριφογυρίζουν γύρω απ' αυτόν τον υπαινιγμό. Οι άλλοι εφιάλτες, η άλλη συννεφιά, η άλλη ζωή... Η κλείδα ανάγνωσης βρίσκεται κατά την γνώμη μου σε δυο ποιήματα, στο ποίημα "Με τον καιρό" και στην "Απειλή". Συγκεκριμένα, στους στίχους του πρώτου "Όλα γίνονται με τον καιρό / μα κι όλα χάνονται", και στους στίχους του δεύτερου "Με νοσταλγία σας μιλώ / καθώς η στάθμη του παρόντος / ολοένα απειλεί να με σκεπάσει". 
       Υπάρχουν πολλοί ενδιαφέροντες στίχοι στη συλλογή. Η δική μου προτίμηση πέφτει στα "Όστρακα", καθώς και στο καββαδιακό "Ναυάγιο", που ο τελευταίος στίχος του "Από φουρτούνες μακριά, μα της στεριάς ναυάγιο" είναι δηλωτικός του στίγματός σας. 

Σας εύχομαι Καλές Γιορτές
Μ. Μαρκίδης 

                                                     


ΔΥΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗ ( ΜΑΡΙΟΥ ΑΦΕΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ) ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ 

I

Αθήνα, 4-4-1994 

       Φίλε κ. Παπαδόπουλε
        Αναγνωρίζω στα ποιήματά σας την ποιητική λειτουργία. Οι χαμηλοί μάλλον τόνοι, η επιγραμματικότητα, η λιτότητα ( συνήθως ) των εκφραστικών μέσων, ακόμη και οι μεσοπολεμικοί ρυθμοί ( παρ' ότι θα τους προτιμούσα με το πολυτονικό ) τους ταιριάζουν. Καταλαβαίνω τι εννοεί εκείνη η μικρή "πέρλα" με τον τίτλο "Τα ψώνια μου" 
Γυρνώ απέξω βιαστικός 
να ξετυλίξω 
ποιήματα 
και τι θέλει να καταλάβουμε το ποίημα που αρχίζει με τον στίχο: "θα παίξεις πάλι με τις λέξεις ποιητή..." 
       Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δηλώνεται η διαστροφή στον κόσμο του να είναι κανείς ποιητής-τη μια φορά δεν κάνει τα ψώνια που κάνουν οι κανονικοί άνθρωποι, την άλλη προκύπτει πως η ποίηση είναι ακριβώς ο μεγαλύτερος εχθρός του. Η ποίηση είναι που δεν μπορεί ν' αφήσει απέξω, να διώξει από πάνω του... 
       Πρέπει να προσθέσω βέβαια ότι υπάρχουν ένα δυο ποιήματα όπου η ποιητική συγκίνηση κάπως ξεθυμαίνει δοκιμάζοντας να ξεπεράσει το όριο που της επιβάλλει η επιγραμματικότητα. Π.χ. το ποίημα "Τοιχογραφίες" θα μπορούσε να μείνει ως εκεί: 
Μου 'λεγες πως οι τοίχοι έχουν αυτιά 
κι εγώ χαιρόμουνα που κάποιος 
θα μπορούσε να μ' ακούσει... 
 ενώ ακολουθούν καμιά δεκαριά ακόμη περιττοί στίχοι. Μα αυτά τα τελευταία μπορεί να είναι απλώς μιζέριες δικές μου. 

Ευχαριστώ 
Μάριος Μαρκίδης 
    

II 
Αθήνα, 16-12-1997 
       Αγαπητέ κ. Παπαδόπουλε, 
       Σας ευχαριστώ θερμά για τα "Άλλα Εμπόδια". Διαβάζω τον τίτλο της συλλογής ως εξής: Άλλα ( είναι τα ) Εμπόδια. Όλα τα ποιήματα στριφογυρίζουν γύρω απ' αυτόν τον υπαινιγμό. Οι άλλοι εφιάλτες, η άλλη συννεφιά, η άλλη ζωή... Η κλείδα ανάγνωσης βρίσκεται κατά την γνώμη μου σε δυο ποιήματα, στο ποίημα "Με τον καιρό" και στην "Απειλή". Συγκεκριμένα, στους στίχους του πρώτου "Όλα γίνονται με τον καιρό / μα κι όλα χάνονται", και στους στίχους του δεύτερου "Με νοσταλγία σας μιλώ / καθώς η στάθμη του παρόντος / ολοένα απειλεί να με σκεπάσει". 
       Υπάρχουν πολλοί ενδιαφέροντες στίχοι στη συλλογή. Η δική μου προτίμηση πέφτει στα "Όστρακα", καθώς και στο καββαδιακό "Ναυάγιο", που ο τελευταίος στίχος του "Από φουρτούνες μακριά, μα της στεριάς ναυάγιο" είναι δηλωτικός του στίγματός σας. 

Σας εύχομαι Καλές Γιορτές
Μ. Μαρκίδης 

                                                     


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ





                                            

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 

     Ο Μάρκος Μέσκος γεννήθηκε στην Έδεσσα της Μακεδονίας το 1935. Εκεί οι εγκύκλιες και οι γυμνασιακές του σπουδές. Κατ' αρχάς στο εμπορικό κατάστημα του πατρός του και κατόπιν, 1965-1980, στην Αθήνα. Απεφοίτησε από το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Σχολής Δοξιάδη Αθηνών το 1968. Εργάστηκε, μεταξύ άλλων εργασιών του ποδαριού, ως γραφίστας σε αρκετά διαφημιστικά γραφεία αλλά και επιμελητής εκδόσεων. Πολύ πριν, από το 1957, είχε συνδεθεί με τη συντακτική ομάδα του περιοδικού "Μαρτυρίες". Γράφει ποιήματα από το 1952. Συνεργάστηκε με ποιήματα, μελέτες και πεζογραφήματα σε πολλά περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Από το 1981 είναι εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη. Φίλος και συνιδρυτής της εκδοτικής ομάδας των "Χειρογράφων" ενώ από το 1987-1993 εργάστηκε ως υπεύθυνος των εκδόσεων της Α.Σ.Ε. Έχει τιμηθεί με το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Διαβάζω" για τους "Χαιρετισμούς", 1995, και με το βραβείο του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το 2006, για το σύνολο του ποιητικού του έργου.


Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

Ι.Ποίηση
• Πριν από το θάνατο. Θεσσαλονίκη, έκδοση του περιοδικού Νέα Πορεία, 1958.
• Μαυροβούνι. Θεσσαλονίκη, ιδιωτική έκδοση, 1963.
• Τα ανώνυμα. Αθήνα, ιδιωτική έκδοση, 1971.
• Άλογα στον ιππόδρομο. Αθήνα, Ερμής, 1973.
• Ιδιωτικό νεκροταφείο. Αθήνα, ιδιωτική έκδοση, 1975.
• Τα ισόβια ποιήματα. Αθήνα, Σημειώσεις, 1977.
• Τα φαντάσματα της ελευθερίας. Αθήνα, Σημειώσεις, 1979.
• Άνθη στο καταραμένο φίδι. Αθήνα, ιδιωτική έκδοση, 1983.
• Στον ίσκιο της γης. Αθήνα, Ύψιλον, 1986.
• Δώδεκα μάηδες. Έδεσσα, ιδιωτική έκδοση, 1992.
• Χαιρετισμοί. Αθήνα, Ύψιλον, 1995.
• Άνθη στο καταραμένο φίδι. Αθήνα, Νεφέλη, 1998.
ΙΙ.Πεζογραφία
• Παιχνίδια στον παράδεισο. Αθήνα, ιδιωτική έκδοση, 1978.
• Κομμένη γλώσσα. Αθήνα, Έρασμος, 1979.
ΙΙΙ.Δοκίμια
• Γνωστοί και άγνωστοι. Αθήνα, Έρασμος, 1987.
ΙV. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
• Μαύρο δάσος (1958-1980). Αθήνα, Ύψιλον, 1981.
• Διαλογή (από τις συλλογές Μαυροβούνι και Άλογα στον ιππόδορμο). Αθήνα, Μουσικός Άυγουστος, 1981.
• Τα δέοντα. Έδεσσα, έκδοση Δήμου Έδεσσας, 1990.
• Μαύρο δάσος (ποιήματα 1958-1986). Αθήνα, Νεφέλη, 1999.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία


• Βέης Γιώργος, «Σπουδή κενού», Διαβάζω398, 7-8/1999, σ.88-89.
• Θεοδοσοπούλου Μαίρη, Φάις Μισέλ, Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, «Βραβείο ποίησης ‘95· Μάρκος Μέσκος: Χαιρετισμοί», Διαβάζω364, 6/1996, σ.90-92.
• Κεφαλάς Ηλίας, «Για πού τραβά η άγρια ομορφιά», Διαβάζω155, 19/11/1986, σ.60-62.
• Καλαμαράς Βασίλης, «Ποιοι είναι οι φίλοι του Μάρκου Μέσκου», Διαβάζω365, 7-8/1996, σ.80-84 (συνέντευξη).
• Λειβαδίτης Τάσος, Κριτική για τα Ισόβια ποιήματα, Αυγή, 22/10/1978.
• Μπουκάλας Παντελής, Κριτική για την Κομμένη Γλώσσα, Η Καθημερινή, 20/1/1998.
• χ.σ., «Μέσκος Μάρκος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό6. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987.


ΙV
Το φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;
Πουλιά-καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.
Τί εικόνα τί πέλαο τί δρυμός!
Βουΐζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.
Άλλα εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμίας πηγής δεν ήπιαμε νερό.

V
Του Σαγγαρίου οι μαχητές αποδεκατισμένοι μα πονηροί
φίλησαν το χέρι της καβουρομάνας Σαλονίκης κι από τότε
κάθε μέρα που ξυπνώ μια σπίνος είμαι μια κοράκι
έτσι μιλώ απ’ τη χαραυγή για το μπουκέτο εκείνο
στο μεθυσμένο το μυαλό του ασίκη Αβραάμ Μπεναρόγια!


Ο ΣΤΕΡΓΙΟΣ
Το βουνό γονάτιζε νύχτα με το τσεκούρι και χαραυγές
τα ξύλα στην πόλη κατέβαζε με τα μουλάρια.
Στέργιο τον έλεγαν κι είχε πέντε παιδιά –όλα κορίτσια.
Παράλυτος πήγε από κακή ασθένεια και γυναίκες.
Καί τη γυναίκα είχε του σπιτιού
αυτός φωνές και χωρατά καθώς ξεφόρτωνε τα ζώα στην αυλή
κι εκείνη σιωπηλά επιτιμώντας τον
γιατί πουλάει το βουνό τόσο φθηνά
καί χαραμίζει τη ζωή του.


IV
Και πώς βρέθηκε παροπλισμένο μουλάρι στον μώλο
αμίλητο στα τέσσερα και την ουρά πέρα δώθε
άραγε να νοεί γιατί στον λαιμό η τριχιά
γιατί στερνή βάρκα θα φέρει ψάρι του πετρελαίου
και γιατί στα σύρματα χελιδονάκι τιτιβίζει
ξετρελαμένο εκείνο από χαρά
κι αυτό με την κεφάλα κάτω στη θλίψη.


VII
Πλατεία Ελευθερίας, πλατεία σύναξης των Εβραίων
Πλατεία των καϊκιών είναι το λιμάνι
που συνωστίζονται κατάρτια κι άλμπουρα και ιστοί
ώρα δειλινού και σούρουπο μουντό
να δούνε κινηματογράφο με χρώματα εξαίσια
κατά τον ΄Ολυμπο και τις ακτές της Κατερίνης.
Ο καλύτερος μου φίλος θα με προδώσει.

 Αξιωματικός

Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μάς ρωτούσε :
- Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
όταν σκορπίσετε από δω,
σαν γίνετε άντρες;

Kατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου :
- Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός ! ...

Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
τ' αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
προτιμώ να ' μαι βοσκός με τα γελάδια
όλη μέρα, βρέχει, χιονίζει, στο δάσος...



Ψιλόβροχο (XIV)

Κοίταζα τα φρύδια σου∙ βαθιά τα μάτια σου∙
τα μαύρα σου μαλλιά και το πικρό σου στόμα –
αν ανταμώσουμε ξανά θα σε γνωρίσω πάλι. 



Σήματα
V
Πεινασμένος ο λόγος που καρτερεί σιωπηλά
λέξεις που σημαίνουν λέξεις που δεν σπιθοβολούν
λέξεις που εγείρονται να μιλήσουν πάλι βιαστικά
μην τάχα δεν προλάβουν…


 Ποιητής

Τελείωνε το ποίημα όταν πλησίασα.
(Ήταν αθάνατος ή όχι;)
Του μιλούσα κι αυτός έβλεπε πώς πίνουν νερό τα πουλιά
του μιλούσα κι αυτός έπαιρνε τη σάλπιγγα
             να τραγουδήσει νεκρούς...
Του 'δειχνα τ' άσπρα μου μαλλιά μ' αυτός δε φοβόταν
 
             τον θάνατο,
του 'λεγα να 'ρθεί μαζί μου να γελάσει
να χορέψει ή να κλάψει κάτω απ' τη θλιμμένη βροχή
μ' αυτός βρήκε βάναυσα τα λόγια μου
κι έφυγε κρύβοντας την παρουσία του στο πλήθος
όπως το λαβωμένο ζώο στο δάσος.


 XVIII
Τω καιρώ εκείνω η χώρα πάλι δυστυχούσε.
Αόρατοι πόλεμοι μα θανατηφόροι εξίσου, αρρώστιες συχνά και το φριχτον τέλος όχι στην όμορφη θέα του μοναστηριού που οι καλόγεροι κρατούν στη μέση τα κλειδιά των κρανίων μήτε στον λόφο με τα κυπαρίσσια• μα στη σκόνη μέσα και στα σκου¬πίδια και στα υπόγεια αζήτητοι νεκροί –με το στανιό τα μάτια ορθάνοιχτα για τη φωτογραφία και την επικήρυξη. Και άλλη πείνα και ανέχεια ψυχής κάτω απ’ τον ίδιο πάντοτε ουρανό του κόσμου.

Στο διηνεκές τότε διάλεξε την ώρα ο Βασιλιάς και μια μέρα εκατέβη στην αγορά όπου το ψέμα συνωστίζεται και η απάτη και οι σιωπηλές φωνές του κέρδους. Παραμέρισαν οι ρακένδυτοι να περάσει η συνοδεία και να σταθεί στο κέντρον ο Μεγαλειό¬τατος με τις πορφύρες. Εκείνος, ο θεόπνευστος, σήκωσε τα χέρια ψηλά τρις, κάθε φορά γεμίζοντας τις χούφτες του διαμα¬ντικά και γρόσια και χρυσάφια τινάζοντάς τα προς τα σύννεφα, σημάδι, λένε, πως αγαπούσε τους ανθρώπους και τον λαό και πως τα χάριζε σκορπώντας τα έτσι.

Αλαλάζοντας συρφετός χύμηξε ποιος να προλάβει πρώτος χτυπώντας και υβρίζοντας ο εις τον άλλον. Γρηγορότερα από τις αστραπές της βροχής συνάχτηκαν οι ξαφνικές λάμψεις στο χώμα και το στερνό φλουρί ακόμα που κυλούσε προς τον υπόνομο.

Η πομπή ξεκίνησε από τα μάτια του Βασιλιά για το παλάτι με το κνούτο μπροστά που πρίν λίγο σιγούσε. Κι από τους τυχερούς της ημέρας άλλοι ταχύτατα λάκισαν σφίγγοντας τον κόρφο για το καλύβι, άλλοι βροντώντας τις τσέπες πέρασαν στίς ανάγκες και στα καπηλειά• μα κάποιοι στη γωνιά, αμέτοχοι στην εξαγορά του βίου τους, σφίγγοντας τα δόντια έκλαιγαν.