Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

ΜΕΡΙΚΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΠΟΙΗΣΗΣ








Γράφει ο Νίκος Σουβατζής: 





      Η ποίηση είναι μια πυκνή μορφή λόγου. Ένα ποίημα που διαβάζεται σε λίγα λεπτά μπορεί να κρύβει κοπιαστική δουλειά ωρών, ενώ αν συνυπολογίσουμε και την έμπνευση, τότε μιλάμε για δουλειά πολλών ημερών ακόμα και εβδομάδων. Μπορεί να φαίνεται εύκολο να γράψει κάποιος ποίηση, σίγουρα όμως δεν είναι. Κατά την άποψή μου πρέπει να πληρούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις.
       Προϋπόθεση πρώτη είναι ο γράφων ή η γράφουσα να χειρίζεται άψογα τον λόγο. Η γλώσσα είναι το εργαλείο της δουλειάς των ποιητών. Αυτό το εργαλείο πρέπει να το χειρίζονται άριστα. Να γνωρίζουν τους γραμματικούς, συντακτικούς και ορθογραφικούς κανόνες, τους κανόνες στίξης και να έχουν μια μεγάλη ευχέρεια στο να διατυπώνουν τις σκέψεις τους γραπτά. Ένα ποίημα πριν δοθεί για ανάγνωση ή δημοσίευση πρέπει να είναι καλογραμμένο και φροντισμένο. Η άποψη ότι πρέπει να γράφουμε ένα ποίημα όπως μας έρχεται και δεν πρέπει να το διορθώνουμε γιατί το αλλοιώνουμε, στην πραγματικότητα κρύβει άγνοια. Η έμπνευση και το αυθόρμητο δεν μπορούν να είναι άλλοθι για την προχειρότητα.
       Προϋπόθεση δεύτερη για να γραφτεί ποίηση, είναι ο άνθρωπος που θα το επιχειρήσει να γνωρίζει και να αγαπάει το αντικείμενο. Να έχει διαβάσει πολλή ποίηση, να γνωρίζει τους κανόνες της, για παράδειγμα σε ποιο σημείο πρέπει να διακόψει έναν στίχο, να γνωρίζει διάφορα ρεύματα, γενιές και σχολές ποίησης. Άνθρωποι που χαρακτηρίζουν την ποίηση σε ελεύθερο στίχο «μοντέρνα» και την απαξιώνουν, όταν αυτό το είδος ποίησης έχει έναν αιώνα ιστορίας και η συντριπτική πλειοψηφία της μεταπολεμικής ποίησης είναι χωρίς ομοιοκαταληξία, έχουν πλήρη άγνοια για το τι εστί ποίηση και έχουν μείνει στα ποιήματα που άκουγαν στις σχολικές γιορτές. Είναι σαν κάποιος να επιχειρήσει να σκηνοθετήσει μια ταινία και οι γνώσεις του να περιορίζονται στον βωβό κινηματογράφο. Αυτά ως προς τη γνώση. Σε σχέση με την αγάπη που πρέπει να έχουν οι ποιητές για την ποίηση ας αναλογιστούμε τι ποίηση θα μπορούσε να γράψει κάποιος που αποφάσισε να ασχοληθεί μ' αυτή απλώς και μόνο επειδή έχει ελεύθερο χρόνο και δεν ξέρει πώς να τον γεμίσει ή επειδή έτυχε να διαβάσει κάπου ένα ποίημα και σκέφτηκε ότι είναι κάτι που μπορεί να κάνει και ο ίδιος. Κακά τα ψέματα. Όταν δεν αγαπάς κάτι και το κάνεις για να περάσει η ώρα δεν θα γίνεις ποτέ καλός σ' αυτό. Εδώ θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά σε απόψεις του τύπου: «Είμαστε όλοι ποιητές». Ναι μεν η ποίηση δεν πρέπει να απευθύνεται σε μια κλειστή ελίτ, η συγγραφή ποίησης όμως είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει απ' τον καθένα. Ούτε θέλουν, ούτε μπορούν όλοι να γράψουν ποίηση όπως αντίστοιχα δεν μπορούν όλοι να παίξουν μουσική ή να ζωγραφίσουν. Τέτοιες απόψεις είναι ισοπεδωτικές και απαξιώνουν την ποίηση παρουσιάζοντάς την σαν κάτι που μπορεί να γίνει χωρίς κόπο, ενώ όσοι ασπάζονται τέτοιες απόψεις δεν μπορούν να τις τεκμηριώσουν. Τις αναφέρουν σαν αυταπόδεικτο αξίωμα με το οποίο όλοι πρέπει να συμφωνήσουμε. Όχι λοιπόν, ευτυχώς ή δυστυχώς δεν είμαστε όλοι ποιητές. Μάλλον ευτυχώς γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν βαρετό.
       Προϋπόθεση τρίτη για τη συγγραφή ποίησης είναι αυτός ή αυτή που γράφει να έχει έφεση, δεν θα έλεγα ταλέντο γιατί δεν μου αρέσει αυτή η λέξη, στην ποίηση. Καλό είναι να έχουμε αυτογνωσία. Αν δεν ξέρουμε πώς να σταθούμε σε μια θεατρική σκηνή σίγουρα δεν έχουμε κλίση στην υποκριτική. Αν όμως πιστεύουμε ότι έχουμε έφεση στην ποίηση επειδή αυτά που γράφουμε μας αρέσουν, πώς μπορούμε να διαπιστώσουμε αν είναι όντως έτσι; Η γνώμη συγγενών και φίλων περιέχει θετική προκατάληψη, οπότε δεν μας βοηθάει και πολύ. Όπως επίσης δεν μας βοηθάει και ένα θετικό σχόλιο που θα κάνει κάποιος από ευγένεια. Ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε αν τα γραπτά μας έχουν κάποια λογοτεχνική αξία, είναι να στείλουμε δείγμα της δουλειάς μας σε καλά λογοτεχνικά περιοδικά που επιλέγουν την ύλη που θα δημοσιεύσουν με σοβαρά κριτήρια και να πάρουμε μέρος σε διαγωνισμούς στην κριτική επιτροπή των οποίων συμμετέχουν καταξιωμένοι ποιητές, κριτικοί και καθηγητές λογοτεχνίας. Καλό είναι να επιλέξουμε περιοδικά και διαγωνισμούς που συμβαδίζουν με το ύφος της γραφής μας. Αν έχουμε στείλει, για παράδειγμα, ποιήματά μας σε δέκα λογοτεχνικά περιοδικά και κανείς δεν τα έχει αξιολογήσει θετικά, τότε σημαίνει ότι κάτι κάνουμε λάθος και αυτά που γράφουμε δεν είται τόσο καλά όσο νομίζαμε. Το να έχουν όλοι άδικο και εμείς δίκιο είναι δύσκολο. Η απόρριψη πρέπει να μας κάνει να προσπαθήσουμε περισσότερο. Όταν δε αυτή συνοδεύεται από τεκμηριωμένη κριτική, πρέπει να τη λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψιν μας ώστε να βελτιωθούμε.
       Προϋπόθεση τέταρτη για να γράψει κάποιος ποίηση είναι η ευαισθησία. Η ποίηση εκφράζει συναισθήματα. Όποιος δεν μπορεί να νιώσει δεν μπορεί και να γράψει. Αυτά που γράφει θα είναι άψυχα και δεν θα συγκινούν κανένα. Η ευαισθησία θα πρέπει να συνοδεύεται από σοβαρότητα και σεβασμό στους αναγνώστες. Η ποίηση είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ακόμα και η σατιρική ποίηση έχει κάποιους κανόνες και αξιολογείται με βάση κάποια κριτήρια. Επίσης όταν θέλουμε οι αναγνώστες να σέβονται τη δουλειά μας πρέπει κι εμείς να τους σεβόμαστε. Η οργή δεν πρέπει να γίνεται πρόσχημα για τη χυδαιότητα.
       Πέμπτη και τελευταία προϋπόθεση για τη συγγραφή ποίησης είναι η έμπνευση. Ένα ποίημα πρέπει να βγαίνει απ' την ψυχή μας και να μη γράφεται μηχανικά. Έχω διαβάσει ποιήματα που ενώ με εκφράζουν πολιτικά, δεν μου προκαλούν κανένα συναίσθημα γιατί είναι ανέμπνευστα. Είναι σαν να έχει πάρει κάποιος όλα τα συνθήματα μιας διαδήλωσης και να τα έχει βάλει στη σειρά, χωρίς καμία επεξεργασία. Η έμπνευση δεν έρχεται κατά παραγγελία. Μπορεί να θέλουμε να γράψουμε για ένα γεγονός που μας συγκινεί ή για να τιμήσουμε τη μνήμη κάποιων ανθρώπων. Όσο και να το θέλουμε η έμπνευση μπορεί να μην έρθει ποτέ και να γράψουμε κάτι διεκπαιρεωτικά. Κάτι που θα είναι γεμάτο κοινοτοπίες και θα ξεχαστεί την επόμενη στιγμή.
       Τα παραπάνω δεν αποτελούν κανόνες, ούτε συμβουλές ή οδηγίες. Είναι προσωπικές απόψεις. Επί τη ευκαιρία θα ήθελα να ξεκαθαρίσω μια παρεξήγηση: Το ότι μια άποψη είναι προσωπική δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι τεκμηριωμένη.    









ΜΕΡΙΚΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΠΟΙΗΣΗΣ








Γράφει ο Νίκος Σουβατζής: 





      Η ποίηση είναι μια πυκνή μορφή λόγου. Ένα ποίημα που διαβάζεται σε λίγα λεπτά μπορεί να κρύβει κοπιαστική δουλειά ωρών, ενώ αν συνυπολογίσουμε και την έμπνευση, τότε μιλάμε για δουλειά πολλών ημερών ακόμα και εβδομάδων. Μπορεί να φαίνεται εύκολο να γράψει κάποιος ποίηση, σίγουρα όμως δεν είναι. Κατά την άποψή μου πρέπει να πληρούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις.
       Προϋπόθεση πρώτη είναι ο γράφων ή η γράφουσα να χειρίζεται άψογα τον λόγο. Η γλώσσα είναι το εργαλείο της δουλειάς των ποιητών. Αυτό το εργαλείο πρέπει να το χειρίζονται άριστα. Να γνωρίζουν τους γραμματικούς, συντακτικούς και ορθογραφικούς κανόνες, τους κανόνες στίξης και να έχουν μια μεγάλη ευχέρεια στο να διατυπώνουν τις σκέψεις τους γραπτά. Ένα ποίημα πριν δοθεί για ανάγνωση ή δημοσίευση πρέπει να είναι καλογραμμένο και φροντισμένο. Η άποψη ότι πρέπει να γράφουμε ένα ποίημα όπως μας έρχεται και δεν πρέπει να το διορθώνουμε γιατί το αλλοιώνουμε, στην πραγματικότητα κρύβει άγνοια. Η έμπνευση και το αυθόρμητο δεν μπορούν να είναι άλλοθι για την προχειρότητα.
       Προϋπόθεση δεύτερη για να γραφτεί ποίηση, είναι ο άνθρωπος που θα το επιχειρήσει να γνωρίζει και να αγαπάει το αντικείμενο. Να έχει διαβάσει πολλή ποίηση, να γνωρίζει τους κανόνες της, για παράδειγμα σε ποιο σημείο πρέπει να διακόψει έναν στίχο, να γνωρίζει διάφορα ρεύματα, γενιές και σχολές ποίησης. Άνθρωποι που χαρακτηρίζουν την ποίηση σε ελεύθερο στίχο «μοντέρνα» και την απαξιώνουν, όταν αυτό το είδος ποίησης έχει έναν αιώνα ιστορίας και η συντριπτική πλειοψηφία της μεταπολεμικής ποίησης είναι χωρίς ομοιοκαταληξία, έχουν πλήρη άγνοια για το τι εστί ποίηση και έχουν μείνει στα ποιήματα που άκουγαν στις σχολικές γιορτές. Είναι σαν κάποιος να επιχειρήσει να σκηνοθετήσει μια ταινία και οι γνώσεις του να περιορίζονται στον βωβό κινηματογράφο. Αυτά ως προς τη γνώση. Σε σχέση με την αγάπη που πρέπει να έχουν οι ποιητές για την ποίηση ας αναλογιστούμε τι ποίηση θα μπορούσε να γράψει κάποιος που αποφάσισε να ασχοληθεί μ' αυτή απλώς και μόνο επειδή έχει ελεύθερο χρόνο και δεν ξέρει πώς να τον γεμίσει ή επειδή έτυχε να διαβάσει κάπου ένα ποίημα και σκέφτηκε ότι είναι κάτι που μπορεί να κάνει και ο ίδιος. Κακά τα ψέματα. Όταν δεν αγαπάς κάτι και το κάνεις για να περάσει η ώρα δεν θα γίνεις ποτέ καλός σ' αυτό. Εδώ θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά σε απόψεις του τύπου: «Είμαστε όλοι ποιητές». Ναι μεν η ποίηση δεν πρέπει να απευθύνεται σε μια κλειστή ελίτ, η συγγραφή ποίησης όμως είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει απ' τον καθένα. Ούτε θέλουν, ούτε μπορούν όλοι να γράψουν ποίηση όπως αντίστοιχα δεν μπορούν όλοι να παίξουν μουσική ή να ζωγραφίσουν. Τέτοιες απόψεις είναι ισοπεδωτικές και απαξιώνουν την ποίηση παρουσιάζοντάς την σαν κάτι που μπορεί να γίνει χωρίς κόπο, ενώ όσοι ασπάζονται τέτοιες απόψεις δεν μπορούν να τις τεκμηριώσουν. Τις αναφέρουν σαν αυταπόδεικτο αξίωμα με το οποίο όλοι πρέπει να συμφωνήσουμε. Όχι λοιπόν, ευτυχώς ή δυστυχώς δεν είμαστε όλοι ποιητές. Μάλλον ευτυχώς γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν βαρετό.
       Προϋπόθεση τρίτη για τη συγγραφή ποίησης είναι αυτός ή αυτή που γράφει να έχει έφεση, δεν θα έλεγα ταλέντο γιατί δεν μου αρέσει αυτή η λέξη, στην ποίηση. Καλό είναι να έχουμε αυτογνωσία. Αν δεν ξέρουμε πώς να σταθούμε σε μια θεατρική σκηνή σίγουρα δεν έχουμε κλίση στην υποκριτική. Αν όμως πιστεύουμε ότι έχουμε έφεση στην ποίηση επειδή αυτά που γράφουμε μας αρέσουν, πώς μπορούμε να διαπιστώσουμε αν είναι όντως έτσι; Η γνώμη συγγενών και φίλων περιέχει θετική προκατάληψη, οπότε δεν μας βοηθάει και πολύ. Όπως επίσης δεν μας βοηθάει και ένα θετικό σχόλιο που θα κάνει κάποιος από ευγένεια. Ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε αν τα γραπτά μας έχουν κάποια λογοτεχνική αξία, είναι να στείλουμε δείγμα της δουλειάς μας σε καλά λογοτεχνικά περιοδικά που επιλέγουν την ύλη που θα δημοσιεύσουν με σοβαρά κριτήρια και να πάρουμε μέρος σε διαγωνισμούς στην κριτική επιτροπή των οποίων συμμετέχουν καταξιωμένοι ποιητές, κριτικοί και καθηγητές λογοτεχνίας. Καλό είναι να επιλέξουμε περιοδικά και διαγωνισμούς που συμβαδίζουν με το ύφος της γραφής μας. Αν έχουμε στείλει, για παράδειγμα, ποιήματά μας σε δέκα λογοτεχνικά περιοδικά και κανείς δεν τα έχει αξιολογήσει θετικά, τότε σημαίνει ότι κάτι κάνουμε λάθος και αυτά που γράφουμε δεν είται τόσο καλά όσο νομίζαμε. Το να έχουν όλοι άδικο και εμείς δίκιο είναι δύσκολο. Η απόρριψη πρέπει να μας κάνει να προσπαθήσουμε περισσότερο. Όταν δε αυτή συνοδεύεται από τεκμηριωμένη κριτική, πρέπει να τη λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψιν μας ώστε να βελτιωθούμε.
       Προϋπόθεση τέταρτη για να γράψει κάποιος ποίηση είναι η ευαισθησία. Η ποίηση εκφράζει συναισθήματα. Όποιος δεν μπορεί να νιώσει δεν μπορεί και να γράψει. Αυτά που γράφει θα είναι άψυχα και δεν θα συγκινούν κανένα. Η ευαισθησία θα πρέπει να συνοδεύεται από σοβαρότητα και σεβασμό στους αναγνώστες. Η ποίηση είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ακόμα και η σατιρική ποίηση έχει κάποιους κανόνες και αξιολογείται με βάση κάποια κριτήρια. Επίσης όταν θέλουμε οι αναγνώστες να σέβονται τη δουλειά μας πρέπει κι εμείς να τους σεβόμαστε. Η οργή δεν πρέπει να γίνεται πρόσχημα για τη χυδαιότητα.
       Πέμπτη και τελευταία προϋπόθεση για τη συγγραφή ποίησης είναι η έμπνευση. Ένα ποίημα πρέπει να βγαίνει απ' την ψυχή μας και να μη γράφεται μηχανικά. Έχω διαβάσει ποιήματα που ενώ με εκφράζουν πολιτικά, δεν μου προκαλούν κανένα συναίσθημα γιατί είναι ανέμπνευστα. Είναι σαν να έχει πάρει κάποιος όλα τα συνθήματα μιας διαδήλωσης και να τα έχει βάλει στη σειρά, χωρίς καμία επεξεργασία. Η έμπνευση δεν έρχεται κατά παραγγελία. Μπορεί να θέλουμε να γράψουμε για ένα γεγονός που μας συγκινεί ή για να τιμήσουμε τη μνήμη κάποιων ανθρώπων. Όσο και να το θέλουμε η έμπνευση μπορεί να μην έρθει ποτέ και να γράψουμε κάτι διεκπαιρεωτικά. Κάτι που θα είναι γεμάτο κοινοτοπίες και θα ξεχαστεί την επόμενη στιγμή.
       Τα παραπάνω δεν αποτελούν κανόνες, ούτε συμβουλές ή οδηγίες. Είναι προσωπικές απόψεις. Επί τη ευκαιρία θα ήθελα να ξεκαθαρίσω μια παρεξήγηση: Το ότι μια άποψη είναι προσωπική δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι τεκμηριωμένη.    









Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ-ΔΥΟ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΣΕ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ "ΚΕΔΡΟΣ"








       Τον Δεκέμβρη του 1971, από τις εκδόσεις "Κέδρος" κυκλοφόρησε μια ποιητική ανθολογία με τίτλο "Η Νέα γενιά" από τους Στέφανο Μπεκατώρο και Αλέκο Φλωράκη.  Οι ποιητές που συμπεριλαμβάνονται στην ανθολογία ανήκουν στην γενιά του '70 γνωστή και ως "Γενιά της αμφισβήτησης". 
       Οι γνωστοί ηθοποιοί Χρήστος Βαλαβανίδης και Δημήτρης Ποταμίτης συμμετέχουν με αρκετά ποιήματά τους στην συγκεκριμένη ανθολογία. Κανένας από τους δύο ηθοποιούς δεν συνέχισε στο χώρο της ποίησης καθώς και τους δυο τους κέρδισε η ηθοποιία, όμως, αξίζει να δούμε κάποια ποιήματα, που δείχνουν το ταλέντο τους.
        Ειδικότερα ο Χρήστος Βαλαβανίδης εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή το 1974 με τον τίτλο: "Εικοσιοκτώ ποιήματα" από τις "Εκδόσεις των Φίλων". Το 2007 εξέδωσε μια ακόμα ποιητική συλλογή με τίτλο "Ανοιχτή ακρόαση" από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Στη Βικιπαίδεια αναφέρονται τρεις ποιητικές συλλογές του Χρήστου Βαλαβανίδη, χωρίς να αναφέρονται οι τίτλοι ή άλλα στοιχεία. 
       Σκοπός μας δεν είναι να αντιγράψουμε όλη την ανθολογία γι' αυτό δεν παραθέτουμε όλα τα ποιήματα του Βαλαβανίδη και του Ποταμίτη, που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη έκδοση, παρά μόνο κάποιες επιλογές.  

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ: 

Η ζωή μου 
της έλεγε  
μοιάζει με το κάστρο - 
πότε το κυριεύουν 
πότε το κατοικούν 
πότε το συνηθίζουν. 

Ποίημα της πέτρινης εποχής 

Όταν έλιωσαν οι πάγοι 
οι γυναίκες μείναν στις σπηλιές. 
Φτιάξαμε τόξα και κοντάρια 
βγήκαμε στο κυνήγι. 
Το δέρμα μας είναι άσπρο 
τα μάτια μας πράσινα η γαλάζια 
στη γη φυτρώνουνε λουλούδια 
σπάει σε χίλια χρώματα ο ήλιος 
σαν πέφτει πάνω στα στολίδια που φοράμε 
χαιρόμαστε τον έρωτα με άγνωστους ανθρώπους. 
Μονάχα ο ρυθμικός αντίλαλος κάποιου τυμπάνου 
γεμίζει την καρδιά μας τρόμο κι αγωνία. 

Πρέπει να φτιάξουμε όπλα πιο σκληρά. 


Από τις "τρεις φωτογραφίες" 

                   β'

Γυμνό τ' ακρωτήρι 
άδειο το σκοινί 
η θάλασσα ήρεμη 
κι αυτός περιμένει την άνοιξη 
άσπρο το μανταλάκι απ' τον ήλιο 
κοιτάζοντας τον ουρανό 
κομμένον στα δύο: 
πάνω 
               η σιωπή 
και κάτω 
             το μεράκι της θάλασσας. 


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ: 


Η σιωπή 

Τώρα 
όλοι 
πανηγυρίζουν 
που είναι 
μόνοι 
χαράζουνε 
στην πέτρα 
τη σιωπή τους 
σπάζουν 
την πέτρα 
για να βρουν 
τη ρίζα τους 
γυρεύουν 
λίγη ρίζα 
λεμονιάς 
για να μιλήσουν 


Αιτιάσεις θεατρίνου 

                               η κωμωδία 

Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να κάνω τη ζωή να μου χαμογελάσει 
μόνη της δε θα το 'κανε ποτέ 
δεν ανήκω στον κύκλο των ευνοουμένων της 
                     
                                 η τραγωδία           
  
Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να βρω τ' αγαπημένο Πλάσμα 
που από παιδί ζητούσα μέσα μου 
και να το ζωντανέψω 
πλάθοντας απ' την αρχή ένα κόσμο 
πιο άτρωτο απ' τα ερείπια της Σαλαμίνας

                                   Το όνειρο 

Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να βρω μιαν άλλη ζωή 
μιαν άλλη μυθολογία 
ένα προσωπείο πιο ανθρώπινο από κείνο των αγαλμάτων 
ένα ρυθμό πιο μουσικό στον τρόπο να κινδυνεύω 



Η πόλη 

Αυτές είναι 
οι ηλεκτρικές στήλες του Ολυμπίου Διός 
που να τη βρεις τη ζωή σου 
σε τούτη την πόλη 
με τα λευκά χείλη της ειρωνείας 
με το πρώιμο χρώμα στα μάτια των παιδιών 
που να τη βρεις 
ανάμεσα στα φώτα τα λεωφορεία και τα μετρό 
να ανακαλύψεις κανένα αγαπημένο πρόσωπο 
κανένα πρόσωπο δικό σου 
που να τη βρεις 
τώρα που τα καφενεία έγιναν 
ο πιο ανώδυνος τόπος αυτοκτονίας; 






ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ-ΔΥΟ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΣΕ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ "ΚΕΔΡΟΣ"








       Τον Δεκέμβρη του 1971, από τις εκδόσεις "Κέδρος" κυκλοφόρησε μια ποιητική ανθολογία με τίτλο "Η Νέα γενιά" από τους Στέφανο Μπεκατώρο και Αλέκο Φλωράκη.  Οι ποιητές που συμπεριλαμβάνονται στην ανθολογία ανήκουν στην γενιά του '70 γνωστή και ως "Γενιά της αμφισβήτησης". 
       Οι γνωστοί ηθοποιοί Χρήστος Βαλαβανίδης και Δημήτρης Ποταμίτης συμμετέχουν με αρκετά ποιήματά τους στην συγκεκριμένη ανθολογία. Κανένας από τους δύο ηθοποιούς δεν συνέχισε στο χώρο της ποίησης καθώς και τους δυο τους κέρδισε η ηθοποιία, όμως, αξίζει να δούμε κάποια ποιήματα, που δείχνουν το ταλέντο τους.
        Ειδικότερα ο Χρήστος Βαλαβανίδης εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή το 1974 με τον τίτλο: "Εικοσιοκτώ ποιήματα" από τις "Εκδόσεις των Φίλων". Το 2007 εξέδωσε μια ακόμα ποιητική συλλογή με τίτλο "Ανοιχτή ακρόαση" από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Στη Βικιπαίδεια αναφέρονται τρεις ποιητικές συλλογές του Χρήστου Βαλαβανίδη, χωρίς να αναφέρονται οι τίτλοι ή άλλα στοιχεία. 
       Σκοπός μας δεν είναι να αντιγράψουμε όλη την ανθολογία γι' αυτό δεν παραθέτουμε όλα τα ποιήματα του Βαλαβανίδη και του Ποταμίτη, που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη έκδοση, παρά μόνο κάποιες επιλογές.  

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ: 

Η ζωή μου 
της έλεγε  
μοιάζει με το κάστρο - 
πότε το κυριεύουν 
πότε το κατοικούν 
πότε το συνηθίζουν. 

Ποίημα της πέτρινης εποχής 

Όταν έλιωσαν οι πάγοι 
οι γυναίκες μείναν στις σπηλιές. 
Φτιάξαμε τόξα και κοντάρια 
βγήκαμε στο κυνήγι. 
Το δέρμα μας είναι άσπρο 
τα μάτια μας πράσινα η γαλάζια 
στη γη φυτρώνουνε λουλούδια 
σπάει σε χίλια χρώματα ο ήλιος 
σαν πέφτει πάνω στα στολίδια που φοράμε 
χαιρόμαστε τον έρωτα με άγνωστους ανθρώπους. 
Μονάχα ο ρυθμικός αντίλαλος κάποιου τυμπάνου 
γεμίζει την καρδιά μας τρόμο κι αγωνία. 

Πρέπει να φτιάξουμε όπλα πιο σκληρά. 


Από τις "τρεις φωτογραφίες" 

                   β'

Γυμνό τ' ακρωτήρι 
άδειο το σκοινί 
η θάλασσα ήρεμη 
κι αυτός περιμένει την άνοιξη 
άσπρο το μανταλάκι απ' τον ήλιο 
κοιτάζοντας τον ουρανό 
κομμένον στα δύο: 
πάνω 
               η σιωπή 
και κάτω 
             το μεράκι της θάλασσας. 


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ: 


Η σιωπή 

Τώρα 
όλοι 
πανηγυρίζουν 
που είναι 
μόνοι 
χαράζουνε 
στην πέτρα 
τη σιωπή τους 
σπάζουν 
την πέτρα 
για να βρουν 
τη ρίζα τους 
γυρεύουν 
λίγη ρίζα 
λεμονιάς 
για να μιλήσουν 


Αιτιάσεις θεατρίνου 

                               η κωμωδία 

Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να κάνω τη ζωή να μου χαμογελάσει 
μόνη της δε θα το 'κανε ποτέ 
δεν ανήκω στον κύκλο των ευνοουμένων της 
                     
                                 η τραγωδία           
  
Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να βρω τ' αγαπημένο Πλάσμα 
που από παιδί ζητούσα μέσα μου 
και να το ζωντανέψω 
πλάθοντας απ' την αρχή ένα κόσμο 
πιο άτρωτο απ' τα ερείπια της Σαλαμίνας

                                   Το όνειρο 

Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να βρω μιαν άλλη ζωή 
μιαν άλλη μυθολογία 
ένα προσωπείο πιο ανθρώπινο από κείνο των αγαλμάτων 
ένα ρυθμό πιο μουσικό στον τρόπο να κινδυνεύω 



Η πόλη 

Αυτές είναι 
οι ηλεκτρικές στήλες του Ολυμπίου Διός 
που να τη βρεις τη ζωή σου 
σε τούτη την πόλη 
με τα λευκά χείλη της ειρωνείας 
με το πρώιμο χρώμα στα μάτια των παιδιών 
που να τη βρεις 
ανάμεσα στα φώτα τα λεωφορεία και τα μετρό 
να ανακαλύψεις κανένα αγαπημένο πρόσωπο 
κανένα πρόσωπο δικό σου 
που να τη βρεις 
τώρα που τα καφενεία έγιναν 
ο πιο ανώδυνος τόπος αυτοκτονίας; 






Τρίτη 14 Μαΐου 2019

4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ





Γράφει και επιμελείται ο Ειρηναίος Μαράκης
 


       Δέκα μόλις χρόνια χρειάστηκαν για να αφήσει ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης το προσωπικό
του αποτύπωμα στην ελληνική ποίηση και στις νεότερες γενιές των φίλων της ποίησης, κόντρα
σε κάθε αντιξοότητα ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι το έργο του, δεν γνώρισε άμεση
ανταπόκριση. Πολυπράγμονας, από νεανική ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της
φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες. Σπούδασε νομικά στα
πανεπιστήμια της Μπολώνια και της Ματσεράτα, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα. Στην Ιταλία
έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα
στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στους
λογοτεχνικούς κύκλους.
       Η πρώτη του εμφάνιση πραηματοποιήθηκε το 1933 μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Νέα Ζωή με το διήγημα Μάρθας βίος, με το οποίο εισήγαγε στον ελληνικό χώρο το είδος
του γαλλικού αντι-μυθιστορήματος (antiroman) ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη
του ποιητική συλλογή Οι αγάπες του χρόνου. Μπορούμε να δούμε δηλαδή ότι η αυτή
καθεαυτή συγγραφική του παρουσία, εκδοτικά μιλώντας πάντα, κράτησε λιγότερο από δέκα
χρόνια! Το τέλος, ήρθε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940, όπου στρατεύτηκε στην
Αλβανία και αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε λίγους
μήνες αργότερα, το 1941.
       Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οδυσσέας Ελύτης, κι ο οποίος έχει επηρεαστεί από την
συμβολική χρήση της θάλασσας, του ουρανού, της γυναίκας και άλλων στοιχείων που
αξιοποιεί ο Σαραντάρης, έχει αφιερώσει και ποίημα στον πρόωρα χαμένο δημιουργό με ειδική
μνεία, στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον θάνατο του ποιητή
καθώς και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής ότι: Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό
σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα
γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και
να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο
διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο
πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.
       Στα ποιήματα που ακολουθούν -από τον Γ Τόμο της Ποιητικής Ανθολογίας των εκδόσεων
Μαλλιάρη (Θεσσαλονίκη, 1980) που αφορά τις ποιητικές γενιές από το 1920 μέχρι το 1980 σε
εποπτεία του Γ.Κ. Ζωγραφάκη και σε επιμέλεια του Δημήτρη Σταμούλη- προσπαθήσαμε να
αναδείξουμε μέσα στον περιορισμένο χώρο της παρούσας δημοσίευσης τόσο την αισθαντική
δύναμη της ποίησης του Γιώργου Σαραντάρη και την αγάπη του για τη γυναίκα και τη φύση,
ίσως να μην είναι τυχαίο που κι οι δύο αυτές ιδιότητες είναι γένους θηλυκού, όσο και την
πλέρια φιλοσοφική και φιλοσοφημένη θέση του, αποτυπωμένη μέσα από μια απλή, καθαρή εικονοποιία και η οποία αντανακλά ξεκάθαρα την διάθεση και το ταλέντο ενός ποιητή που θα
είχε να δώσει πολλά ακόμα.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια

είταν γιομάτη θόρυβο

Είχε το πρόσωπο ξανθό

απ' το μεθύσι

Τα μαλλιά

της σκέπαζαν τον ύπνο

Είχε τρέξει στο δάσος

και ονειρεύονταν τον ουρανό

Γιατί λυπότανε

που δεν της έμειναν λουλούδια

Να χαρίσει

στον ουρανό

Τα είχε χαρίσει όλα

στην καρδιά μας

Και είχε φύγει

να μην την ξαναδούμε

Να μη ζητάμε πια

να μη θέλουμε πια

Δικό της δώρο.

 

Έχω δει τον ουρανό 

 

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
με τη γλώσσα μου μίλησε
γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε
στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
σα να είταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι.

 

Της ομορφιάς 

 

Η πιο γλυκειά παρθένα
στολίζει το δωμάτιο
ευφραίνει την περισυλλογή

Ας πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Κι είναι η σειρά μας

να βρεθούμε αθάνατοι
να φιλήσουμε την ομορφιά
στα χείλη
και στο λεπτό της φόρεμα.

 

Κύκνειον άσμα 

 

Ο θάνατος, μονάχα αυτός 
λέρωσε την ψυχή μας
που είχε τα μάγουλα λευκά
σαν της αυγής τα δώρα

Η λάσπη επλήγωσε τ' αβρά χέρια

που φέρανε αγάπη να πονούν
στο ρόδινο πρόσωπο και σώμα 
μιας εύπιστης ευρύχωρης ημέρας.

(Με στοιχεία από το διαδίκτυο)






 

4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ





Γράφει και επιμελείται ο Ειρηναίος Μαράκης
 


       Δέκα μόλις χρόνια χρειάστηκαν για να αφήσει ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης το προσωπικό
του αποτύπωμα στην ελληνική ποίηση και στις νεότερες γενιές των φίλων της ποίησης, κόντρα
σε κάθε αντιξοότητα ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι το έργο του, δεν γνώρισε άμεση
ανταπόκριση. Πολυπράγμονας, από νεανική ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της
φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες. Σπούδασε νομικά στα
πανεπιστήμια της Μπολώνια και της Ματσεράτα, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα. Στην Ιταλία
έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα
στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στους
λογοτεχνικούς κύκλους.
       Η πρώτη του εμφάνιση πραηματοποιήθηκε το 1933 μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Νέα Ζωή με το διήγημα Μάρθας βίος, με το οποίο εισήγαγε στον ελληνικό χώρο το είδος
του γαλλικού αντι-μυθιστορήματος (antiroman) ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη
του ποιητική συλλογή Οι αγάπες του χρόνου. Μπορούμε να δούμε δηλαδή ότι η αυτή
καθεαυτή συγγραφική του παρουσία, εκδοτικά μιλώντας πάντα, κράτησε λιγότερο από δέκα
χρόνια! Το τέλος, ήρθε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940, όπου στρατεύτηκε στην
Αλβανία και αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε λίγους
μήνες αργότερα, το 1941.
       Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οδυσσέας Ελύτης, κι ο οποίος έχει επηρεαστεί από την
συμβολική χρήση της θάλασσας, του ουρανού, της γυναίκας και άλλων στοιχείων που
αξιοποιεί ο Σαραντάρης, έχει αφιερώσει και ποίημα στον πρόωρα χαμένο δημιουργό με ειδική
μνεία, στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον θάνατο του ποιητή
καθώς και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής ότι: Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό
σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα
γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και
να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο
διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο
πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.
       Στα ποιήματα που ακολουθούν -από τον Γ Τόμο της Ποιητικής Ανθολογίας των εκδόσεων
Μαλλιάρη (Θεσσαλονίκη, 1980) που αφορά τις ποιητικές γενιές από το 1920 μέχρι το 1980 σε
εποπτεία του Γ.Κ. Ζωγραφάκη και σε επιμέλεια του Δημήτρη Σταμούλη- προσπαθήσαμε να
αναδείξουμε μέσα στον περιορισμένο χώρο της παρούσας δημοσίευσης τόσο την αισθαντική
δύναμη της ποίησης του Γιώργου Σαραντάρη και την αγάπη του για τη γυναίκα και τη φύση,
ίσως να μην είναι τυχαίο που κι οι δύο αυτές ιδιότητες είναι γένους θηλυκού, όσο και την
πλέρια φιλοσοφική και φιλοσοφημένη θέση του, αποτυπωμένη μέσα από μια απλή, καθαρή εικονοποιία και η οποία αντανακλά ξεκάθαρα την διάθεση και το ταλέντο ενός ποιητή που θα
είχε να δώσει πολλά ακόμα.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια

είταν γιομάτη θόρυβο

Είχε το πρόσωπο ξανθό

απ' το μεθύσι

Τα μαλλιά

της σκέπαζαν τον ύπνο

Είχε τρέξει στο δάσος

και ονειρεύονταν τον ουρανό

Γιατί λυπότανε

που δεν της έμειναν λουλούδια

Να χαρίσει

στον ουρανό

Τα είχε χαρίσει όλα

στην καρδιά μας

Και είχε φύγει

να μην την ξαναδούμε

Να μη ζητάμε πια

να μη θέλουμε πια

Δικό της δώρο.

 

Έχω δει τον ουρανό 

 

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
με τη γλώσσα μου μίλησε
γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε
στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
σα να είταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι.

 

Της ομορφιάς 

 

Η πιο γλυκειά παρθένα
στολίζει το δωμάτιο
ευφραίνει την περισυλλογή

Ας πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Κι είναι η σειρά μας

να βρεθούμε αθάνατοι
να φιλήσουμε την ομορφιά
στα χείλη
και στο λεπτό της φόρεμα.

 

Κύκνειον άσμα 

 

Ο θάνατος, μονάχα αυτός 
λέρωσε την ψυχή μας
που είχε τα μάγουλα λευκά
σαν της αυγής τα δώρα

Η λάσπη επλήγωσε τ' αβρά χέρια

που φέρανε αγάπη να πονούν
στο ρόδινο πρόσωπο και σώμα 
μιας εύπιστης ευρύχωρης ημέρας.

(Με στοιχεία από το διαδίκτυο)






 

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ







       Το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι" παραπέμπει από τον τίτλο του και μόνο σε θρησκευτικό ποίημα, αλλά αν κανείς το διαβάσει προσεχτικά θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για ένα αιρετικό ποίημα καθώς ο ποιητής μιλάει περισσότερο για τα ανθρώπινα πάθη και τα συγκρίνει ουσιαστικά με τα θρησκευτικά. 
       Το ποίημα διηγήται μια ιστορία: Στο μοναστήρι του Όσιου Λουκά έχει μαζευτεί κόσμος για να γιορτάσει την Ανάσταση. Εδώ ο Χριστός αναφέρεται και σαν πεθαμένος Άδωνης και αυτό έχει σημασία γιατί πολλοί σύγχρονοι μελετητές, που αμφισβητούν τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο, υποστηρίζουν ότι δεν είναι άλλος από τον ομηρικό Άδωνη. 
       Την ώρα που αρχίζει το "Χριστός Ανέστη" μπαίνει ο Βαγγέλης, ο οποίος έχει χάσει το πόδι του στον πόλεμο και το έχει αντικαταστήσει με ένα ξύλινο. Αν και ο Σικελιανός έζησε και τους δύο παγκόσμιους πολέμους, η δικά του εμπειρία ήταν από τους Βαλκανικούς, που πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης. 
      Στη συνέχεια του ποιήματος υπάρχει μια συγκλονιστική εικόνα, που η μάνα του Βαγγέλη τρέχει και αγκαλιάζει το ξύλινο πόδι και θρηνεί. Σύντομα ο θρήνος απλώνεται σε όλη την εκκλησία. 
      Συνολικά το ποίημα αφήνει να φανεί ότι τα ανθρώπινα πάθη είναι μεγαλύτερα από το "θείο δράμα", που θυμόμαστε κάθε Πάσχα και με την ξεχωριστή πένα του Άγγελου Σικελιανού ο ανθρώπινος πόνος δίνεται ανάγλυφα. 

Παρακάτω παραθέτουμε το συγκεκριμένο ποίημα: 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…