Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ "ΓΥΜΝΟ ΓΕΥΜΑ" ΤΟΥ ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ









Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης



       Πως αντιμετωπίζεις ένα βιβλίο-θρύλο της αμερικάνικης και παγκόσμιας λογοτεχνίας; Να ποιά ήταν η πρώτη σκέψη μου, τελειώνοντας την δεύτερη (ή τρίτη, δεν θυμάμαι) ανάγνωση του θρυλικού «Γυμνού Γεύματος» του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Στη συνέχεια, πίνοντας μια μπυρίτσα στο Φαγκότο, το ιστορικό τζαζ μπαρ στο ενετικό λιμάνι των Χανίων, ανάμεσα σε ντόπιους και τουρίστες και σε ωραίες μουσικές, σκέφτηκα πάλι πως ίσως δεν είναι όλοι ικανοί να αντιμετωπίσουν, πάει να πει να υπολογίσουν την αξία του βιβλίου με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Έτσι κι αλλιώς, τούτο το βιβλίο είναι φτιαγμένο ειδικά για να μην μπαίνει σε καλούπια. Αργότερα ή νωρίτερα, ούτε τώρα θυμάμαι, τι πειράζει, έτσι είναι αυτά, σε μια ροκ συναυλία ξανασκέφτηκα με δυο τρεις πάλι μπύρες και κάτι ρακές αργότερα, πως τι στο καλό κάθομαι κι αναρωτιέμαι, το «Γυμνό Γεύμα» είναι τόσο ροκ που καμιά αντιμετώπιση, κανείς υπολογισμός, όσο και αν είναι ευφυής, δεν αρκεί για να το περιγράψει.


       Όμως, τι ευλογία και κατάρα που είναι ετούτο το συναίσθημα, ο λογιστής μέσα μου επέμενε, πως ναι ρε αδερφέ, κι όμως κάποια πράγματα εύκολα, σχεδόν αβίαστα, θα το δεις, μπορούν εύκολα να βγουν διαβάζοντας το βιβλίο. Έτσι λοιπόν, για να ικανοποιήσω την αδάμαστη πείνα για ορθολογισμό του άλλου μου εαυτού (κι εντάξει, και το δικό μου ψώνιο), προχωράω (αλλάζοντας ή έτσι νομίζοντας τη γραφή μου) στις ακόλουθες γραμμές, δυο τρία πράγματα σημειώνοντας (και βάζοντας πολλά άλλα στοιχεία στην άκρη):



       Α) Η ηρωίνη, να ποια είναι, η πραγματική συγγραφέας του «Γυμνού Γεύματος». Η ηρωίνη, το λογικό παράλογο, ο απόλυτος εθισμός σε αυτή την ουσία, που κάποτε τη θεωρούσαν φάρμακο, και κατά συνέπεια η παρακμή που αυτή επιφέρει στον χρήστη. Ναι, δεν είναι ένα απλό ναρκωτικό η ηρωίνη, δεν είναι για να το πούμε πολύ απλά κι ακόμα πιο πρόχειρα, ένα τσιγαριλίκι (έτσι, δεν λέγεται;) που κάνεις μια στο τόσο με την παρέα σου, έτσι για να χαλαρώσεις, έχοντας επίγνωση πως ύστερα από λίγο πάλι θα γυρίσεις στην σκληρή πραγματικότητα.



       Εδώ έχουμε μια νέα πραγματικότητα, μια ζωή που μοιάζει υπερρεαλιστική αλλά που στην πραγματικότητα αποτελεί ανάγνωση και βίωση της τωρινής ζωής μέσα από ένα πρίσμα που προσπαθεί να βοηθήσει τον χρηστή να ξεφύγει από τα προβλήματα του, δημιουργώντας του άλλα χειρότερα. Η ηρωίνη, γενικά αλλά και στο «Γυμνό Γεύμα» λειτουργεί και απελευθερωτικά και δεσμεύοντας τους πρωταγωνιστές του βιβλίου σε μια αλλοτρίωση χωρίς επιστροφή. Εκτός και αν θεωρηθεί επιστροφή το να σε κυνηγάει η Ομοσπονδιακή Αστυνομία για να σε κλείσει, για μια ζωή και πάντα, σε κάποιο καθαρό, λευκό και αποστειρωμένο Ομοσπονδιακό Άσυλο…



       Β) Έχει ειπωθεί πως το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένα «ταξίδι του μυαλού δίχως χάρτη». Θα έλεγα μάλλον πως είναι ένα ταξίδι βασισμένο σ’ ένα χάρτη που φτιάξαν πειρατές, με πολλές διαδρομές και με πολλά εμπόδια προς την αναζήτηση του θησαυρού και με αποτέλεσμα φρικτό, δηλαδή το αιώνιο ναυάγιο σε μια αναζήτηση από αρχή χαμένη. Ή, μάλλον, αυτή η αναζήτηση έχει ένα σκοπό, που φαίνεται να πέτυχε απόλυτα μέσα στην πορεία των χρόνων και παρατηρώντας πόσους ανθρώπους και καλλιτεχνικά ρεύματα επηρέασε ή και δημιούργησε κι αυτός ο σκοπός δεν είναι άλλος από τη βίαιη και όχι χωρίς τραύματα, συχνά ανεπούλωτα, της συνείδησης του αναγνώστη.



       Γ) Εξέγερση! Επίθεση! Αυτό ζητάει το βιβλίο, συνειδητά και ασυνείδητα, ενάντια στην ίδια την πραγματικότητα, στον εθισμό που οδηγεί στην τρέλα και στην προσωπική, ψυχική και συναισθηματική, εξαθλίωση, ενάντια στη δέσμευση της γλώσσας και των λέξεων και κυρίως ενάντια στη δέσμευση των στρωτών και κανονικών περιγραφών, στην κοινωνική κι ερωτική απραξία, ενάντια στις περιστασιακές εκτονώσεις ανθρώπων χαμένων μέσα στην καθημερινή αλλοτρίωση και φυσικά, ενάντια στο αμερικάνικο όνειρο, στις καλοχτενισμένες νοικοκυρές και στους καθωσπρέπει κυρίους που διαβάζουν εφημερίδα στα μεταπολεμικά χρόνια, που κρύβει εφιάλτες, τόσο τρομακτικούς που οτιδήποτε προηγούμενο θα μοιάζει χαρούμενη ανάμνηση. Ναι, είναι ένα αίτημα αυτό, τόσο φανερό που οποιαδήποτε αναλυτικότερη παρουσίαση το προσβάλλει και το υποτιμά, που ανέδειξε το βιβλίο αυτό ως ένα βιβλίο που δεν πρέπει να δει το φως της δημοσιότητας.



       Δεν ξεχνάω, πως το βιβλίο αυτό, σύρθηκε στα δικαστήρια και ότι χρειάστηκε  το Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης, στις 7 Ιουλίου 1966, να αποφασίσει να επιτρέψει την κυκλοφορία του βιβλίου…



       Δ) Με βάση τα προηγούμενα το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένα πολιτικό βιβλίο. Είναι επίσης, όπως και έγινε στη συνέχεια, ίσως ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, κι ένα μανιφέστο. Αν υπάρχει μια κεντρική ιδέα (όπως μας έμαθαν στο… σχολείο) πίσω από αυτό το εθιστικό, λογοτεχνικό παραλήρημα, αυτή δεν είναι άλλη από την αναγνώριση πως αυτός ο κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο από υποχείριο μιας παγκόσμιας συνομωσίας που επιβάλλει σχεδόν μεταφυσικά μια πραγματικότητα κυριαρχημένη από δυνάμεις (οικονομικές, πολιτικές και πάει λέγοντας) και σκληρούς, σκοτεινούς μηχανισμούς που δεν παίρνουν γενική διόρθωση αλλά που μπορούμε να τους κοροϊδέψουμε, να τους σατιρίσουμε και να δημοσιοποιήσουμε, όσο μπορούμε και όσο αντέχουμε, την υποκρισία τους ή μάλλον την καλοκαρδισμένη συνομωσία τους.



       Αυτή η ρεαλιστική, σκληρή κι ολοζώντανη περιγραφή, σ’ ένα κατά βάση ονειρικό και παραληρηματικό λογοτέχνημα, μοιάζει και είναι στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη που προβληματίζει. Από αυτή την άποψη το «Γυμνό Γεύμα» είναι κι ένα προφητικό βιβλίο.



     E) Προφητικό, ονειρικό, παραληρηματικό, μεταφυσικό, αιρετικό, πολιτικό, εξωφρενικό, άρρωστο, αυτό το βιβλίο μπορεί να περιγραφεί με όποιο επίθετο θέλετε, όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι πίσω από το «Γυμνό Γεύμα» κρύβεται ή μάλλον δεν κρύβεται και τόσο, ο ίδιος ο συγγραφέας: εθισμένος στην ηρωίνη, γνώστης της πραγματικότητας των σανατορίων και της ζωής σε δρόμους και σε υπόγεια ή σοφίτες αισχρών κατοικιών, οξυδερκής παρατηρητής ενός κόσμου που παραπαίει χαρούμενος και φοβισμένος αγκαλιά με την διαφθορά του, που βάζει σε σωστές δόσεις την παράνοια να συνδιαλέγεται με το γκροτέσκο και το εφιαλτικό οδηγώντας τον αναγνώστη να ζήσει με κάθε ακρίβεια το ζοφερό τοπίο που αναπτύσσεται ή αν θέλετε, αναπτύχθηκε ο σημερινός Δυτικός πολιτισμός. Μόνο και μόνο αυτό αρκούσε για να αναδειχθεί το μεγαλείο του Μπάροουζ και της άσεμνης, απόλυτα βιωματικής του, λογοτεχνικής του παρέμβασης.



       ΣΤ) Το «Γυμνό Γεύμα» θα ήταν λιγότερο αξιόλογο εάν δεν συμπεριλάμβανε έντονα τα σεξουαλικό στοιχείο και ιδιαίτερα εάν δεν είχε αναφορές, που έχει και μάλιστα πλούσιες κι έντονες, στην καταπιεσμένη κυρίως ομοφυλοφιλία των πρωταγωνιστών του, στη αναζήτηση μιας πρόσκαιρης διεξόδου μεταξύ της ηρωίνης και του βιαστικού αγχώδους σεξ. Βλέπετε λοιπόν, ότι και μόνο αυτή η αναφορά αρκούσε για να συμπεριληφθεί το βιβλίο στα απαγορευμένα και στα αιρετικά της λογοτεχνίας. Σωστά;



Συμπέρασμα



       Χμ τελικά φαίνεται πως είχα δίκιο. Ω, ναι, είχα δίκιο! Είναι τελικά απόλυτα προβληματικό να αντιμετωπίζεις ένα βιβλίο τέτοιου μεγέθους αποκλειστικά με τα δικά σου μέτρα και σταθμά. Έτσι το αντιμετώπισα κι εγώ ή μάλλον, όπως είπα στην αρχή, έτσι το αντιμετώπισε ο λογιστής εαυτός μου. Θα μου πείτε βέβαια, και μάλλον πως δεν θα διαφωνήσω, πως κι ο Μπάροουζ έτσι ακριβώς αντιμετώπισε το βιβλίο του, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι άγνωστο άλλωστε πως η ίδια του η πολύπαθη ζωή αποτέλεσε παράδειγμα και οδηγό όχι μόνο για το χαοτικό «Γυμνό Γεύμα» αλλά και για το πιο στρωτό λογοτεχνικά «Τζάνκι». Οι χορταστικές κι ενίοτε χορταστικές αναφορές στην ομοφυλοφιλία τ5ων πρωταγωνιστών σε αυτά και στα άλλα βιβλία του συγγραφέα, νομίζω πως το αποδεικνύουν. Υποθέτω μάλιστα πως αυτή (μπορεί να) ήταν και η επιθυμία του ίδιου του συγγραφέα: μια ανάγνωση χωρίς καθοδήγηση. Αλλά αυτό κι όλα τα παραπάνω, ε’ιναι απλά υποθέσεις. Τι λέτε κι εσείς;



       Υ.Γ.: Αν και όπου βρείτε πουθενά «οδηγούς ανάγνωσης» για αυτό ή και άλλα βιβλία, απλά προσπεράστε τους. Μακριά! Δεν βοηθούν σε τίποτα, αντίθετα δυσχεραίνουν την απόλαυση. Και ναι, το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένοχα, τουλάχιστον για τους καθωσπρέπει αναγνώστες, ανάγνωσμα –για μένα είναι απλά απολαυστικό.


ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ "ΓΥΜΝΟ ΓΕΥΜΑ" ΤΟΥ ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ









Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης



       Πως αντιμετωπίζεις ένα βιβλίο-θρύλο της αμερικάνικης και παγκόσμιας λογοτεχνίας; Να ποιά ήταν η πρώτη σκέψη μου, τελειώνοντας την δεύτερη (ή τρίτη, δεν θυμάμαι) ανάγνωση του θρυλικού «Γυμνού Γεύματος» του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Στη συνέχεια, πίνοντας μια μπυρίτσα στο Φαγκότο, το ιστορικό τζαζ μπαρ στο ενετικό λιμάνι των Χανίων, ανάμεσα σε ντόπιους και τουρίστες και σε ωραίες μουσικές, σκέφτηκα πάλι πως ίσως δεν είναι όλοι ικανοί να αντιμετωπίσουν, πάει να πει να υπολογίσουν την αξία του βιβλίου με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Έτσι κι αλλιώς, τούτο το βιβλίο είναι φτιαγμένο ειδικά για να μην μπαίνει σε καλούπια. Αργότερα ή νωρίτερα, ούτε τώρα θυμάμαι, τι πειράζει, έτσι είναι αυτά, σε μια ροκ συναυλία ξανασκέφτηκα με δυο τρεις πάλι μπύρες και κάτι ρακές αργότερα, πως τι στο καλό κάθομαι κι αναρωτιέμαι, το «Γυμνό Γεύμα» είναι τόσο ροκ που καμιά αντιμετώπιση, κανείς υπολογισμός, όσο και αν είναι ευφυής, δεν αρκεί για να το περιγράψει.


       Όμως, τι ευλογία και κατάρα που είναι ετούτο το συναίσθημα, ο λογιστής μέσα μου επέμενε, πως ναι ρε αδερφέ, κι όμως κάποια πράγματα εύκολα, σχεδόν αβίαστα, θα το δεις, μπορούν εύκολα να βγουν διαβάζοντας το βιβλίο. Έτσι λοιπόν, για να ικανοποιήσω την αδάμαστη πείνα για ορθολογισμό του άλλου μου εαυτού (κι εντάξει, και το δικό μου ψώνιο), προχωράω (αλλάζοντας ή έτσι νομίζοντας τη γραφή μου) στις ακόλουθες γραμμές, δυο τρία πράγματα σημειώνοντας (και βάζοντας πολλά άλλα στοιχεία στην άκρη):



       Α) Η ηρωίνη, να ποια είναι, η πραγματική συγγραφέας του «Γυμνού Γεύματος». Η ηρωίνη, το λογικό παράλογο, ο απόλυτος εθισμός σε αυτή την ουσία, που κάποτε τη θεωρούσαν φάρμακο, και κατά συνέπεια η παρακμή που αυτή επιφέρει στον χρήστη. Ναι, δεν είναι ένα απλό ναρκωτικό η ηρωίνη, δεν είναι για να το πούμε πολύ απλά κι ακόμα πιο πρόχειρα, ένα τσιγαριλίκι (έτσι, δεν λέγεται;) που κάνεις μια στο τόσο με την παρέα σου, έτσι για να χαλαρώσεις, έχοντας επίγνωση πως ύστερα από λίγο πάλι θα γυρίσεις στην σκληρή πραγματικότητα.



       Εδώ έχουμε μια νέα πραγματικότητα, μια ζωή που μοιάζει υπερρεαλιστική αλλά που στην πραγματικότητα αποτελεί ανάγνωση και βίωση της τωρινής ζωής μέσα από ένα πρίσμα που προσπαθεί να βοηθήσει τον χρηστή να ξεφύγει από τα προβλήματα του, δημιουργώντας του άλλα χειρότερα. Η ηρωίνη, γενικά αλλά και στο «Γυμνό Γεύμα» λειτουργεί και απελευθερωτικά και δεσμεύοντας τους πρωταγωνιστές του βιβλίου σε μια αλλοτρίωση χωρίς επιστροφή. Εκτός και αν θεωρηθεί επιστροφή το να σε κυνηγάει η Ομοσπονδιακή Αστυνομία για να σε κλείσει, για μια ζωή και πάντα, σε κάποιο καθαρό, λευκό και αποστειρωμένο Ομοσπονδιακό Άσυλο…



       Β) Έχει ειπωθεί πως το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένα «ταξίδι του μυαλού δίχως χάρτη». Θα έλεγα μάλλον πως είναι ένα ταξίδι βασισμένο σ’ ένα χάρτη που φτιάξαν πειρατές, με πολλές διαδρομές και με πολλά εμπόδια προς την αναζήτηση του θησαυρού και με αποτέλεσμα φρικτό, δηλαδή το αιώνιο ναυάγιο σε μια αναζήτηση από αρχή χαμένη. Ή, μάλλον, αυτή η αναζήτηση έχει ένα σκοπό, που φαίνεται να πέτυχε απόλυτα μέσα στην πορεία των χρόνων και παρατηρώντας πόσους ανθρώπους και καλλιτεχνικά ρεύματα επηρέασε ή και δημιούργησε κι αυτός ο σκοπός δεν είναι άλλος από τη βίαιη και όχι χωρίς τραύματα, συχνά ανεπούλωτα, της συνείδησης του αναγνώστη.



       Γ) Εξέγερση! Επίθεση! Αυτό ζητάει το βιβλίο, συνειδητά και ασυνείδητα, ενάντια στην ίδια την πραγματικότητα, στον εθισμό που οδηγεί στην τρέλα και στην προσωπική, ψυχική και συναισθηματική, εξαθλίωση, ενάντια στη δέσμευση της γλώσσας και των λέξεων και κυρίως ενάντια στη δέσμευση των στρωτών και κανονικών περιγραφών, στην κοινωνική κι ερωτική απραξία, ενάντια στις περιστασιακές εκτονώσεις ανθρώπων χαμένων μέσα στην καθημερινή αλλοτρίωση και φυσικά, ενάντια στο αμερικάνικο όνειρο, στις καλοχτενισμένες νοικοκυρές και στους καθωσπρέπει κυρίους που διαβάζουν εφημερίδα στα μεταπολεμικά χρόνια, που κρύβει εφιάλτες, τόσο τρομακτικούς που οτιδήποτε προηγούμενο θα μοιάζει χαρούμενη ανάμνηση. Ναι, είναι ένα αίτημα αυτό, τόσο φανερό που οποιαδήποτε αναλυτικότερη παρουσίαση το προσβάλλει και το υποτιμά, που ανέδειξε το βιβλίο αυτό ως ένα βιβλίο που δεν πρέπει να δει το φως της δημοσιότητας.



       Δεν ξεχνάω, πως το βιβλίο αυτό, σύρθηκε στα δικαστήρια και ότι χρειάστηκε  το Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης, στις 7 Ιουλίου 1966, να αποφασίσει να επιτρέψει την κυκλοφορία του βιβλίου…



       Δ) Με βάση τα προηγούμενα το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένα πολιτικό βιβλίο. Είναι επίσης, όπως και έγινε στη συνέχεια, ίσως ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, κι ένα μανιφέστο. Αν υπάρχει μια κεντρική ιδέα (όπως μας έμαθαν στο… σχολείο) πίσω από αυτό το εθιστικό, λογοτεχνικό παραλήρημα, αυτή δεν είναι άλλη από την αναγνώριση πως αυτός ο κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο από υποχείριο μιας παγκόσμιας συνομωσίας που επιβάλλει σχεδόν μεταφυσικά μια πραγματικότητα κυριαρχημένη από δυνάμεις (οικονομικές, πολιτικές και πάει λέγοντας) και σκληρούς, σκοτεινούς μηχανισμούς που δεν παίρνουν γενική διόρθωση αλλά που μπορούμε να τους κοροϊδέψουμε, να τους σατιρίσουμε και να δημοσιοποιήσουμε, όσο μπορούμε και όσο αντέχουμε, την υποκρισία τους ή μάλλον την καλοκαρδισμένη συνομωσία τους.



       Αυτή η ρεαλιστική, σκληρή κι ολοζώντανη περιγραφή, σ’ ένα κατά βάση ονειρικό και παραληρηματικό λογοτέχνημα, μοιάζει και είναι στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη που προβληματίζει. Από αυτή την άποψη το «Γυμνό Γεύμα» είναι κι ένα προφητικό βιβλίο.



     E) Προφητικό, ονειρικό, παραληρηματικό, μεταφυσικό, αιρετικό, πολιτικό, εξωφρενικό, άρρωστο, αυτό το βιβλίο μπορεί να περιγραφεί με όποιο επίθετο θέλετε, όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι πίσω από το «Γυμνό Γεύμα» κρύβεται ή μάλλον δεν κρύβεται και τόσο, ο ίδιος ο συγγραφέας: εθισμένος στην ηρωίνη, γνώστης της πραγματικότητας των σανατορίων και της ζωής σε δρόμους και σε υπόγεια ή σοφίτες αισχρών κατοικιών, οξυδερκής παρατηρητής ενός κόσμου που παραπαίει χαρούμενος και φοβισμένος αγκαλιά με την διαφθορά του, που βάζει σε σωστές δόσεις την παράνοια να συνδιαλέγεται με το γκροτέσκο και το εφιαλτικό οδηγώντας τον αναγνώστη να ζήσει με κάθε ακρίβεια το ζοφερό τοπίο που αναπτύσσεται ή αν θέλετε, αναπτύχθηκε ο σημερινός Δυτικός πολιτισμός. Μόνο και μόνο αυτό αρκούσε για να αναδειχθεί το μεγαλείο του Μπάροουζ και της άσεμνης, απόλυτα βιωματικής του, λογοτεχνικής του παρέμβασης.



       ΣΤ) Το «Γυμνό Γεύμα» θα ήταν λιγότερο αξιόλογο εάν δεν συμπεριλάμβανε έντονα τα σεξουαλικό στοιχείο και ιδιαίτερα εάν δεν είχε αναφορές, που έχει και μάλιστα πλούσιες κι έντονες, στην καταπιεσμένη κυρίως ομοφυλοφιλία των πρωταγωνιστών του, στη αναζήτηση μιας πρόσκαιρης διεξόδου μεταξύ της ηρωίνης και του βιαστικού αγχώδους σεξ. Βλέπετε λοιπόν, ότι και μόνο αυτή η αναφορά αρκούσε για να συμπεριληφθεί το βιβλίο στα απαγορευμένα και στα αιρετικά της λογοτεχνίας. Σωστά;



Συμπέρασμα



       Χμ τελικά φαίνεται πως είχα δίκιο. Ω, ναι, είχα δίκιο! Είναι τελικά απόλυτα προβληματικό να αντιμετωπίζεις ένα βιβλίο τέτοιου μεγέθους αποκλειστικά με τα δικά σου μέτρα και σταθμά. Έτσι το αντιμετώπισα κι εγώ ή μάλλον, όπως είπα στην αρχή, έτσι το αντιμετώπισε ο λογιστής εαυτός μου. Θα μου πείτε βέβαια, και μάλλον πως δεν θα διαφωνήσω, πως κι ο Μπάροουζ έτσι ακριβώς αντιμετώπισε το βιβλίο του, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι άγνωστο άλλωστε πως η ίδια του η πολύπαθη ζωή αποτέλεσε παράδειγμα και οδηγό όχι μόνο για το χαοτικό «Γυμνό Γεύμα» αλλά και για το πιο στρωτό λογοτεχνικά «Τζάνκι». Οι χορταστικές κι ενίοτε χορταστικές αναφορές στην ομοφυλοφιλία τ5ων πρωταγωνιστών σε αυτά και στα άλλα βιβλία του συγγραφέα, νομίζω πως το αποδεικνύουν. Υποθέτω μάλιστα πως αυτή (μπορεί να) ήταν και η επιθυμία του ίδιου του συγγραφέα: μια ανάγνωση χωρίς καθοδήγηση. Αλλά αυτό κι όλα τα παραπάνω, ε’ιναι απλά υποθέσεις. Τι λέτε κι εσείς;



       Υ.Γ.: Αν και όπου βρείτε πουθενά «οδηγούς ανάγνωσης» για αυτό ή και άλλα βιβλία, απλά προσπεράστε τους. Μακριά! Δεν βοηθούν σε τίποτα, αντίθετα δυσχεραίνουν την απόλαυση. Και ναι, το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένοχα, τουλάχιστον για τους καθωσπρέπει αναγνώστες, ανάγνωσμα –για μένα είναι απλά απολαυστικό.


Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

ΝΙΚΟΣ-ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ





  Ο Νίκος Ασλάνογλου (1931-1996, το ψευδώνυμο Αλέξης διάλεξε στα εφηβικά του χρόνια από τον ομώνυμο ήρωα του Ντοστογιέφσκι στο έργο του "Ταπεινοί και καταφρονεμένοι") γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τέλειωσε το πειραματικό σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1949), όπου στη συνέχεια σπούδασε γαλλική φιλολογία. Γύρω στο 1950 (μετά το θάνατο του πατέρα του) ανέλαβε συνδιευθυντής (μαζί με το γαμπρό του Βασίλη Φράγκο) στην εριουργία Μάκερ, που χρεοκόπησε λίγο αργότερα. Στη συνέχεια έφυγε στη Γαλλία και την Αίγυπτο και συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Καΐρου και Αιξ - αν Προβάνς. Εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ως καθηγητής σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών, ως επιστημονικός συνεργάτης στην Αρχιτεκτονική Σχολή Θεσσαλονίκης και μετά το 1980, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ως επιμελητής και λογοτεχνικός σύμβουλος στον εκδοτικό οίκο Ευσταθιάδη. Το 1951 ίδρυσε από κοινού με τον Κ.Κατσανό το περιοδικό "Σκέψη", που κυκλοφόρησε ένα μόνο τεύχος, στο οποίο ο Ασλάνογλου δημοσίευσε το πρώτο του δοκίμιο, με τίτλο Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Γιώργου Θέμελη. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1952 με την πολυγραφημένη έκδοση του έμμετρου θεατρικού μονοπράκτου έργου Θάλασσα και συγχρονισμός, απόσπασμα του οποίου δημοσίευσε το 1953 στις σελίδες του φοιτητικού περιοδικού "Πυρσός". Στο ίδιο περιοδικό υπήρξε επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής (1953-1955) και δημοσίευσε οχτώ ακόμη ποιήματα. Βασικό στέλεχος του περιοδικού του Ντίνου Χριστιανόπουλου "Διαγώνιος" (1958-1962), συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά "Διάλογος", "Καινούρια Εποχή", "Ευθύνη", "Ausblicke" και τις εφημερίδες "Δράσις" και "Ναυτεμπορική". Πέθανε στην Αθήνα. Η ποίηση του Ασλάνογλου δέχτηκε επιδράσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα του νεοσυμβολισμού και του υπαρξισμού, ενώ καθοριστικό ρόλο στη γραφή του έχουν η ανάμνηση εμπειριών και βιωμάτων, η θεματική της μετεμφυλιακής ελληνικής πραγματικότητας και επιρροές από την ποίηση του Σεφέρη, του Καρυωτάκη, του Άγρα. Από τη μεταφραστική λογοτεχνική του δραστηριότητα σημειώνουμε τις Εκλάμψεις του Ρεμπώ. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου βλ. Φραγκίσκος Φαρμάκης, "Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης", στη "Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας", τ.2, Χάρη Πάτση [1968], Αλέξης Ζήρας, "Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης", στο "Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό", τ. 2, Εκδοτική Αθηνών, 1984, χ.σ., "Σύντομη βιογραφία", στο περιοδικό "Διαβάζω", τχ. 367, 10/1996 και Αλέξης Ζήρας, "Ασλάνογλου Νίκος-Αλέξης", στο "Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας", Εκδόσεις Πατάκη, 2007. 


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ: 



Ποιητικές συλλογές

  • Δύσκολος θάνατος. Θεσσαλονίκη, Κοχλίας, (1954)
  • Ο θάνατος του Μύρωνα. Θεσσλονίκη, Διαγώνιος, (1960)
  • Ποιήματα για ένα καλοκαίρι. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, (1963)
  • 44 ποιήματα. Επιλογή 1946-1964. Θεσσαλονίκη, Διαγώνιος, (1970)
  • Νοσοκομείο εκστρατείας. Ποιήματα 1964-1972. Θεσσαλονίκη, ιδιωτική έκδοση, (1972)
  • Αργό πετρέλαιο. Ποιήματα 1972-1974. Αθήνα, Πολύτροπον, (1974)
  • Ο δύσκολος θάνατος (1946-1974), Θεσσαλονίκη, Εγνατία, (συγκεντρωτική έκδοση 1978), β έκδοση: Νεφέλη
  • Ωδές στον Πρίγκιπα. Αθήνα, Ύψιλον, (1981)
  • Τρία ποιήματα. Αθήνα, Νεφέλη, (1987) 

Πεζογραφία

  • Θάλασσα και συγχρονισμός (ποιητικό μονόπρακτο, 1952)
  • Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα (σύντομα κείμενα δημοσιογραφικού χαρακτήρα, 1991)

Μεταφράσεις

  • Εκλάμψεις, Αρθούρου Ρεμπώ. Αθήνα, Πανδώρα, (1971), Ηριδανός, (1981)
  • Η Ταβέρνα, Εμιλ Ζολά. Αθήνα, Ζαχαρόπουλος (1985)

Μελέτες

  • Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Θέμελη, (1959) 

Παρακάτω παραθέτουμε μερικά ποιήματα: 

 

ARS POETICA

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα με αίσθημα ποτισμένες. 


ΜΕΣ ΣΤΟ ΥΓΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Μες στο υγρό σκοτάδι πολύ πλανήθηκα

 Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων τη γνώριμη νύχτα τον ουρανό

Βροχή μουσικές φωνές

Μες στο υγρό σκοτάδι

Έλα θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε

Είμαστε παιδιά κι αγαπούμε τα ωραία καράβια είμαστε παιδιά κι αγαπούμε τη θάλασσα

Λάσπες και νερά ο άνεμος ταξιδεύει τραγούδια που σβήνουν



ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Αυτό το βράδυ στάθηκε το πιο γλυφό. Το ήπια σταλαματιά σταλαματιά καθώς σκεφτόμουνα πως ό,τι δόθηκε δεν παίζει με τ’ αποσιωπητικά δε μιλά τη γλώσσα της επιστροφής θα ξανάρθω με τα πρωτοβρόχια
Αυτό το βράδυ έφυγε ακόμα ένας. Χάθηκε εκεί που σβήνεις ένα ένα τα φώτα σου στον ουρανό
και τίποτα δεν είναι πια να ξαναρχίσει
Κι εγώ να σκέφτομαι το βράδυ αυτό, να μη μπορώ να μιλήσω τα μάτια υγρά, το στόμα υγρό, τα μαλλιά μουσκεμένα σαν τα παράθυρα σ’ ένα βαγόνι τρίτης θέσης και βλέπεις αόριστα πως τίποτε πια δεν ωφελεί μες στα χαλαρωμένα χέρια και στα πεσμένα μαλλιά σου


ΑΘΗΝΑ

Πολιτεία γυμνή, πρωινό με τις άδειες καρέκλες δεν είναι δω τόπος να μείνουμε εδώ δεν έχει δρόμους δεν έχει μάτια μέσα σ’ ερειπωμένα παράθυρα μια μυρωδιά γκαζιού και κίτρινης λαδομπογιάς


ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό σα μουδιασμένο ζώο
Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο
Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως. Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε
Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει


ΚΑΜΙΑ ΑΦΙΣΑ Η ΤΟΙΧΟΣ

Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα.
Πέφτεις σα σιγανή βροχή ανύποπτη ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα
Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει τόσο βαθιά στο αίμα. 


ΟΙ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ΑΝΘΙΖΟΥΝ

Οι κερασιές ανθίζουν πάλι. Πρόσκαιρες έρχονται και περνούν με τη βροχή βλασταίνουνε με το φιλί κι ύστερα σβήνουν
Γι’ αυτό τις ψηλαφίζω και πικραίνομαι φυτοζωούν για λίγο κι ύστερα εξατμίζονται μαζί με το φιλί σου, χάνονται για πάντα μες στο ρεύμα του καιρού


ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ

Άδειασε το στρατόπεδο η καντίνα και τα παλιά μου πάθη μια συνήθεια
Σηκώνεται άνεμος, πέφτουν τα σάπια φύλλα μας κουβαλούν κοπαδιαστά στα χειρουργεία
Τα σύνορα είναι κλειστά – τι περιμένω


ΚΙ ΑΝ ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ

Κι αν υποθέσουμε πως όλα έρχονταν καλά και ταξιδεύαμε μαζί κι η πόλη έφεγγε και το κατάστρωμα πλημμύριζε στη μουσική κι η θάλασσα ήταν δική μας κι η στεριά λουλούδιαζε σαν ανθισμένο περιβόλι αν υποθέσουμε πως ταξιδεύαμε παντοτινά κι η αγάπη σου ανάβλυζε μέσα στα μάτια –
Τι κουβεντιάζουμε, κανένα γιατρικό δεν ωφελεί καμιά αλλαγή στο αίμα δεν αντέχει

 

ΠΕΝΘΙΜΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΟΜΗΣ

Θυμήσου το στίχο της «Αν το παιδί μου γεννηθεί νεκρό θα ’ναι δικό σου»
Αυτό που με θλίβει δεν είναι τα μάτια σου σταλαματιές από φως παιχνιδίζουν στο τζάμι μήτε πάλι τα χείλη σου βάφουν με υδρόχρωμα τους αρμούς και περνούν σ’ άλλα χείλη τα πολλά σου μαλλιά και οι ώμοι σου υποφέρουν κι αυτά τη δική τους μακρόχρονη θλίψη
Αυτό που με τελειώνει στην άκρη μιας ήσυχης θάλασσας κάτω απ’ τις κίτρινες λεύκες είναι η σκέψη σου πως οι άνθρωποι θα γεννιούνται πάντοτε φρέσκοι αυτό που με απελπίζει ολότελα είναι τα ποιήματα γραμμένα από σένα υπακούνε στο μετάλλινο χτύπο τους μέσα στην άσκοπη μηχανογράφηση της μνήμης δε μου ανήκουνε, ούτε ανήκουν σε τούτη τη γη
Σ’ αυτή τη θάλασσα έχω ξανάρθει παιδί. Γυρίζω έρημος ένα ποίημα προσμένω νεκρό θα ’ναι δικό σου

 ΤΙ ΜΕΝΕΙ ΛΟΙΠΟΝ

Τι μένει λοιπόν μες στο πικρό μεσοκαλόκαιρο
μες στο μυχό ενός κόλπου ξαπλωμένος
και η θάλασσα ευτυχισμένη, αδιάφορη
δέντρα και βότσαλα και φύκια κι ο καινούργιος άνεμος

Και συ, φωνή ελπίδας, ταξιδιώτη που έρχεσαι
με τους ατμούς ενός μεσημεριού στα συνεργεία
φωνή που χρόνια έχτιζα, πεθαίνεις


ΚΤΙΡΙΟΛΟΓΙΑ

Κάποιος ήθελε σπίτια από σάρκα και αίμα
εγώ προσωπικά τα προτιμώ από πέτρα
πεισματικά αντιστέκονται μ’ όλες τους τις ρωγμές
αξιοπρεπή μέχρι την ώρα του εκσκαφέα

Μα οι πλατείες πρέπει νάναι γεμάτες αίμα
υπόγλυκο, ανεξίτηλο, κι ακόμα
να σχεδιαστούν μέσα σε ανθρώπινα καλούπια –
καθώς σιγά σιγά γερνούν νάχουν τα χρόνια
του αγοριού που βλέπει με άλλα μάτια.
Παράδειγμα η πλατεία Ναυαρίνου, είναι καινούργια
παιδιά και σιντριβάνια παίζουν στα παρτέρια
σαν σκηνικό τη νύχτα της σφαγής


 ΟΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ 

Οι ξεχασμένοι ποιητές δεν έφυγαν, φυλλορροούν
σε όλες τις συνοικίες της πρωτεύουσας
στους κήπους της Δεξαμενής και στο Βοτανικό
και στους συνοικισμούς του Πειραιά μέχρι τα κρηπιδώματα
του λιμανιού, και στα παλιά διώροφα αργοσβήνουν

Οι ποιητές της σκοτεινής παράδοσης ενέδωσαν – εις πείσμα των καιρών
καταρρακώνουν τα καινούργια σχήματα

Και ταξιδεύουν προς την αντίθετη φορά
προς τους κατάφωτους συνοριακούς σταθμούς
στα ακραία φυλάκια


ΕΛΚΗ 

Γιατί η έκκριση του υγρού ανεξέλεγκτη
το οξύ πριν απ’ την ώρα του να καίει
σάλιο ή δάκρυ ποτέ την πρέπουσα στιγμή
γιατί το ερέθισμα καθυστερεί τη σκέψη μου


 ΤΕΤΡΑΔΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ 

Τα ρούχα μας είναι γαλάζια
γαλάζια τα δέντρα κι ο άνεμος
μες στα μαλλιά σου, γαλάζιοι κι εμείς

Περπατούμε ανάλαφροι κάτω απ’ τα δέντρα
τα φύλλα τραυλίζουν στα πόδια μας
όλα σχεδιάστηκαν καθώς λαχτάρησες
μες στο προαύλιο, μέσα στο ποίημα
της φυλακής


 ΟΙΚΤΟΣ 

Εγκλωβισμένους μες στη φυλακή της άνοιξης
όλο χειρονομίες και ψιθύρους

Πώς τους λυπάμαι τους ερωτευμένους
που τριγυρίζουν συντροφιά ή μόνοι
μέσα στο στήθος τους άλλο πια δεν λάμπει
μονάχα η ψεύτικη, η αλλοιωμένη εικόνα

Μα περισσότερο λυπάμαι αυτό τον νέο
που πλέκει στίχους όλο απελπισία
γι’ αυτούς, μόνο γι’ αυτούς θέλει να ζήσει

Κι όμως λυπάμαι περισσότερο τον ήλιο
που λάμπει φρέσκος στην καρδιά της μέρας


 ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ 

Είπες κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει


 ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΟΥΝ 

Τα μάτια σου ανεβαίνουν εντός μου πλημμυρίζοντας
μες στον ψιθυρισμό του δάσους και στο δρόμο
καθώς μετεωρίζεσαι ίδιο πουλί θαλασσινό
γιατί μόνον εσύ ξανοίγεις και ρημάζεις δρόμους

γιατί νυχτώνει αργότερα και χάνεσαι, τελειώνει
σε λίγο η μουσική, γιατί το ξέρω, λύνονται
τόσο καθάρια εντός μου οι ουρανοί που βλέπω
πως θάνατο μαρτυρικό απόψε σου ετοιμάζουν