Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

       

       Οι εποχές του χρόνου ήταν και είναι πάντα πηγή έμπνευσης για τους ποιητές. Τα ποιήματα, που ακολουθούν είναι αφιερωμένα στο φθινόπωρο. Ψάξαμε σε blogs και ανθολογίες και αλιεύσαμε τα πιο αντιπροσωπευτικά, κατά τη γνώμη μας ποιήματα. Άλλα χιλιοδημοσιευμένα και άλλα λιγότερο γνωστά. Κάποια, ίσως και να μην έχουν κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο ή ανήκουν σε ποιητές, που δεν γνωρίζουμε το έργο τους, αλλά τα συγκεκριμένα ποιήματα μας άρεσαν. Καλή ανάγνωση. 

Το φθινόπωρο 

Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά, 
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει, 
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά 
χορτάριασε παντέρημη και μόνη. 

Του σπίνου χάθηκε η γλυκειά λαλιά, 
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι 
κι η σουσουράδα κάτω στην ακρογιαλιά 
δεν τρέχει, δεν πηδά, δεν καμαρώνει. 

Στης λυγαριάς τ' ολόξερο κλαδί, 
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί, 
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει. 

Με λόγια ταπεινά και σιγανά, 
μικρός προφήτης φτερωτός, μηνά 
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι. 

Γεώργιος Δροσίνης 






Οι γερανοί

Φθινοπωρινή βραδιά
ο ήλιος βασιλεύει.
Δε σαλεύουν τα κλαδιά,
φύλλο δε σαλεύει.

Και περνούν οι γερανοί,
ταξιδεύουν πέρα,
και σαν λόγχη μελανή
σχίζουν τον αγέρα.

Ο κρωγμός αντιλαλεί
κι όλοι τους κοιτάζουν
και μ’ αγάπη «ώρα καλή!»
στα πουλιά φωνάζουν.

Κι η γριά που περπατά
στο ραβδί γερμένη,
στέκει και τα χαιρετά,
λέγει λυπημένη:

Στο καλό χρυσά πουλιά,
στο καλό να πάτε.
Τάχα θα με βρείτε πλιά
πίσ’ όταν γυρνάτε;

Ήλθ’ ο Μάρτης και ξυπνά
σα νυφούλα η πλάση,
λουλουδίζουνε βουνά,
πρασινίζουν δάση.

Ήλθαν από μακριά
τα πουλιά και πάλι,
μα σκεπάζει τη γριά
κρύα γης αγκάλη.


Αριστομένης Προβελέγγιος 

Πλησίον Παραθύρου Ανοικτού


Εν φθινοπωρινής νυκτός ευδία,

πλησίον παραθύρου ανοικτού,
εφ’ ώρας ολοκλήρους, εν τελεία,
ηδονική κάθημαι ησυχία.
Των φύλλων πίπτ’ η ελαφρά βροχή.

Ο στεναγμός του κόσμου του φθαρτού
εν τη φθαρτή μου φύσει αντηχεί,
αλλ’ είναι στεναγμός γλυκύς, υψούται ως ευχή.
Aνοίγει το παράθυρόν μου κόσμον
άγνωστον. Aναμνήσεων ευόσμων,
αρρήτων μοι προσφέρεται πηγή.
Επί του παραθύρου μου πτερά
κτυπώσι — φθινοπωρινά πνεύματα δροσερά
εισέρχονται και με περικυκλούσι
κ’ εν τη αγνή των γλώσση μοι λαλούσι.

Ελπίδας αορίστους και ευρείας
αισθάνομαι· κ’ εν τη σεπτή σιγή
της πλάσεως, τα ώτα μου ακούουν μελωδίας,
ακούουν κρυσταλλίνην, μυστικήν
εκ του χορού των άστρων μουσικήν.»


Κ.Π. Καβάφης 
Πόθος

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες...
Τα καλοκαίρια μ᾿ έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να ῾ρθεί μέσ᾿ τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μέσ᾿ τα μουγγά τα δειλινά,
θ᾿ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι...

Ναπολέων Λαπαθιώτης



Οι κύκνοι το φθινόπωρο
Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τ᾿ αγιοκαίρι…
Θα ζήσουν τάχα να τη βρουν, την άνοιξη; -Ποιος ξέρει;
…γιατὶ μπορεί και να χαθούν πριν βρούνε τη χαρά τους…
Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδι,
ώσπου στο τέλος νύσταξαν κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους…
 

Ναπολέων Λαπαθιώτης 


 Φθινοπωρινό 

Σε λίγο βυθιζόμαστε μες στα ψυχρά σκοτάδια· 
χαίρετε, αχτίδες θερινές! Τι λίγο που βαστούν! 
Ακούω, να, που ρίχνουνε ξύλα και ξεροκλάδια, 
που μ' έναν κρότο νεκρικό μες στις αυλές βροντούν. 

Πάλι ο χειμώνας μέσα μου θα μπει: το ρίγος του όλο, 
η οργή του, η φρίκη κι η σκληρή και στανική δουλειά· 
κι όπως ο ήλιος στον φριχτό και παγωμένο πόλο, 
έτσι η καρδιά μου κόκκινη και κρύα θα 'ναι πια. 

Με τρόμο ακούω κάθε κορμό τις πλάκες να τραντάζει· 
 κρεμάλα σαν στηλώνουνε, πιο κούφια δε βροντά. 
Με πύργο που γκρεμίζουνε έτσι κι ο νους μου μοιάζει, 
που πέφτει από χτυπήματα, ακούραστα, βαριά. 

Και λες πως ο μονότονος κρότος τους με λικνίζει, 
πως κάπου κάποιο φέρετρο καρφώνουν βιαστικά... 
Για ποιον; - Το θέρος ήταν χτες, φθινόπωρο μυρίζει! 
Σαν ώρα χωρισμού ο κρυφός τους κρότος αντηχά. 

Charles Baudelaire 
Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης

Θα πεθάνω ένα πένθινο του φθινοπώρου δείλι 

 Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινoπώρου δείλι

μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος

στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω

και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.



Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι

μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,

θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,

θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.



Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,

θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη

μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».

Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».



Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,

θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι

θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»

και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.



Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη

πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,

νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει

μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».



Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.

Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου

και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,

όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.



Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι

σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι

και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,

θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...


Κώστας Ουράνης

 

Τί να σου πω, φθινόπωρο…

 
Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα 
 της πολιτείας και φτάνεις ώς τα νέφη τ’ ουρανού;
 Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,  
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.
   
 Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις 
 στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής, 
 αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης 
 το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής, 
 
είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,  
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα φανταστικά, 
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,  
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά…
 
Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες, 
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή. 
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,  
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.


Κώστας Καρυωτάκης 

Είμαι ένα φύλλο ωχρό
 

Είμαι ένα φύλλο ωχρό του φθινοπώρου

που από βουνίσιο δέντρο έχει ξεφύγει,

το βήμα με ταράζει του οδοιπόρου,

στον άνεμο χρωστώ τα θεία μου ρίγη.



Είμ᾽ένα σάπιο ξύλο από καράβι

κι η θάλασσα για πάντα μ᾽ορίζει,

τους πόθους μου γι᾽άφταστα μάκρη ανάβει,

καθώς με πάει και με στριφογυρίζει.



Μα έχει το κύμα αυτό που μ᾽αναδεύει,

τόσες ζωές απάνω μου σωριάσει,

που γνώρισα-κι ας μη με ταξιδεύει-

μες απ᾽αυτές, ολάκερη τη πλάση.



Κι αν δε μου εδόθη στου ονείρου τη χώρα

ν᾽αράξω, μου φανέρωσε τ᾽αγέρι

το ξωτικό της μύρο, κι η άγρια μπόρα,

μηνύματα από κείθε μου έχει φέρει.



Κι εσπαταλεύτηκ᾽ έτσι ο εαυτός μου,

τα μάτια μου αποστάσαν κι η καρδιά μου,

γιατί έψαξα τα πέρατα του κόσμου
δίχως να ξεμακρύνω απ᾽τη γωνιά μου... 

Μυρτιώτισσα 

Αφιέρωση

Φίλε, του φθινοπώρου ήρθεν η Ώρα
στην πόρτα μου έξω. Κίτρινο φορεί
στεφάνι από μυρτιά. Στα νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,


κιθάρα παλαιϊκή που κλει πληθώρα
μέσα της ήχους και ήχους. Ιερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ήταν γλυκιά και γίνηκε πικρή,


Ήχος μέσ᾿ στην καρδιά της αποστάζει.
Φίλε, του φθινοπώρου η Ώρα εκεί
στην πόρτα μου ήρθε δίχως να διστάζη


Και το κιθάρισμά της πότε πότε
σα νάτανε η φωνή σου η μυστική
τους στίχους σου που μου τραγούδαες τότε. 


Μαρία Πολυδούρη 

Φθινόπωρο

Τώρα η αυγή δεν είναι πια σαν πρώτα ξάστερη
τόσο ζεστός δεν είναι πια ο αγέρας
τόσο καθάριος ο ουρανός..
Πέρασαν οι μεγάλες μέρες
τελειώνουν οι χαριτωμένοι μήνες,
αλίμονο, να που τα δέντρα κιόλας κιτρινίζουν!
Με πόσο γρήγορο περπάτημα φεύγει ο καιρός!
Νομίζεις πως τα μάτια μας που θάμπωνε το καλοκαίρι
μόλις επρόλαβαν να δουν τα πράσινα φυλλώματα.
Για όποιον ωσάν κι εμένα ζει με τα παράθυρα ανοιχτά
πικρό είναι το φθινόπωρο
με το βοριά του και την καταχνιά του
και το χαμένο καλοκαίρι φίλος που έφυγε.
«Χαίρετε», λέει τούτη η φωνή που κλαίει μες στην ψυχή μου,
χαίρε γαλάζιε μου ουρανέ που μια ζεστή πνοή χαϊδεύει!
Χαρές του ολάνοιχτου ύπαιθρου
μέσα στα δάση θόρυβοι φτερών,
περίπατοι, ρεματαριές γιομάτες μακρινές φωνές,
λουλούδια, ευτυχίες αθώες των ήρεμων ψυχών,
χαίρετε αυγές! Τραγούδια! Δροσοσταλάσματα κι αχτίδες!
Αφού όλα φεύγουν, ας προσθέσουμε:
ω ευλογημένες και γλυκές ημέρες
ωϊμένα! Θα ξανάρθετε;
Θα με ξαναβρείτε; 

Victor Hugo 

Φθινοπωρινό τραγούδι

Του φθινοπώρου οι μακρινοί,
οι ασταμάτητοι λυγμοί
καθώς ξεσπούνε
με μιαν ανία αβάσταχτη
την τρυφερή μου την καρδιά
έρχονται και χτυπούνε.

Κι όταν ο χρόνος ο πικρός
μέσα στη θλίψη μου κι αυτός
το διάβα του σημαίνει,
μες σε λυγμούς αναπολώ
την παιδική μου τη ζωή
την περασμένη.

Και με τ' αγέρι που φυσά
και δώθε-κείθε με πηγαίνει
αθέλητα αναχωρώ,
σαν ένα κιτρινόφυλλο
που έπεσε και χάθηκε
για πάντα πια νεκρό.

Paul Verlaine
Μετάφραση: Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Φθινοπώριασε 

Φθινοπώριασε…
Προς τι όμως ο πόθος για παντοτινό ήλιο;
Εμείς είμαστε στρατευμένοι στην ανακάλυψη του θείου
φωτός…
Μακριά από τους ανθρώπους που φθίνουν με τις εποχές…
Φθινόπωρο…
Η βάρκα μας μετέωρη μες στην ασάλευτη ομίχλη
Επιστρέφει στο λιμάνι της δυστυχίας…
Στην απέραντη πολιτεία με τον ουρανό λεκιασμένο
από φωτιά και λάσπη…
Κουρέλια που σαπίζουν…
Μουσκεμένο στη βροχή ψωμί…
Μέθη… Μέθη… Μέθη…
Και χιλιάδες έρωτες που με σταύρωσαν…
Δε θα σταματήσει πια αυτή η λάμια
να εξουσιάζει εκατομμύρια ψυχές και σώματα νεκρών
που θα αντιμετωπίσουνε τη θεία κρίση…
Ο εαυτός μου…
Κοιτάζω πάλι τον εαυτό μου…
Κοιτάζομαι ξανά…
Το δέρμα μου φαγωμένο από το πύο και την πανούκλα…
Στα μαλλιά μου σκουλήκια
και στην καρδιά μου παντού σκουλήκια …
Ξαπλωμένος ανάμεσα σε άγνωστους χωρίς ηλικία, χωρίς
αισθήματα…
Θα μπορούσα να πεθάνω εδώ…
Τι φριχτή ανάμνηση…
Σιχαίνομαι την κακομοιριά και ο χειμώνας με τις ανέσεις
του με φοβίζει…
Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό απέραντες ακτές…
Πλημμυρίζουν από χαρούμενα έθνη ντυμένα στα λευκά…
Από πάνω μου ένα μεγάλο χρυσό καράβι με τις
πολύχρωμες σημαίες του
Να ανεμίζουν στην πρωινή αύρα…
Επινόησα όλες τις γιορτές…
Έζησα όλους τους θριάμβους… Όλα τα δράματα…
Προσπάθησα να δημιουργήσω καινούρια λουλούδια…
Καινούρια άστρα… Καινούρια σώματα… Καινούριες
γλώσσες…
Πίστεψα ότι απέκτησα υπερφυσικές δυνάμεις…
Και λοιπόν;
Πρέπει να θάψω μια για πάντα τη φαντασία μου και τις
αναμνήσεις μου…
Η μεγάλη δόξα του καλλιτέχνη έχει πάει περίπατο…
Θα ζητήσω συγγνώμη που έζησα μες στο ψέμα και φύγαμε…
Ούτε ένα αγαπημένο χέρι…
Ούτε ένα...;
Πουθενά βοήθεια…
Πουθενά...;


Arthur Rimbaud 

Χινόπωρος

Πόσον η Ζήση απλόχωρη κι όμως δε με χωράει!
Πόσον ο θάνατος παντού κι αλί δεν τονε βρίσκω!

Χτυπάει τα παραθύρια μας του χινοπώρου η μέρα,
καθώς πετιέται σαν τη φλόγ’ απ’ του Υμηττού την κόψη,
μετωρισμένη στα φτερά γαλατερής ομίχλης!

Και μπήκε ο ήλιος της αυγής ολάρμενος στο σπίτι
και μπήκε ο μήνας Τρυγητής με τα γλυκά σταφύλια
και με τους σκούρτους, τις μουστιές και με το Βάκχο πρώτο,
με πίπιζες και με χορούς κι ολόγδυτες Βακχίδες
και με σηκώσαν από χάμου ώς του βουνού το ψήλος
και πήα μαζί τους όλο πνεύμα ανάερο, φτερουγάτο!
Και πού ’μαι τώρα; Ούτε και ξέρω. Σ’ άλλη γης και χρόνο!

Τόσον η ζήση απλόχωρη κι άλλους χωράει αρρώστους! 
Τόσον ο θάνατος παντού και πουθενά δεν είναι!»

Κώστας Βάρναλης 

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο


Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε
στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες…

Γιώργος Σεφέρης 


Αρχάγγελος τον Σεπτέμβριο βοών μέσα στην πλάση  
(απόσπασμα)

 
Τις μέρες τις γλυκιές του Σεπτεμβρίου, όταν δεν έχει ακόμη βρέξει και είναι το άκουσμα των ήχων πιο αραιό και η γεύσις των ωρών και από του θέρους πιο πυκνή, όταν στους κήπους σκάνε τα ρόδια, και πάλλονται υψιτενείς οι στήμονες των λουλουδιών, και σφύζουν στις πορφύρες των φλεγόμενοι οι ιβίσκοι, όλοι σαν υπερβέβαιοι γαμβροί που στων νυμφών κτυπούν τις θύρες, τότε, σαν να ‘ναι πάντα καλοκαίρι (γιατί όποια κι αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος) αναγαλλιάζουν οι ψυχές, και ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί:
Τα ρούχα πέτα, γδύσου.
Τίποτε μη φοβάσαι.
Έαρ, χειμώνας, θέρος-
όπου κι αν είσαι-
είναι η ρομφαία μου μαζί σου.

Ανδρέας Εμπειρίκος


Φθινόπωρο 

Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες στην ομίχλη,
έναν φυλακισμένο να τραγουδά,
μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της,
ένα παιδί που να μη ρωτά.
Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου
να γείρει η χαμένη ζωή μου. 


Τάσος Λειβαδίτης 

Φθινοπωρινό σούρουπο
 

Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε
όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.


Τάσος Λειβαδίτης



Άνεμος του Νοεμβρίου
 
Τώρα όμως βράδιασε. Ας κλείσουμε την πόρτα κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών. Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε; Γιατί εσύ κι όχι εγώ;
Καιρό τώρα δεν χτύπησε κανείς την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος έχει
αιώνες να φανεί. Α, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
που τα πήρε ο άνεμος του Νοεμβρίου. Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα ασήμαντα: μια λέξη ή ένα κλειδί, ένα χτες ή ένα αύριο
όμως οι νύχτες μου έχουν πάντα ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι. Πόσοι φίλοι που έφυγαν χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση
κι η μουσική σκέφτομαι είναι η θλίψη εκείνων που δεν πρόφτασαν ν’ αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος δεν μένει παρά μια θολή ανάμνηση από το παρελθόν (πότε ζήσαμε;)
και κάθε που έρχεται η άνοιξη κλαίω γιατί σε λίγο θα φύγουμε και κανείς δεν θα μας θυμηθεί.
 
Τάσος Λειβαδίτης



Φθινόπωρο
 

Ώρα δειλινού,
του φθινοπώρου τα νέφη στίβουν το φουστάνι να στεγνώσει τ΄ ουρανού
και στου απόβροχου τη σκόλη
βγαίνουν για σεργιάνι οι σαλίγκαροι όλοι
κάτω απ΄ το ξεθωριασμένο παρασόλι
του ήλιου. Τώρα, η λάμια
η γη λιάζει τα βρεγμένα της τα χράμια
με των κάμπων τα πλουμίδια
κι από τα χορτάρια
κι από τα ψηλά γρασίδια
οι σταλαγματιές γλιστρούνε χάντρες
και μαργαριτάρια
από ουράνια δαχτυλίδια.
Τις μαζώνουν οι νεράιδες οι ανυφάντρες
μες στα υπόγεια τους σεράγια και στ΄ ανήλια
πολυέλαιους κι αργυρά καντήλια
σε πλεμάτια κρυσταλλένιες μπάλες-
μάγισσα γριά κι η αράχνη τις κρεμάει μες στις κουφάλες.
Και λογής λογής
ένα ένα όλα τα ζούδια
ξεφαντώνουν απ΄τη γης
κι από μέσα από τα φλούδια.
Κι ένας μέρμηγκας σκαλώνει σ΄ ένα αγκάθι φουντωτό
ν΄αγναντέψει όλο τον κόσμο από τέτοιο λιακωτό.
Να, το αυλάκι κάνει χάζι
το άχυρο – σχεδία που αράζει
και το δρασκελούν βαθράκοι.
Κόσμοι ολόκληροι ζωύφια
ταξιδεύουν με πιρόγες τα κελύφια.
Κρύα ανατριχίλα στα νερά.
Σαν πεταλουδιώνε σμάρι
τώρα ο σίφουνας θα πάρει
απ΄ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά.
Στα καλάμια τη φλογέρα του φυσάει
κι όπως πάει, πάει, πάει
ο άνεμος -τσοπάνος- σαλαγάει
σ΄άλλα πια λημέρια
σ΄άλλο τώρα χειμαδιό τα καλοκαίρια.


Μελισσάνθη 

Φθινοπωρινή θλίψη

Φεύγουν οι παραθεριστές. Τα παράθυρα κλείνουν.
Ένα πλοίο στο βάθος, μονάχο, κρυώνει.
Κάτω απ’ το πράσινο παγκάκι του κήπου
μένουνε τα σαντάλια σου, σκεβρωμένα απ’ το αλάτι. 


Γιάννης Ρίτσος 


Φθινόπωρο
Στην ομίχλη φεύγουν ένας χωρικός στραβοπόδης
Και το βόδι του αργά στην ομίχλη του Φθινόπωρου
Που κρύβει τους συνοικισμούς της φτώχειας και της ντροπής

Και σιγοτραγουδά μακραίνοντας ο χωρικός
Ένα τραγούδι αγάπης κι απιστίας
Για ένα δαχτυλίδι και για μια καρδιά που την ραγίζουν

Ω! Το Φθινόπωρο το Φθινόπωρο σκότωσε το Καλοκαίρι
Μες στην ομίχλη φεύγουν δυο γκρίζες σιλουέτες
 

Guillaume Apollinaire



 Ελένη

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια

       
ο καιρός
Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές

      
  ναυάγησαν στα σύννεφα

Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
Κι είμαστε - σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη -
Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.

 

Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούρια οδύνη

Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω μια που Εσύ υπάρχεις

Μια που υπάρχει άλλου ένας άνεμος για να σε ζήσει ολάκερη

Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας

Μια που υπάρχει αλλού

Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο

Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι

Όχι δεν είναι ο θάνατος που θ' αντιμετωπίσουμε
Παρά μια τόση δα σταγόνα φθινοπωρινής βροχής

Ένα θολό συναίσθημα

Η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος μες στις ψυχές μας που όσο παν
        κι απομακρύνονται

 

Κι αν δεν είναι το χέρι σου στο χέρι μας

Κι αν δεν είναι το αίμα μας στις φλέβες των ονείρων σου

Το φως στον άσπιλο ουρανό

Κι η μουσική αθέατη μέσα μας ω! μελαγχολική

Διαβάτισσα όσων μας κρατάν στον κόσμο ακόμα

Είναι ο υγρός αέρας η ώρα του φθινοπώρου ο χωρισμός

Το πικρό στήριγμα του αγκώνα στην ανάμνηση

Που βγαίνει όταν η νύχτα πάει να μας χωρίσει από το φως

Πίσω από το τετράγωνο παράθυρο που βλέπει προς τη θλίψη

Που δε βλέπει τίποτε

Γιατί έγινε κιόλας μουσική αθέατη φλόγα στο τζάκι χτύπημα

       
του μεγάλου ρολογιού στον τοίχο
Γιατί έγινε κιόλας
Ποίημα στίχος μ' άλλον στίχο αχός παράλληλος με τη βροχή δάκρυα

        και λόγια
Λόγια όχι σαν τ' αλλά μα κι αυτά μ' ένα μοναδικό τους προορισμόν:

        Εσένα!

Οδυσσέας Ελύτης 


Φθινόπωρο
Τι γυρεύει το κορίτσι στο σκοτάδι της καρέκλας;
Γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες βγάζει τα λουλούδια πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μες στο αίμα

Μίλτος Σαχτούρης 


Είμαι φτωχός 

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω; 

Βύρων Λεοντάρης 


Φθινοπωρινό

Κούρνιασε το φθινόπωρο στην άδεια της ψυχής μου κώχη
κι επυργωσε στα στήθεια μου.
Σύννεφο έγινε η ματιά, το δάκρυ πρωτοβρόχι
 
κι ο στεναγμός συνήθεια μου.

Είναι που είσαι μακρυά. ΄Εξω φυσά κι ως λείπεις
τ' αγέρι τη γυμνή ψυχή κεντρώνει.
Τώρα τα βράδυα καρτερώ τη συντροφιά της λύπης
καθώς μονάχα η μνήμη σ' ανταμώνει....


Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος


Φθινόπωρό μου,
μάρανε φύλλα μόνο,
ποτέ ελπίδες.


Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος

Μαίνεται ο καιρός
σε παγκάκι αραγμένο
κίτρινο φύλλο 

Χαρά Κανελλοπούλου 


Βροχή, νύχτα, φθινόπωρο στην πόλη

μαλλί της γριάς, ζεστά κάστανα

γλυκιά λατέρνα, Βέμπο και Σουγιούλ

βραδιές αρχοντορεμπέτικου

πλανόδιοι, τυφλοί τσιγγάνοι, βιολιστές

και αργεί πολύ να ξημερώσει. 

Ειρηναίος Μαράκης 

Η βάρκα των δακρύων (ένα ποίημα για τα παιδιά)

Σήμερα βρέχει κάθε μέρα βρέχει
Φθινόπωρο, Χειμώνα, Άνοιξη, Καλοκαίρι.
Όλο τον χρόνο βρέχει
κάθε χρόνο βρέχει δάκρυα.

Στα δάκρυα βουλιάζει η βάρκα
τα δάκρυα σκεπάζουν τα παιδιά
και αυτά κοιτούν τον κόσμο μπρούμυτα

Γίνονται τα κορμάκια τους πολύτιμα πετράδια
μέσα σε λωτό που πλέει στο σύμπαν της αγάπης.

Γιατί ο κόσμος με αγάπη γονιμοποιείται
και με μίσος γεννιέται.
Έτσι  ώστε κάθε στιγμή ο δρόμος προς την ελευθερία
να είναι στρωμένος με ρόδα και αγκάθια
στις λεωφόρους του πολιτισμού.

Εγώ, μαζί κι ο ποιητής στο τέλος αυτού του δρόμου
πάνω στο λόφο με τα κυπαρίσσια
αγναντεύουμε τα αναστημένα πλήθη
εκείνα τα παιδιά με τις φλόγες στα μάτια.

Αυτόν τον κόσμο θα τον αλλάξουμε Αϊλαν. 

Βασίλης Κυριάκης 



Φθινόπωρο

Ήρθε το φθινόπωρο
διώχνοντας βάναυσα το καλοκαίρι.
Κάποιος για να με παρηγορήσει, είπε:
Οι εποχές ζούνε μόνο τρεις μήνες, όμως ξανάρχονται
κι εγώ θυμήθηκα πως ο έρωτάς μας
έζησε και πέθανε
σ' ένα καλοκαίρι, χωρίς ελπίδα να ξανάρθει.



Θεοχάρης Παπαδόπουλος 




Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΛΕΦ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΑΝ - O ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ








        Στις 24 Αυγούστου, έτος 1899, ήρθε στη ζωή μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες στον χώρο της λογοτεχνίας, ο Χόρχε Λούις Μπόρχες. Παρότι, λόγω της στάσης του απέναντι στα πολιτικά γεγονότα της εποχής του (υπήρξε οπαδός της ιδεολογίας που ο ίδιος αποκαλούσε “αναρχο-ειρηνισμό” και δεν καταδίκασε τις στρατιωτικές δικτατορίες στη Λατινική Αμερική) είναι ένας από τους μεγάλους και διεθνώς αναγνωρισμένους  συγγραφείς που δεν τιμήθηκαν ποτέ με το βραβείο Νόμπελ, το έργο του χαρακτηρίζεται από μια ιδαίτερα έντονη μοναδικότητα και προσωπικότητα, τόσο έντονη που αγγίζει τα όρια της ιδιοφυϊας. Καθώς η μόρφωση που έλαβε ήταν μεγάλη και σφαιρική, ο Μπόρχες δίνει στο έργο του, και κυρίως στα διηγήματά του έναν ολόκληρο, και συνήθως πολυδιάστατο κόσμο, απ' όπου μπορεί κανείς να βρει ένα ξεχωριστό παρατηρητήριο από πολλές οπτικές γωνίες. 
                                                    

       Ο Μπόρχες, όπως μπορεί κανείς να δει στο έργο του, έχει επηρεαστεί από θετικές αλλά και θεωρητικές επιστήμες, όπως η μυθολογία, τα μαθηματικά, η θεολογία και η φιλοσοφία. Στο έργο του ακροβατεί συχνά ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, υφαίνοντας τις ιστορίες του με την τέχνη μιας πολύ εφευρετικής αράχνης, με τρόπο που τον συνδέει ως ένα βαθμό με τον μαγικό ρεαλισμό, δίχως όμως να τον συγκαταλέγει με τη στενή έννοια σ' αυτόν, καθώς είναι απόλυτη η άρνησή του για τον ρεαλισμό ως λογοτεχνική πιθανότητα. Κατά την δική μου άποψη, ο Χόρχε Λούις Μπόρχες, αν και εντάσσει στο έργο του κάποια στοιχεία του μαγικού ρεαλισμού (παρουσιάζει δηλαδή τον άνθρωπο και τις ιστορίες που συνυφαίνουν την ύπαρξη του ως ένα μυστηριακό τοπίο όπου όλα είναι δυνατό να συμβούν, αλλά πάντα μέσω πραγματικών (ή πραγματικοφανών) δεδομένων, αντιμετωπίζει πρωτίστως τη συγγραφή ως ένα παιχνίδι, μια πρόκληση του νου, που ωστόσο στοχεύει στο να διευρύνει τις γνώσεις, τις ιδέες και τα ερωτηματικά, και κατορθώνει σε πολλές περιπτώσεις να βοηθήσει τον αναγνώστη, μέσω της δαιδαλώδους πολυπλοκότητας που συχνά διακατέχει τα γραπτά του, να προσεγγίσει την ταυτότητα των πραγμάτων, και, κυρίως να “ανοίξει” το μυαλό του. Τον αναγνώστη που θα κερδίσει, και πιθανώς θα μαγέψει, τον αφήνει άναυδο. 





        Σε όσους θα ήθελαν να έρθουν σε επαφή με τον πολυδιάστατο και άκρως ενδιαφέροντα αυτόν συγγραφέα, θα πρότεινα τη συλλογή διηγημάτων “Το Άλεφ”, από τις εκδόσεις "Ύψιλον", καθώς και τα “Άπαντα τα πεζά”  του συγγραφέα, από τις εκδόσεις "Πατάκη" (που εμπεριέχουν από σκέψεις του συγγραφέα, μέχρι αλληγορίες, μύθους, καθώς και όλα του τα διηγήματα).
       Αν θα έπρεπε να παρουσιάσω τον Μπόρχες με μια παρομοίωση, θα έλεγα πως πρόκειται για έναν συγγραφέα που, χρησιμοποιώντας στο έργο του καθρέφτες, λαβυρίνθους, πολύπλοκα πρίσματα, μυστικιστικούς και συμβολικούς όρους, ή, ακόμη και την παραμόρφωση, παίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρτίδα σκάκι με το μυαλό του και το μυαλό των αναγνωστών. Αν θα μπορούσαμε να τον εντάξουμε σε κάποιο φιλοσοφικό ρεύμα, αυτό θα ήταν ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός.
         Εύχομαι σε όλους καλές μοναχικές ή συντροφικές στιγμές ανάγνωσης!!


ΦΑΙΗ ΡΕΜΠΕΛΟΥ 





ΑΛΕΦ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΑΠΑΝ - O ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ








        Στις 24 Αυγούστου, έτος 1899, ήρθε στη ζωή μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες στον χώρο της λογοτεχνίας, ο Χόρχε Λούις Μπόρχες. Παρότι, λόγω της στάσης του απέναντι στα πολιτικά γεγονότα της εποχής του (υπήρξε οπαδός της ιδεολογίας που ο ίδιος αποκαλούσε “αναρχο-ειρηνισμό” και δεν καταδίκασε τις στρατιωτικές δικτατορίες στη Λατινική Αμερική) είναι ένας από τους μεγάλους και διεθνώς αναγνωρισμένους  συγγραφείς που δεν τιμήθηκαν ποτέ με το βραβείο Νόμπελ, το έργο του χαρακτηρίζεται από μια ιδαίτερα έντονη μοναδικότητα και προσωπικότητα, τόσο έντονη που αγγίζει τα όρια της ιδιοφυϊας. Καθώς η μόρφωση που έλαβε ήταν μεγάλη και σφαιρική, ο Μπόρχες δίνει στο έργο του, και κυρίως στα διηγήματά του έναν ολόκληρο, και συνήθως πολυδιάστατο κόσμο, απ' όπου μπορεί κανείς να βρει ένα ξεχωριστό παρατηρητήριο από πολλές οπτικές γωνίες. 
                                                    

       Ο Μπόρχες, όπως μπορεί κανείς να δει στο έργο του, έχει επηρεαστεί από θετικές αλλά και θεωρητικές επιστήμες, όπως η μυθολογία, τα μαθηματικά, η θεολογία και η φιλοσοφία. Στο έργο του ακροβατεί συχνά ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, υφαίνοντας τις ιστορίες του με την τέχνη μιας πολύ εφευρετικής αράχνης, με τρόπο που τον συνδέει ως ένα βαθμό με τον μαγικό ρεαλισμό, δίχως όμως να τον συγκαταλέγει με τη στενή έννοια σ' αυτόν, καθώς είναι απόλυτη η άρνησή του για τον ρεαλισμό ως λογοτεχνική πιθανότητα. Κατά την δική μου άποψη, ο Χόρχε Λούις Μπόρχες, αν και εντάσσει στο έργο του κάποια στοιχεία του μαγικού ρεαλισμού (παρουσιάζει δηλαδή τον άνθρωπο και τις ιστορίες που συνυφαίνουν την ύπαρξη του ως ένα μυστηριακό τοπίο όπου όλα είναι δυνατό να συμβούν, αλλά πάντα μέσω πραγματικών (ή πραγματικοφανών) δεδομένων, αντιμετωπίζει πρωτίστως τη συγγραφή ως ένα παιχνίδι, μια πρόκληση του νου, που ωστόσο στοχεύει στο να διευρύνει τις γνώσεις, τις ιδέες και τα ερωτηματικά, και κατορθώνει σε πολλές περιπτώσεις να βοηθήσει τον αναγνώστη, μέσω της δαιδαλώδους πολυπλοκότητας που συχνά διακατέχει τα γραπτά του, να προσεγγίσει την ταυτότητα των πραγμάτων, και, κυρίως να “ανοίξει” το μυαλό του. Τον αναγνώστη που θα κερδίσει, και πιθανώς θα μαγέψει, τον αφήνει άναυδο. 





        Σε όσους θα ήθελαν να έρθουν σε επαφή με τον πολυδιάστατο και άκρως ενδιαφέροντα αυτόν συγγραφέα, θα πρότεινα τη συλλογή διηγημάτων “Το Άλεφ”, από τις εκδόσεις "Ύψιλον", καθώς και τα “Άπαντα τα πεζά”  του συγγραφέα, από τις εκδόσεις "Πατάκη" (που εμπεριέχουν από σκέψεις του συγγραφέα, μέχρι αλληγορίες, μύθους, καθώς και όλα του τα διηγήματα).
       Αν θα έπρεπε να παρουσιάσω τον Μπόρχες με μια παρομοίωση, θα έλεγα πως πρόκειται για έναν συγγραφέα που, χρησιμοποιώντας στο έργο του καθρέφτες, λαβυρίνθους, πολύπλοκα πρίσματα, μυστικιστικούς και συμβολικούς όρους, ή, ακόμη και την παραμόρφωση, παίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα παρτίδα σκάκι με το μυαλό του και το μυαλό των αναγνωστών. Αν θα μπορούσαμε να τον εντάξουμε σε κάποιο φιλοσοφικό ρεύμα, αυτό θα ήταν ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός.
         Εύχομαι σε όλους καλές μοναχικές ή συντροφικές στιγμές ανάγνωσης!!


ΦΑΙΗ ΡΕΜΠΕΛΟΥ 





Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

ΘΑΝΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

       Ο Θάνος Ανεστόπουλος (1967 – 3 Σεπτεμβρίου 2016) ήταν Έλληνας τραγουδιστής, συνθέτης και στιχουργός, ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός από την συμμετοχή του στο ροκ συγκρότημα Διάφανα Κρίνα, του οποίου υπήρξε και ιδρυτής.
Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη τον Φεβρουάριο του 1967 και απεβίωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2016 από καρκίνο. Ο ίδιος είχε ανακοινώσει την ασθένειά του μέσω της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης Facebook το 2015.



H διάρκεια είναι που κάνει την παύση σιωπή 



Ας θυμηθούμε τις μοναχικές βόλτες των λέξεων ενός ανθρώπου μόνου στην ζωή σ ένα δωμάτιο γεμάτο με ίσκιους απ τις μορφές του παρελθόντος του.
Ας σκύψουμε συμπονετικά μπροστά στην αδυναμία του να αποφασίσει τώρα που θέλει να πάει. Στον φόβο του να πλησιάσει την πόρτα εξόδου.
Του υποσχέθηκε ο κόσμος μια ζωή χωρίς αναστεναγμούς, χωρίς τυραννία.
Κι αυτός τον πίστεψε.
Τα πουλιά μήνες τώρα του χτυπούν με τα ράμφη τα τζάμια στα παράθυρα.
Αυτός νομίζει πως κάθε μέρα πέφτει χαλάζι.
Ο κόσμος τρέχει πέφτει και ξανασηκώνεται και τρέχει πάλι.
Αυτός τα αγνοεί όλα αυτά.
Αφήνει άγραφες σελίδες παντού μεσ στο δώμα. Στα πατώματα , κάτω απ το κρεβάτι, στο τραπέζι , μέσα στα συρτάρια , στα πιάτα , στο ποτήρι , στα τασάκια, στα παπούτσια…
Έτσι έχασε και την ηλικία του, και τα νοήματα και σφιχταγκάλιασε την αβεβαιότητα της μιας μονότονης μέρας μετά την άλλην.
Και πιο νεκρός απ τους νεκρούς πια είναι.
Μες στην σιωπή του. Που μήτε πρόλογο είχε και μήτε επίλογος θα υπάρξει όσο υφαίνει μια σιωπή τρωτή.
Και που δεν έχει για συγκομιδή ούτε μιας τόσο δα μικρής κραυγής στην άκρη της σιωπής του.
Ένα δειλό έστω σινιάλο ζωής.
Και έτσι όλα τα κάμει να φαντάζουν προορισμένα και θνητά, αδύναμα και μάταια.
Να φθείρεται ακίνδυνα ζωγραφίζοντας πόρτες στους τοίχους και πουλιά που πετούν μακριά ελεύθερα στο ταβάνι…χωρίς ποτέ ο ίδιος να υπήρξε.
Πεθαίνοντας χωρίς να έχει γεννηθεί. 

Παράθυρα 

Ανοίξτε τα κορμιά με τα νύχια
ανοίξτε το φλασκί με το γλυκό κρασί
ανοίξτε τα βλέφαρα πόρτες
ανοίξτε τ’ ανοιχτά παράθυρα
ανοίξτε τα λειψά και μισοφώτιστα δωμάτια
ανοίξτε τις σιωπές
 
ανοίξτε τα ουράνια τοπία
ανοίξτε τις υπέροχες μήτρες
ανοίξτε τα καλαίσθητα λευκώματα
ανοίξτε τις κάμαρες των αναμνήσεων
ανοίξτε τα πρόσχαρα κελάρια
ανοίξτε τις παράφωνες νότες
τα τριαντάφυλλα των γιορτινών αποφοιτήσεων
τις πέτρινες μοναξιές
το λιβάνι και την σμύρνα
τις μορφές του φθινοπωρινού ύπνου
τα τσακισμένα μυστικά
τις ψευδείς ευδιακρισίες
 
ανοίξτε τις απαγορευμένες πλατείες
ανοίξτε τους πόνους της ίασης
ανοίξτε τους πύρινους χορούς
ανοίξτε τα παιδικά μας πρωτολόγια
τις αγκαλιές που δεν ήταν αγκαλιές
τα ρεφρέν από τα παλιά τραγούδια
το χρώμα και το αλάτι της σκουριάς
 
ανοίξτε τα γλυκοθώρητα αγόρια
ανοίξτε τα γλυκοθώρητα κορίτσια
ανοίξτε τους αξεδιάλυτους πόθους
ανοίξτε την κραυγή σας στην άκρη της σιωπής σας
ανοίξτε τα ματωμένα όνειρα
ανοίξτε τα εργαλεία της δουλειάς
ανοίξτε τα ουράνια τόξα
ανοίξτε τα χαιδεμένα δρεπάνια
ανοίξτε τα χαριτωμένα κορίτσια
 
ανοίξτε τα σκουριασμένα σφυροδρέπανα
ανοίξτε τις κάσες των άδικων νεκρών
ανοίξτε την χωματένια απληστία
ανοίξτε τις διασκεδάσεις των αχρείων
ανοίξτε τα χασμουρητά των αθλίων
ανοίξτε τα χοιροστάσια των πλουσίων


ανοίξτε τα πλεχτά καλάθια με το τυρί
ανοίξτε τις στεγνές στημένες βρύσες
ανοίξτε το ράμφος της ηδονής
ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν Φλεβάρη
ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν για να την θυμίζουν
ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν για να λησμονηθούν
ανοίξτε τα σφαλισμένα χείλη
τις αποθήκες με τις κραυγές
τις αποθήκες με τα ποιήματα
το εύμορφο στόμα
το αμαρτωλό νερό
το ανευχάριστο όνειρο
την στενάχωρη θάλασσα
 
ανοίξτε τις ευδαιμονικές μουσικές
ανοίξτε το παραμύθι με τους νεκρούς μας φίλους
ανοίξτε τα μαξιλάρια με τα πούπουλα
ανοίξτε τους ανασασμούς των κρίνων
ανοίξτε τα γράμματα της φυλακής
ανοίξτε όλες τις φυλακές
 
 
ανοίξτε τα πορτοφόλια των διαβόλων
 
ανοίξτε τις ζωές των νοικοκυραιών
ανοίξτε τα παντελόνια των τραπεζικών
 
ανοίξτε τις βαριές ψυχές της Κυριακής
ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών
ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών
ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών
και κλείστε την τηλεόραση 

Οι κρεμάστρες

       Όσο άδειαζε τον Αυγουστο αυτή η πόλη τόσο ξεχώριζαν άλλες εικόνες της που χάνονταν πιο πριν στην ένταση και στο φορτίο του απρόσωπου πλήθους . Τώρα έγιναν πιο συγκεκριμένες αυτές οι ψηφίδες απ την συνολική φωτογραφία. Και τις πολύ πρωινές ώρες μπορεί κάποιος να διακρίνει τις λεπτομέρειες και να κοιτάξει καλύτερα τα πλάσματα και τις κινήσεις τους , να τα αισθανθεί πιο καλά. Να κατανοήσει , να λυπηθεί , να φοβηθεί , να θυμώσει , να νιώσει …
 
       Στην άδεια πρωινή λεωφόρο ο πρόσφυγας έχει παρκάρει το καροτσάκι του δίπλα στον μεγάλο κάδο των σκουπιδιών. Έχει βουτήξει στην κυριολεξία μέσα του για να ψαρέψει με το αυτοσχέδιο του συρμάτινο άγκιστρο τις όποιες σακούλες σκουπιδιων υπάρχουν. Παρατηρώ απ το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου. Σκίζει μια μια τις σακούλες . Στην αρχή μεσα απ τα σκουπίδια ξεπετάγεται σαν έμβρυο απ την κοιλιά της μάνας του ενα γυαλινο μπουκαλι μπυρας. Το πρόσωπο του λάμπει. Έπειτα να και ένα δεύτερο και ενα τρίτο. Τα καρβουνιασμένα χέρια του που έχουν σκληρύνει απο τότε που αγκάλιαζαν τον ήλιο της μακρινής πατρίδας του δουλεύουν τώρα με πιο γρήγορους ρυθμούς.  Να και άλλο ένα μπουκάλι ,κι άλλο ένα. Διέκρινα μια προσπάθεια να χαμογελάσει το σκοτεινό του πρόσωπο που μέρα δεν νιώθει , ούτε και νύχτα.
       Βρίσκει ένα αλουμινένιο κουτι κονσέρβας. Με άψογη τέχνη και επαγγελματισμό το πατάει με το σανδάλι του το ισιώνει και το ρίχνει στο καροτσάκι. Το ίδιο κάνει και για άλλα δύο.. Βρίσκει κάποιες λίγες μεταλικές κρεμάστες μπλεγμένες αναμεταξύ τους . Τις ζυγιάζει με το βλέμμα τις πιάνει στα χέρια του μα το μετανιώνει – ποιος ξέρει με ποιό είδος εκτίμησης και αξιολογησης – και τις ξαναριχνει πισω στον κάδο. Πιάνει το καρότσι του και φεύγει αντίθετα στην άδεια λεωφόρο ανηφορίζοντάς την. Στον αέρα μέχρι το μπαλκόνι του δεύτερου ήταν ορατή η σκέψη του. Θυμήθηκε το πρώτο του πουκάμισο , ενα κατάλευκο πουκάμισο καλοσιδερωμένο έτοιμο στην κρεμάστρα του στην ηλικία των 9 ετών όταν ο πατέρας του του το έκανε δώρο για να πάνε μαζί για πρώτη φορά στο καφενείο του Χασαν να τον γνωρίσουν οι πρεσβύτεροι άντρες της οικογενείας του. Θυμήθηκε το πρώτο του κουστούμι και το μοναδικό του έκτοτε σε μια κρεμάστρα γατζωμένο απο το μεγάλο παράθυρο του πατρικού του για να το λιάσει ο ήλιος και να φύγει η ναφθαλίνη που έβαζε στα κουστούμια ο Εμίρ ο γερο-ράφτης τους. Θα το φόραγε στους αραββώνες του 14 χρόνων με το ”λουλούδι του απομεσήμερου ” όπως την φώναζε την Γιουσεφίνα. Δεν ήταν συνοικέσιο. Είχαν αγαπηθεί από τα πρώτα χρόνια του σχολείου… Με την άκρη του ματιού μου τον έβλεπα να χει φτάσει στον επόμενο κάδο σκουπιδιών. Εκεί δίπλα σε μια στάση λεωφορείου ένας μεσήλικας Ελληνάρας κοντοστάθηκε μπροστά του με ύφος 100 Γκέμπελς και 1000 Μεγάλων Αλεξάνδρων και του φώναξε σχεδόν ουρλιάζοντας μέσα απ τα κίτρινα δόντια του
 
 
-”Άστα τα σκουπίδια μου ρε Παπάρα . Βγαλτα όλα απ το καροτσάκι. Να πας στην Χωρα σου να μαζέψεις τα δικά σου σκουπίδια….”
 
-”Έγώ πεινάω κύριε, εγώ θέλει δουλέψει κύριε … δεν ενοχλώ…” προλάβε να του πει.
 
       Ο μεσήλικας κλανιάρης φασιστοκολοκωτροναιακος του έπιασε το καρότσι  και το άδειασε στα πόδια του . Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά του και επιβιβάστηκε σε αυτό με το ύφος ενός Παπα-Καψάλη που είχε μόλις ανατινάξει το Σουλι, λαβαίνοντας τα μπράβο απ τον οδηγό του λεωφορείου του Μπότσαρη δηλαδη.
 
       Ο μικρός μετανάστης με τα χέρια σαν κατράμι, κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου έβαλε τους αγκώνες στα γόνατα και άφησε άλλη μια θύμηση να ξεφύγει στον αέρα-θυμήθηκε την ρόγα απ το κόκκινο σταφύλι που τοποθέτησε στον γάμο του ο Ιμάμης ανάμεσα στα χείλη τα δικά του και της Γιουσεφίνας του. Ήταν η πρώτη φορά που τα άγγιξε. Το πρώτο τους φιλί…..
 
 

Αυτό το ποιήμα είναι για σένα 

Αυτό το ποίημα είναι για σένα
που τρελαίνεσαι πριν πέσεις στο κρεβάτι
και μουρμουράει η γυναίκα σου για τους απλήρωτους λογαριασμούς
και τρελαίνεται η μάνα σου για τις αδιόρθωτες συμπεριφορές σου
και σου μιλάνε οι φίλοι σου για τις ακάθαρτες σιωπές.
Αυτό το ποίημα είναι για ʽκείνους που μαύρισαν τα χέρια τους
και πίνουν ούζα στου καφενείου την πληρωμή,
που σταυρώνονται στους πάγκους για τρεις κι εξήντα
και τους γαμούν οι τράγοι της πολιτικής,
τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες.
Αυτό το ποίημα είναι γιʼ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν
τους γραφιάδες των free press
ʽκείνους που λένʼ τι όμορφα είναι τα βράδια της πόλης
γιατί ποτέ δεν άνοιξαν φάκελο με λογαριασμό
γιατί η μάνα ξεσκάτιζε τα βρακιά τους απʼ τα ερασιτεχνικά μεθύσια
και ο πατέρας φρόντιζε τα πλυμένα τους αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τους μαλάκες ποιητές
που νόμιζαν πως τα λόγια είναι δυο ποτάμια.

Που δεν ρόζιασαν ποτέ τους τις παλάμες 

και γίνανε το λουρί ενός ατάλαντου. 

Για τα Παρίσια τους

και τις αγύμναστες κωλοτρυπίδες τους
για τους μπαμπάδες στρατηγούς τους
και τις γιαγιάδες νταβατζήδες τους
για τα ποτά των 10 ευρώ τους στα μπαρ της γελοιότητας
για το βυζί της μάνας τους που έγινε εικονοστάσι
και τα ημερωμένα μεσημεριάτικα πρωινά τους
που δεν υπήρχε ποτέ το ξυπνητήρι.
Αυτό το ποίημα είναι για
τους πενηντάρηδες οικοδόμους
που πίνουν ότι βρουν μπροστά τους
μονάχα για να σταματήσουν τα χρόνια
και τις γυναίκες τους που μετράν τις δεκάρες
στα μπακάλικα της γειτονιάς
μην τυχόν και φάνε ξύλο το βράδυ.
 Αυτό το ποίημα είναι για τους χαρτογιακάδες
που έπιασαν τον παπά απʼ τα αρχίδια
και τους παπάδες που έγιναν αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τούτη την πόλη
που δεν κατάλαβε ποτέ από που της ήρθε
και βολεύεται με τα ίδια σκατά
εδώ και κάποιες δεκαετίες
και θα βολεύεται για χρόνια ακόμη.
Καθώς οι σκύλες θα γαβγίζουν τα βράδια
οι μπεκρήδες θα μετράνε ατυχία
και τʼ αποτσίγαρα θα χορεύουν κλακέτες
πάνω στον ίδιο ρυθμό του θανάτου.
 

Κάποτε τα δεσμά θα σπάσουνε 

 
Κάποτε τα δεσμά που μας κρατούνε θα σπάσουνε από την εκκωφαντική λέξη της αλήθειας.
Κάποτε οι ρομαντικοί θα είναι περισσότεροι απ τις νιφάδες της μεγαλύτερης χιονόπτωσης του αιώνα
Κάποτε θα μάθει να απαντάει η ψυχή όταν την ψάχνεις ουρλιάζοντας να την έβρεις στο σκοτάδι
Κάποτε θα αποκρυσταλλωθούν τα δάκρυά μας
και οι κοιμισμένες μας φωνές θα ξεπαγώσουν
Κάποτε τα σύννεφα θα χρησιμεύουν μόνο σα βαμβάκι στα μαξιλάρια μας
κι όχι σαν σκηνικό της ήττας του φωτός
 
 
Κάποτε απ το ατσάλι δεν θα φτιάχνουν μόνο σπαθιά αλλά και καρδιές που θα αντέχουν στα τέλη
Κάποτε θα μου πεις πως μ’ αγάπησες…αληθινά
…και οι σιωπές θα γίνουνε κλειδιά
να ανοίξουνε τις φυλακές
που κρατάνε μέσα τους
την ματαιότητες των πράξεων και τον λόγων
που δεν μπορέσαμε να μην είχαμε κάνει
που δεν μπορέσαμε να μην είχαμε πει…κάποτε 

Το αναντικατάστατο οστεοφυλάκειο

Είναι όλα έτοιμα
Έτοιμα να ακουμπήσουμε τα πόδια σε στεριά
Να αφεθούμε στην καυτή αγκάλη της άμμου
Να λούσουμε την κεφαλή κάτω απ τον εμπύρετο ήλιο
Να ξεσφίξουμε τους κόμπους ανάμεσα στις λέξεις
Να ξαναβρούμε τα μονοπάτια της επιστροφής
την ρώγα που δαγκώναμε με απληστία
και το σεντούκι με τα ανικανοποίητα όνειρα.
 

Είναι όλα έτοιμα
Από καιρό ήταν..!
Εμείς δεν μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε
την απαράλαχτη ακινησία των ημερών.
 
 
Και ζήσαμε με την ψευδαίσθηση
οτι θα πυρπολήσουμε τον κόσμο
θα ανατινάξουμε τις μουσικές
και θα ξεθάψουμε τον έρωτα
που είχε βάψει κόκκινα τα οστά μας.
 
Είμαστε οι σάλπιγγες που θα προυπαντήσουν
το φως στον κόσμο
την καθαριότητα στα οστά μας
και την έξοδο απ τον πόνο
 
Είναι όλα έτοιμα. Οι καιροί αλλάζουν!
 
 Ένα τελευταίο 

Είμαι κατά των βραβείων Όσκαρ
Είμαι κατά των βραβείων Νόμπελ
Είμαι κατά των βραβείων Πούλιτζερ
Είμαι κατά των βραβείων Λένιν
Είμαι κατά των βραβείων ΜTV
Είμαι κατά των βραβείων Aυτοθυσίας
Είμαι κατά των βραβείων Αιματοχυσίας
Είμαι κατά των βραβείων Κρεατοφαγίας
Είμαι κατά των βραβείων των Καλών Μαθητών
Είμαι κατά των βραβείων των Εσταυρωμένων

Είμαι υπέρ αυτών των λίγων, των υπέροχων τρελών μικροδιαβόλων
Του τελευταίου θρανίου
Που πάντα αυτοί με θράσος άλλαζαν-τον κόσμο
Χωρίς βραβείο

 

Σκάψιμο

Ανταλλαγμένες οι βρισιές το σύρσιμο των φωνών μέσα μου
σαν φίδι που τυλίγεται στον λαιμό μου
κι αργώ να θυμηθώ
πως τον λαιμό της σφίγγει …
βραχνές οι αντιδράσεις μου…
Σκάβω λάκκους κάτω από τα πόδια μου
πατάω σε τσιμέντο
μα σκόνη το αισθάνομαι
Και τα χείλη μας τα απομακρύνει η ατολμία μου
Πόσο σεβαστική θα ‘θελα να ‘ναι η σιωπή μου
Το άδειο μαξιλάρι είναι γεμάτο απ’ το άρωμά της
Τα μικρά χεράκια της απόντα δεν είναι
Σφίγγουν στη φαντασία μου
στις δυό γροθιές τους τα μαλλιά μου
Λείπει,
μα είναι εδώ
Ας ασχοληθώ τώρα
με τους όμορφους κήπους μου
μέσα μου
για να της προσφέρω
τους ζωντανούς καρπούς τους 


Σαν σκυλι…
Σαν παιδί.
Πάω χωρίς όνομα τώρα
Υπήρξα μοναχός…πολύ.
Χιονίζει τώρα, το βλέπεις;
Φιλώ το χώμα σου…τα χέρια σου τα ΄χασα.
Τίποτε δεν μοιάζει πραγματικό
Μόνο η μνήμη σου…
Καληνύχτα αγάπη μου
Έχε την πικρή θέληση να αγαπήσεις …ξανά.
Ζήσε.
Τις μεγάλες πράξεις .
Που δεν μπόρεσα να σου δώσω.
Ζήσε.
Ότι μπορεί να ξαναγίνει μέσα σου.
Εγώ ο άγνωστος που υπήρξα
δεν είμαι πια εδώ.
Το ανάχωμα ενός τάφου είμαι
με τα νέα μου θλιβερά τραγούδια
να μην μπορούν να διαρκέσουν
κάτω απ το βάρος αυτού του τέλους.
Τέλος Πάντων Κοιμάσαι;
Κοιμήσου Ήρεμα Γαλήνια Σοφά …
ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΩ. ..

όταν πεθάνω 

 


 
 
 
 




 
 
 

 
 
 
 
 
 
 


 
 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 
 
 
 
 

ΘΑΝΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ




ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

       Ο Θάνος Ανεστόπουλος (1967 – 3 Σεπτεμβρίου 2016) ήταν Έλληνας τραγουδιστής, συνθέτης και στιχουργός, ο οποίος έγινε ιδιαίτερα γνωστός από την συμμετοχή του στο ροκ συγκρότημα Διάφανα Κρίνα, του οποίου υπήρξε και ιδρυτής.
Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη τον Φεβρουάριο του 1967 και απεβίωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 2016 από καρκίνο. Ο ίδιος είχε ανακοινώσει την ασθένειά του μέσω της ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης Facebook το 2015.



H διάρκεια είναι που κάνει την παύση σιωπή 



Ας θυμηθούμε τις μοναχικές βόλτες των λέξεων ενός ανθρώπου μόνου στην ζωή σ ένα δωμάτιο γεμάτο με ίσκιους απ τις μορφές του παρελθόντος του.
Ας σκύψουμε συμπονετικά μπροστά στην αδυναμία του να αποφασίσει τώρα που θέλει να πάει. Στον φόβο του να πλησιάσει την πόρτα εξόδου.
Του υποσχέθηκε ο κόσμος μια ζωή χωρίς αναστεναγμούς, χωρίς τυραννία.
Κι αυτός τον πίστεψε.
Τα πουλιά μήνες τώρα του χτυπούν με τα ράμφη τα τζάμια στα παράθυρα.
Αυτός νομίζει πως κάθε μέρα πέφτει χαλάζι.
Ο κόσμος τρέχει πέφτει και ξανασηκώνεται και τρέχει πάλι.
Αυτός τα αγνοεί όλα αυτά.
Αφήνει άγραφες σελίδες παντού μεσ στο δώμα. Στα πατώματα , κάτω απ το κρεβάτι, στο τραπέζι , μέσα στα συρτάρια , στα πιάτα , στο ποτήρι , στα τασάκια, στα παπούτσια…
Έτσι έχασε και την ηλικία του, και τα νοήματα και σφιχταγκάλιασε την αβεβαιότητα της μιας μονότονης μέρας μετά την άλλην.
Και πιο νεκρός απ τους νεκρούς πια είναι.
Μες στην σιωπή του. Που μήτε πρόλογο είχε και μήτε επίλογος θα υπάρξει όσο υφαίνει μια σιωπή τρωτή.
Και που δεν έχει για συγκομιδή ούτε μιας τόσο δα μικρής κραυγής στην άκρη της σιωπής του.
Ένα δειλό έστω σινιάλο ζωής.
Και έτσι όλα τα κάμει να φαντάζουν προορισμένα και θνητά, αδύναμα και μάταια.
Να φθείρεται ακίνδυνα ζωγραφίζοντας πόρτες στους τοίχους και πουλιά που πετούν μακριά ελεύθερα στο ταβάνι…χωρίς ποτέ ο ίδιος να υπήρξε.
Πεθαίνοντας χωρίς να έχει γεννηθεί. 

Παράθυρα 

Ανοίξτε τα κορμιά με τα νύχια
ανοίξτε το φλασκί με το γλυκό κρασί
ανοίξτε τα βλέφαρα πόρτες
ανοίξτε τ’ ανοιχτά παράθυρα
ανοίξτε τα λειψά και μισοφώτιστα δωμάτια
ανοίξτε τις σιωπές
 
ανοίξτε τα ουράνια τοπία
ανοίξτε τις υπέροχες μήτρες
ανοίξτε τα καλαίσθητα λευκώματα
ανοίξτε τις κάμαρες των αναμνήσεων
ανοίξτε τα πρόσχαρα κελάρια
ανοίξτε τις παράφωνες νότες
τα τριαντάφυλλα των γιορτινών αποφοιτήσεων
τις πέτρινες μοναξιές
το λιβάνι και την σμύρνα
τις μορφές του φθινοπωρινού ύπνου
τα τσακισμένα μυστικά
τις ψευδείς ευδιακρισίες
 
ανοίξτε τις απαγορευμένες πλατείες
ανοίξτε τους πόνους της ίασης
ανοίξτε τους πύρινους χορούς
ανοίξτε τα παιδικά μας πρωτολόγια
τις αγκαλιές που δεν ήταν αγκαλιές
τα ρεφρέν από τα παλιά τραγούδια
το χρώμα και το αλάτι της σκουριάς
 
ανοίξτε τα γλυκοθώρητα αγόρια
ανοίξτε τα γλυκοθώρητα κορίτσια
ανοίξτε τους αξεδιάλυτους πόθους
ανοίξτε την κραυγή σας στην άκρη της σιωπής σας
ανοίξτε τα ματωμένα όνειρα
ανοίξτε τα εργαλεία της δουλειάς
ανοίξτε τα ουράνια τόξα
ανοίξτε τα χαιδεμένα δρεπάνια
ανοίξτε τα χαριτωμένα κορίτσια
 
ανοίξτε τα σκουριασμένα σφυροδρέπανα
ανοίξτε τις κάσες των άδικων νεκρών
ανοίξτε την χωματένια απληστία
ανοίξτε τις διασκεδάσεις των αχρείων
ανοίξτε τα χασμουρητά των αθλίων
ανοίξτε τα χοιροστάσια των πλουσίων


ανοίξτε τα πλεχτά καλάθια με το τυρί
ανοίξτε τις στεγνές στημένες βρύσες
ανοίξτε το ράμφος της ηδονής
ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν Φλεβάρη
ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν για να την θυμίζουν
ανοίξτε τα ποιήματα που γράφτηκαν για να λησμονηθούν
ανοίξτε τα σφαλισμένα χείλη
τις αποθήκες με τις κραυγές
τις αποθήκες με τα ποιήματα
το εύμορφο στόμα
το αμαρτωλό νερό
το ανευχάριστο όνειρο
την στενάχωρη θάλασσα
 
ανοίξτε τις ευδαιμονικές μουσικές
ανοίξτε το παραμύθι με τους νεκρούς μας φίλους
ανοίξτε τα μαξιλάρια με τα πούπουλα
ανοίξτε τους ανασασμούς των κρίνων
ανοίξτε τα γράμματα της φυλακής
ανοίξτε όλες τις φυλακές
 
 
ανοίξτε τα πορτοφόλια των διαβόλων
 
ανοίξτε τις ζωές των νοικοκυραιών
ανοίξτε τα παντελόνια των τραπεζικών
 
ανοίξτε τις βαριές ψυχές της Κυριακής
ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών
ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών
ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών
και κλείστε την τηλεόραση 

Οι κρεμάστρες

       Όσο άδειαζε τον Αυγουστο αυτή η πόλη τόσο ξεχώριζαν άλλες εικόνες της που χάνονταν πιο πριν στην ένταση και στο φορτίο του απρόσωπου πλήθους . Τώρα έγιναν πιο συγκεκριμένες αυτές οι ψηφίδες απ την συνολική φωτογραφία. Και τις πολύ πρωινές ώρες μπορεί κάποιος να διακρίνει τις λεπτομέρειες και να κοιτάξει καλύτερα τα πλάσματα και τις κινήσεις τους , να τα αισθανθεί πιο καλά. Να κατανοήσει , να λυπηθεί , να φοβηθεί , να θυμώσει , να νιώσει …
 
       Στην άδεια πρωινή λεωφόρο ο πρόσφυγας έχει παρκάρει το καροτσάκι του δίπλα στον μεγάλο κάδο των σκουπιδιών. Έχει βουτήξει στην κυριολεξία μέσα του για να ψαρέψει με το αυτοσχέδιο του συρμάτινο άγκιστρο τις όποιες σακούλες σκουπιδιων υπάρχουν. Παρατηρώ απ το μπαλκόνι του δευτέρου ορόφου. Σκίζει μια μια τις σακούλες . Στην αρχή μεσα απ τα σκουπίδια ξεπετάγεται σαν έμβρυο απ την κοιλιά της μάνας του ενα γυαλινο μπουκαλι μπυρας. Το πρόσωπο του λάμπει. Έπειτα να και ένα δεύτερο και ενα τρίτο. Τα καρβουνιασμένα χέρια του που έχουν σκληρύνει απο τότε που αγκάλιαζαν τον ήλιο της μακρινής πατρίδας του δουλεύουν τώρα με πιο γρήγορους ρυθμούς.  Να και άλλο ένα μπουκάλι ,κι άλλο ένα. Διέκρινα μια προσπάθεια να χαμογελάσει το σκοτεινό του πρόσωπο που μέρα δεν νιώθει , ούτε και νύχτα.
       Βρίσκει ένα αλουμινένιο κουτι κονσέρβας. Με άψογη τέχνη και επαγγελματισμό το πατάει με το σανδάλι του το ισιώνει και το ρίχνει στο καροτσάκι. Το ίδιο κάνει και για άλλα δύο.. Βρίσκει κάποιες λίγες μεταλικές κρεμάστες μπλεγμένες αναμεταξύ τους . Τις ζυγιάζει με το βλέμμα τις πιάνει στα χέρια του μα το μετανιώνει – ποιος ξέρει με ποιό είδος εκτίμησης και αξιολογησης – και τις ξαναριχνει πισω στον κάδο. Πιάνει το καρότσι του και φεύγει αντίθετα στην άδεια λεωφόρο ανηφορίζοντάς την. Στον αέρα μέχρι το μπαλκόνι του δεύτερου ήταν ορατή η σκέψη του. Θυμήθηκε το πρώτο του πουκάμισο , ενα κατάλευκο πουκάμισο καλοσιδερωμένο έτοιμο στην κρεμάστρα του στην ηλικία των 9 ετών όταν ο πατέρας του του το έκανε δώρο για να πάνε μαζί για πρώτη φορά στο καφενείο του Χασαν να τον γνωρίσουν οι πρεσβύτεροι άντρες της οικογενείας του. Θυμήθηκε το πρώτο του κουστούμι και το μοναδικό του έκτοτε σε μια κρεμάστρα γατζωμένο απο το μεγάλο παράθυρο του πατρικού του για να το λιάσει ο ήλιος και να φύγει η ναφθαλίνη που έβαζε στα κουστούμια ο Εμίρ ο γερο-ράφτης τους. Θα το φόραγε στους αραββώνες του 14 χρόνων με το ”λουλούδι του απομεσήμερου ” όπως την φώναζε την Γιουσεφίνα. Δεν ήταν συνοικέσιο. Είχαν αγαπηθεί από τα πρώτα χρόνια του σχολείου… Με την άκρη του ματιού μου τον έβλεπα να χει φτάσει στον επόμενο κάδο σκουπιδιών. Εκεί δίπλα σε μια στάση λεωφορείου ένας μεσήλικας Ελληνάρας κοντοστάθηκε μπροστά του με ύφος 100 Γκέμπελς και 1000 Μεγάλων Αλεξάνδρων και του φώναξε σχεδόν ουρλιάζοντας μέσα απ τα κίτρινα δόντια του
 
 
-”Άστα τα σκουπίδια μου ρε Παπάρα . Βγαλτα όλα απ το καροτσάκι. Να πας στην Χωρα σου να μαζέψεις τα δικά σου σκουπίδια….”
 
-”Έγώ πεινάω κύριε, εγώ θέλει δουλέψει κύριε … δεν ενοχλώ…” προλάβε να του πει.
 
       Ο μεσήλικας κλανιάρης φασιστοκολοκωτροναιακος του έπιασε το καρότσι  και το άδειασε στα πόδια του . Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά του και επιβιβάστηκε σε αυτό με το ύφος ενός Παπα-Καψάλη που είχε μόλις ανατινάξει το Σουλι, λαβαίνοντας τα μπράβο απ τον οδηγό του λεωφορείου του Μπότσαρη δηλαδη.
 
       Ο μικρός μετανάστης με τα χέρια σαν κατράμι, κάθισε στην άκρη του πεζοδρομίου έβαλε τους αγκώνες στα γόνατα και άφησε άλλη μια θύμηση να ξεφύγει στον αέρα-θυμήθηκε την ρόγα απ το κόκκινο σταφύλι που τοποθέτησε στον γάμο του ο Ιμάμης ανάμεσα στα χείλη τα δικά του και της Γιουσεφίνας του. Ήταν η πρώτη φορά που τα άγγιξε. Το πρώτο τους φιλί…..
 
 

Αυτό το ποιήμα είναι για σένα 

Αυτό το ποίημα είναι για σένα
που τρελαίνεσαι πριν πέσεις στο κρεβάτι
και μουρμουράει η γυναίκα σου για τους απλήρωτους λογαριασμούς
και τρελαίνεται η μάνα σου για τις αδιόρθωτες συμπεριφορές σου
και σου μιλάνε οι φίλοι σου για τις ακάθαρτες σιωπές.
Αυτό το ποίημα είναι για ʽκείνους που μαύρισαν τα χέρια τους
και πίνουν ούζα στου καφενείου την πληρωμή,
που σταυρώνονται στους πάγκους για τρεις κι εξήντα
και τους γαμούν οι τράγοι της πολιτικής,
τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες.
Αυτό το ποίημα είναι γιʼ αυτούς που δεν καταλαβαίνουν
τους γραφιάδες των free press
ʽκείνους που λένʼ τι όμορφα είναι τα βράδια της πόλης
γιατί ποτέ δεν άνοιξαν φάκελο με λογαριασμό
γιατί η μάνα ξεσκάτιζε τα βρακιά τους απʼ τα ερασιτεχνικά μεθύσια
και ο πατέρας φρόντιζε τα πλυμένα τους αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τους μαλάκες ποιητές
που νόμιζαν πως τα λόγια είναι δυο ποτάμια.

Που δεν ρόζιασαν ποτέ τους τις παλάμες 

και γίνανε το λουρί ενός ατάλαντου. 

Για τα Παρίσια τους

και τις αγύμναστες κωλοτρυπίδες τους
για τους μπαμπάδες στρατηγούς τους
και τις γιαγιάδες νταβατζήδες τους
για τα ποτά των 10 ευρώ τους στα μπαρ της γελοιότητας
για το βυζί της μάνας τους που έγινε εικονοστάσι
και τα ημερωμένα μεσημεριάτικα πρωινά τους
που δεν υπήρχε ποτέ το ξυπνητήρι.
Αυτό το ποίημα είναι για
τους πενηντάρηδες οικοδόμους
που πίνουν ότι βρουν μπροστά τους
μονάχα για να σταματήσουν τα χρόνια
και τις γυναίκες τους που μετράν τις δεκάρες
στα μπακάλικα της γειτονιάς
μην τυχόν και φάνε ξύλο το βράδυ.
 Αυτό το ποίημα είναι για τους χαρτογιακάδες
που έπιασαν τον παπά απʼ τα αρχίδια
και τους παπάδες που έγιναν αρχίδια.
Αυτό το ποίημα είναι για τούτη την πόλη
που δεν κατάλαβε ποτέ από που της ήρθε
και βολεύεται με τα ίδια σκατά
εδώ και κάποιες δεκαετίες
και θα βολεύεται για χρόνια ακόμη.
Καθώς οι σκύλες θα γαβγίζουν τα βράδια
οι μπεκρήδες θα μετράνε ατυχία
και τʼ αποτσίγαρα θα χορεύουν κλακέτες
πάνω στον ίδιο ρυθμό του θανάτου.
 

Κάποτε τα δεσμά θα σπάσουνε 

 
Κάποτε τα δεσμά που μας κρατούνε θα σπάσουνε από την εκκωφαντική λέξη της αλήθειας.
Κάποτε οι ρομαντικοί θα είναι περισσότεροι απ τις νιφάδες της μεγαλύτερης χιονόπτωσης του αιώνα
Κάποτε θα μάθει να απαντάει η ψυχή όταν την ψάχνεις ουρλιάζοντας να την έβρεις στο σκοτάδι
Κάποτε θα αποκρυσταλλωθούν τα δάκρυά μας
και οι κοιμισμένες μας φωνές θα ξεπαγώσουν
Κάποτε τα σύννεφα θα χρησιμεύουν μόνο σα βαμβάκι στα μαξιλάρια μας
κι όχι σαν σκηνικό της ήττας του φωτός
 
 
Κάποτε απ το ατσάλι δεν θα φτιάχνουν μόνο σπαθιά αλλά και καρδιές που θα αντέχουν στα τέλη
Κάποτε θα μου πεις πως μ’ αγάπησες…αληθινά
…και οι σιωπές θα γίνουνε κλειδιά
να ανοίξουνε τις φυλακές
που κρατάνε μέσα τους
την ματαιότητες των πράξεων και τον λόγων
που δεν μπορέσαμε να μην είχαμε κάνει
που δεν μπορέσαμε να μην είχαμε πει…κάποτε 

Το αναντικατάστατο οστεοφυλάκειο

Είναι όλα έτοιμα
Έτοιμα να ακουμπήσουμε τα πόδια σε στεριά
Να αφεθούμε στην καυτή αγκάλη της άμμου
Να λούσουμε την κεφαλή κάτω απ τον εμπύρετο ήλιο
Να ξεσφίξουμε τους κόμπους ανάμεσα στις λέξεις
Να ξαναβρούμε τα μονοπάτια της επιστροφής
την ρώγα που δαγκώναμε με απληστία
και το σεντούκι με τα ανικανοποίητα όνειρα.
 

Είναι όλα έτοιμα
Από καιρό ήταν..!
Εμείς δεν μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε
την απαράλαχτη ακινησία των ημερών.
 
 
Και ζήσαμε με την ψευδαίσθηση
οτι θα πυρπολήσουμε τον κόσμο
θα ανατινάξουμε τις μουσικές
και θα ξεθάψουμε τον έρωτα
που είχε βάψει κόκκινα τα οστά μας.
 
Είμαστε οι σάλπιγγες που θα προυπαντήσουν
το φως στον κόσμο
την καθαριότητα στα οστά μας
και την έξοδο απ τον πόνο
 
Είναι όλα έτοιμα. Οι καιροί αλλάζουν!
 
 Ένα τελευταίο 

Είμαι κατά των βραβείων Όσκαρ
Είμαι κατά των βραβείων Νόμπελ
Είμαι κατά των βραβείων Πούλιτζερ
Είμαι κατά των βραβείων Λένιν
Είμαι κατά των βραβείων ΜTV
Είμαι κατά των βραβείων Aυτοθυσίας
Είμαι κατά των βραβείων Αιματοχυσίας
Είμαι κατά των βραβείων Κρεατοφαγίας
Είμαι κατά των βραβείων των Καλών Μαθητών
Είμαι κατά των βραβείων των Εσταυρωμένων

Είμαι υπέρ αυτών των λίγων, των υπέροχων τρελών μικροδιαβόλων
Του τελευταίου θρανίου
Που πάντα αυτοί με θράσος άλλαζαν-τον κόσμο
Χωρίς βραβείο

 

Σκάψιμο

Ανταλλαγμένες οι βρισιές το σύρσιμο των φωνών μέσα μου
σαν φίδι που τυλίγεται στον λαιμό μου
κι αργώ να θυμηθώ
πως τον λαιμό της σφίγγει …
βραχνές οι αντιδράσεις μου…
Σκάβω λάκκους κάτω από τα πόδια μου
πατάω σε τσιμέντο
μα σκόνη το αισθάνομαι
Και τα χείλη μας τα απομακρύνει η ατολμία μου
Πόσο σεβαστική θα ‘θελα να ‘ναι η σιωπή μου
Το άδειο μαξιλάρι είναι γεμάτο απ’ το άρωμά της
Τα μικρά χεράκια της απόντα δεν είναι
Σφίγγουν στη φαντασία μου
στις δυό γροθιές τους τα μαλλιά μου
Λείπει,
μα είναι εδώ
Ας ασχοληθώ τώρα
με τους όμορφους κήπους μου
μέσα μου
για να της προσφέρω
τους ζωντανούς καρπούς τους 


Σαν σκυλι…
Σαν παιδί.
Πάω χωρίς όνομα τώρα
Υπήρξα μοναχός…πολύ.
Χιονίζει τώρα, το βλέπεις;
Φιλώ το χώμα σου…τα χέρια σου τα ΄χασα.
Τίποτε δεν μοιάζει πραγματικό
Μόνο η μνήμη σου…
Καληνύχτα αγάπη μου
Έχε την πικρή θέληση να αγαπήσεις …ξανά.
Ζήσε.
Τις μεγάλες πράξεις .
Που δεν μπόρεσα να σου δώσω.
Ζήσε.
Ότι μπορεί να ξαναγίνει μέσα σου.
Εγώ ο άγνωστος που υπήρξα
δεν είμαι πια εδώ.
Το ανάχωμα ενός τάφου είμαι
με τα νέα μου θλιβερά τραγούδια
να μην μπορούν να διαρκέσουν
κάτω απ το βάρος αυτού του τέλους.
Τέλος Πάντων Κοιμάσαι;
Κοιμήσου Ήρεμα Γαλήνια Σοφά …
ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΩ. ..

όταν πεθάνω 

 


 
 
 
 




 
 
 

 
 
 
 
 
 
 


 
 
 
 
 
 
 
 

 
 
 
 
 
 
 
 

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΔΑΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ ΡΟΖΕΤΑ ΚΡΕΣΤΕ

ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΜΟΥ ΣΤΕΓΝΩΣΑΝ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΟ ΤΖΑΜΙ

Σε περίμενα, περίμενα επ’ άπειρο,
Μην με ξέχασες άρα ξαφνικά;
Τα δάκρυα μου στέγνωσαν στο παράθυρο,
Και μέσα στις λύπες βυθίστηκα.


Α, να μου έστελνες ένα χαρτάκι
Χωρίς γραφή πάνω στο λευκό,
Θα με άρπαζαν τα φτερά του αέρα
Σαν πουλί σε χορό πλουμιστό.


Αχ, αυτό το αναμενόμενο περιστεράκι,
Μην χάθηκε ξαφνικά στο δρόμο;
Μην έπεσε σε άγνωστα χέρια
Κι εμένα με σπαράζει ο πόνος;


Ξέρω κάπου στον κόσμο αναπνέεις κι εσύ,
Δεν επιθυμώ καν να σε πληγώσω,
Φοβάμαι αν επιστρέψεις κάποια στιγμη,
Θρυμματισμένη ψυχή θα παραδώσω.


 ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Πέτρος Τσερκέζης