Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ 






ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 
 
Η Γιώτα Αργυροπούλου (1960-2018) γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας και έζησε στην Καλαμάτα. Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση, στο Μουσικό Σχολείο. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές "Τοιχογραφία της άνοιξης" (1998, β' έκδ. 2006), "Νερά απαρηγόρητα" (2004), "Διηγήματα" (2010, βραβείο Γιώργου Αθάνα της Ακαδημίας Αθηνών), "Ποιητών και αγίων πάντων" (2013, βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων), "Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό" (2017). Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα ισπανικά, στα γερμανικά και στα ουγγρικά. Έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 19 Ιουλίου 2018 σε ηλικία 57 ετών. 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ 

Τοιχογραφία της άνοιξης, (1998) 
Νερά απαρηγόρητα, (2004) 
Διηγήματα, (2010) 
Ποιητών και Αγίων Πάντων, (2013) (Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων) 
Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό (2017) 

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα ποιήματά της καθώς κι ένα σύντομο διήγημα.

Διηγήματα έστω 

 


Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα
σε οίκο εκδοτικό
ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας
είπε η υπεύθυνη
αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση.
Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα
ή μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω.
Η ποίηση δεν κινείται.

Και όμως κινείται αντέτεινα ασυναίσθητα
και στην πυρά το ίδιο θα απαντούσα.
Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά κι ευπώλητα
μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία
κι ακόμη τις αμέτρητες μποτίλιες
που αφήνουν κάθε βράδυ ναυαγοί
στου διαδικτύου τους ιστότοπους,
αυτούς τους έστω τόπους
το ίδιο για μένα ακατανόητους
με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα
σε ένα μαύρο πουθενά
στη στερεομετρία.

Και όμως κινείται.
Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη,
ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες.
Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω. 


Συννεφιασμένη Κυριακή 

Ξεχασμένα τζουκ-μποξ σ' αδειανά καφενεία
και η παλιά πελατεία
φωτογραφία στον τοίχο.
Ξεχασμένα τζουκ-μποξ
χωρίς ήχο.

Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου.
Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα
που έμεινε η Κυριακή
σαν καλαμιά
στον κάμπο.

Νοσοκομείο Μεταξά
 

Στο παρεκκλήσι του Αντικαρκινικού
οι προσευχές θα μείνουν ανεκπλήρωτες,
ο Άγιος το ξέρει.
Σκύβουν οι κεφαλές φιλούν
και είναι η ελπίδα τους κερί
που σιγολιώνει.


Λίγο πιο κει στο μαγαζί
-και πού αλλού πιο πρόσφορα-
Κούκλες κεφάλια περιστρέφονται
ωραία πλούσια μαλλιά
χτενίσματα ποικίλα.


Γυρίζουν, περιστρέφονται
αγέρωχα, απροσκύνητα,
αθάνατα ολωσδιόλου. 



Οι σκιές

Θα γεμίσει σκιές τη μεγάλη μας σάλα
ο θάνατος.


Κάτι πάντοτε έβρισκα
φοβόμουν κατάμονη στη μεγάλη τη σάλα
προπάντων τα ρούχα που κρέμονταν
μες στο μισόφωτο
στο καρφί, στην καρέκλα,
τα ρούχα τα άδεια σκιές τα λογάριαζα,
σα σκιές τα άδεια ρούχα φοβόμουν.


Θα γεμίσει σκιές τη μεγάλη μας σάλα ο θάνατος
θα με αφήσει εκεί μέσα
κατάμονη. 



Μετακόμιση

            Ι
Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.

Αέρισα καλά το ξένο σπίτι
αλλά μυρίζει ακόμα φαγητά
τσιγάρα
αναπνοές.
Χθες μετακόμισα

μια μοναξιά
πιο πέρα. 

            ΙΙ

Σ΄ αυτό το σπίτι θα ’ρθούν
λιγότεροι συγγενείς
θα’ ρθούν λιγότεροι φίλοι.
Δε θα το μάθουν καν πως μετακόμισα
δε θα χτυπήσουν το κουδούνι.
Τακτοποιώ τα πράγματα . Άλλο ένα άδειο σπίτι.

Βιβλία ,δίσκοι- άχρηστοι πλέον,
μικροπράγματα,
από μετακόμιση σε μετακόμιση
έφτασαν σώα ως εδώ.
Από σπίτι σε σπίτι αναλογίζομαι, μετρώ,
έχασα ανεπαίσθητα
ανθρώπους που αγαπούσα.



                   ΙΙΙ

Η ανάμνηση από τη μυρωδιά τους ,
η κουβέντα τους, έφτασε αλώβητη ως εδώ.
Λίγες φωτογραφίες
ανάμεσά τους ξετυλίγουν τη ζωή μου.
Και ας μη μάθουν καν πως μετακόμισα.
Κι ας μη χτυπήσουν το κουδούνι.
Πρώτη μου μέρα στο καινούργιο σπίτι
το κατέκλυσαν
άνθρωποι που αγάπησα,
που έχασα,
και έφτασα ανεπαίσθητα
μια μοναξιά πιο πέρα.
 
             IV

Στον Τάσο Πορφύρη

Άλλαξα σπίτια, πόλεις.
Δώδεκα χρόνων αφήσαμε το σπίτι μας
το πέτρινο, το δίπατο,
που τ΄ αγκωνάρια του έχτισαν Λαγκαδιανοί μαστόροι.
Στης σάλας τον παλίμψηστο σοβά –ασβέστης στο λουλάκι-
χάραζα της παιδικής μου μοναξιάς ταξίδια.
Απ΄ το μπαλκόνι αγνάντευα συμμορίες παιδιών
νυφιάτικες πομπές
κι ολοφυρμούς,
σκηνές ζωής ολάκερης
κι απαρασάλευτης ενόμιζα
σαν τον Ταΰγετο αντίκρυ μου και το Τετράζι.
Αφήσαμε τον αργαλειό και τον κομό,

τη λάμπα, το λεβέτι μας, το σίδερο.
Κλειδώσαμε με το βαρύ κλειδί
το κρύψαμε στη θέση του
σα να ΄ταν να γυρίσουμε το βράδυ.
Μπροστά η μάννα κι ο πατέρας μου

το φορτωμένο γαϊδουράκι
πίσω εγώ με τον παππούλη μου,
ραγδαίο πρωτοβρόχι.
Μία ομπρέλα αντρική μου είχαν δώσει να βαστώ
και ο αέρας μου την έπαιρνε.
Από το άλλο χέρι κρατούσα τον παππούλη μου
που κάθε τόσο πισωγύριζε
έλα παππούλη φτάνουμε και τον τραβούσα από το χέρι
και έτρεχαν τα μάτια μου
για τον παππού που πισωγύριζε
για τη ζωή που αφήναμε με κείνα πίσω τα πράγματα
που ξαφνικά τα ΄παν παλιά.
Πηγαίναμε στα μωσαϊκά, στα χωλ,

στα κουτουρού πηγαίναμε
μ΄ έναν παλιό παππούλη.
Ώ εκείνη η μετακόμιση
με τη βροχή ,το πισωγύρισμα

με το χωριό μου που ξεμάκραινε
βρέξει δε βρέξει πια σε κάθε μετακόμιση
το ίδιο εκείνο σπίτι αφήνω.
 
                V
Τελευταία άρχισα να πετάω πράγματα
ρούχα έπιπλα βιβλία.
Παίρνω μαζί λιγότερα
παίρνω όλο και πιο λίγα-
ώ να χωρούσαν πάλι κάποτε
σε ένα γαϊδουράκι
ώσπου να φύγω πούπουλο
στην τελευταία μετακόμιση
με μόνο το καλό μου το φουστάνι










Απόπλους 2017
 

           Ι
Άλλα τώρα ονόματα οργώνουν τα νερά.
Αριθμημένα χάι-σπιντ, μπλου σταρ και σούπερ φέρι.
Καράβια οικεία σαν άγγελοι
τι Ταξιάρχης
Ελεούσα
Πανορμίτης
πάνε πια.
Με άλλα τώρα ονόματα βουλιάζουν τα καράβια.


Αυτά τα νέα πλοία βιάζουν το ταξίδι.
Δεν αγναντεύεις πλέον στο κατάστρωμα
το Σούνιο, την Κύθνο και την Τζια.
Δεν μιλάς με άνθρωπο.
Ξέρει ο καθένας αφόρητα τον προορισμό του.
Παλιά παρέες ολόκληρες
αντί για την Αντίπαρο βρέθηκαν στην Αμοργό
αντί για Σέριφο στην Ίο.
Σειρήνες δεν θα ακούσεις πια
με αυτά τα νέα πλοία. 



Μια βραδιά ποίησης

Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη
απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Nα πω τολμηρά άστραψε φως
και είδα την ψυχή μου;


Το βράδυ στο μπαλκόνι μας
την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά
την κούραση της μέρας,
πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.
H μάννα για λίγο μ’ άφησε.
-Το είπα και εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να στο πω και γω για να το μάθεις.


Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια
με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια του χωριού
και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα
και τους μεταξοσκώληκες να θρέφονται
και να θροΐζουν νύχτα μέρα
η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο
έπεσαν στάλες τα δάκρια από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.


Αργότερα στο Γυμνάσιο
δεν μαθαίναμε πια απέξω τα ποιήματα
-άν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει .
Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση
τί εννοεί εδώ ο ποιητής,
ολονών οι γνώμες υψώνονταν
σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.


Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τί εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ως και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τί λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.


Τότε, ο καλπασμός του Κωσταντή
σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα
πάνω στα φρέσκα φύλλα. 



Ποιητών και αγίων πάντων

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.


Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα.
Τί ζεστασιά.Τί βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.


Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα,γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες.


Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν. 




Δυ­ο ώρες δρό­μος

       ΟΥΤΕ ΝΑΙ, ού­τε όχι έλε­γαν τό­τε τα κο­ρί­τσια στον πα­τέ­ρα τους, έσκυ­βαν το κε­φά­λι. Την Κυ­ρια­κή, που κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, η Ρήνα πά­ει νύ­φη στον Τα­ΰγε­το, δυ­ο ώρες δρό­μος. Θα ’ρ­θει να την πά­ρει ο γαμ­πρός με το άλο­γο στο σπί­τι του, το δί­πα­το, να στε­φα­νώ­σουν.
       Τη στό­λι­σαν, την τρα­γού­δη­σαν, την έν­τυ­σαν το νυ­φι­κό, το βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ το γαμ­πρό, ώρα την ώρα.
       Τον είδε να δέ­νει στην αυλή τους το άλο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε η καρ­διά α­πό τα­ρα­χή. Ό­μορ­φος, νιός, ασί­κης!
       Της φό­ρε­σε την κάλ­τσα τη με­τα­ξω­τή, το γο­βά­κι το άσπρο. Μάτι δε σήκω­σε να την κοι­τά­ξει. Είχε πά­νω-κά­τω τα χρό­νια της, στα δά­χτυ­λα που έτρε­μαν, είδε την τα­ρα­χή του.
       Την έβα­λε πί­σω στο άλο­γο. Αυτές οι πλά­τες οι γε­ρές, τούτο το σγου­ρό κε­φά­λι ήταν από εδώ και μπρος το ρι­ζι­κό της. Δυ­ο ώρες δρό­μος με το άλο­γο, ο αχός μο­νά­χα του βου­νού μέ­σα στα πεύκα, τα πέ­τα­λα του αλό­γου, και η καρ­διά της που έδω­σε μια και άν­θι­σε από κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.
       Δυ­ο ώρες δρό­μο κρά­τη­σε για τη Ρήνα ο έρω­τας στην άχα­ρη ζω­ή της. Ο γαμ­πρός την πε­ρί­με­νε στο σπί­τι του το δί­πα­το με τα βι­ο­λιά. Είχε τρι­πλά τα χρό­νια της. Με τον μπρα­ζέ­ρη*, που έστει­λε με το άλο­γο να την πο­δέ­σει το γο­βά­κι, έκο­ψε τα πολ­λά-πολ­λά. Το είδε στα μά­γου­λά του το ζε­μά­τι­σμα, τη συν­νε­φιά που σκέ­πα­σε τη δι­κιά της όψη.

 

* μπραζέρης· εγκάρδιος φίλος, αδελφοποιτός. 

 

 

 














 














ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ 






ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ 
 
Η Γιώτα Αργυροπούλου (1960-2018) γεννήθηκε στους Κωνσταντίνους Μεσσηνίας και έζησε στην Καλαμάτα. Σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα και εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση, στο Μουσικό Σχολείο. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές "Τοιχογραφία της άνοιξης" (1998, β' έκδ. 2006), "Νερά απαρηγόρητα" (2004), "Διηγήματα" (2010, βραβείο Γιώργου Αθάνα της Ακαδημίας Αθηνών), "Ποιητών και αγίων πάντων" (2013, βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων), "Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό" (2017). Ποιήματά της μεταφράστηκαν στα ισπανικά, στα γερμανικά και στα ουγγρικά. Έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 19 Ιουλίου 2018 σε ηλικία 57 ετών. 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ 

Τοιχογραφία της άνοιξης, (1998)  
Νερά απαρηγόρητα, (2004)  
Διηγήματα, (2010)  
Ποιητών και Αγίων Πάντων, (2013) (Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων)  
Για Σίκινο, Ανάφη, Αμοργό (2017) 

Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα ποιήματά της καθώς κι ένα σύντομο διήγημα.

Διηγήματα έστω 

 


Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα
σε οίκο εκδοτικό
ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας
είπε η υπεύθυνη
αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση.
Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα
ή μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω.
Η ποίηση δεν κινείται.

Και όμως κινείται αντέτεινα ασυναίσθητα
και στην πυρά το ίδιο θα απαντούσα.
Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά κι ευπώλητα
μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία
κι ακόμη τις αμέτρητες μποτίλιες
που αφήνουν κάθε βράδυ ναυαγοί
στου διαδικτύου τους ιστότοπους,
αυτούς τους έστω τόπους
το ίδιο για μένα ακατανόητους
με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα
σε ένα μαύρο πουθενά
στη στερεομετρία.

Και όμως κινείται.
Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη,
ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες.
Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω. 


Συννεφιασμένη Κυριακή 

Ξεχασμένα τζουκ-μποξ σ' αδειανά καφενεία
και η παλιά πελατεία
φωτογραφία στον τοίχο.
Ξεχασμένα τζουκ-μποξ
χωρίς ήχο.

Θυσίαζα σε σας το χαρτζιλίκι μου.
Και τι δε θα θυσίαζα και τώρα
που έμεινε η Κυριακή
σαν καλαμιά
στον κάμπο.

Νοσοκομείο Μεταξά
 

Στο παρεκκλήσι του Αντικαρκινικού
οι προσευχές θα μείνουν ανεκπλήρωτες,
ο Άγιος το ξέρει.
Σκύβουν οι κεφαλές φιλούν
και είναι η ελπίδα τους κερί
που σιγολιώνει.


Λίγο πιο κει στο μαγαζί
-και πού αλλού πιο πρόσφορα-
Κούκλες κεφάλια περιστρέφονται
ωραία πλούσια μαλλιά
χτενίσματα ποικίλα.


Γυρίζουν, περιστρέφονται
αγέρωχα, απροσκύνητα,
αθάνατα ολωσδιόλου. 



Οι σκιές

Θα γεμίσει σκιές τη μεγάλη μας σάλα
ο θάνατος.


Κάτι πάντοτε έβρισκα
φοβόμουν κατάμονη στη μεγάλη τη σάλα
προπάντων τα ρούχα που κρέμονταν
μες στο μισόφωτο
στο καρφί, στην καρέκλα,
τα ρούχα τα άδεια σκιές τα λογάριαζα,
σα σκιές τα άδεια ρούχα φοβόμουν.


Θα γεμίσει σκιές τη μεγάλη μας σάλα ο θάνατος
θα με αφήσει εκεί μέσα
κατάμονη. 



Μετακόμιση

            Ι
Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.

Αέρισα καλά το ξένο σπίτι
αλλά μυρίζει ακόμα φαγητά
τσιγάρα
αναπνοές.
Χθες μετακόμισα

μια μοναξιά
πιο πέρα. 

            ΙΙ

Σ΄ αυτό το σπίτι θα ’ρθούν
λιγότεροι συγγενείς
θα’ ρθούν λιγότεροι φίλοι.
Δε θα το μάθουν καν πως μετακόμισα
δε θα χτυπήσουν το κουδούνι.
Τακτοποιώ τα πράγματα . Άλλο ένα άδειο σπίτι.

Βιβλία ,δίσκοι- άχρηστοι πλέον,
μικροπράγματα,
από μετακόμιση σε μετακόμιση
έφτασαν σώα ως εδώ.
Από σπίτι σε σπίτι αναλογίζομαι, μετρώ,
έχασα ανεπαίσθητα
ανθρώπους που αγαπούσα.



                   ΙΙΙ

Η ανάμνηση από τη μυρωδιά τους ,
η κουβέντα τους, έφτασε αλώβητη ως εδώ.
Λίγες φωτογραφίες
ανάμεσά τους ξετυλίγουν τη ζωή μου.
Και ας μη μάθουν καν πως μετακόμισα.
Κι ας μη χτυπήσουν το κουδούνι.
Πρώτη μου μέρα στο καινούργιο σπίτι
το κατέκλυσαν
άνθρωποι που αγάπησα,
που έχασα,
και έφτασα ανεπαίσθητα
μια μοναξιά πιο πέρα.
 
             IV

Στον Τάσο Πορφύρη

Άλλαξα σπίτια, πόλεις.
Δώδεκα χρόνων αφήσαμε το σπίτι μας
το πέτρινο, το δίπατο,
που τ΄ αγκωνάρια του έχτισαν Λαγκαδιανοί μαστόροι.
Στης σάλας τον παλίμψηστο σοβά –ασβέστης στο λουλάκι-
χάραζα της παιδικής μου μοναξιάς ταξίδια.
Απ΄ το μπαλκόνι αγνάντευα συμμορίες παιδιών
νυφιάτικες πομπές
κι ολοφυρμούς,
σκηνές ζωής ολάκερης
κι απαρασάλευτης ενόμιζα
σαν τον Ταΰγετο αντίκρυ μου και το Τετράζι.
Αφήσαμε τον αργαλειό και τον κομό,

τη λάμπα, το λεβέτι μας, το σίδερο.
Κλειδώσαμε με το βαρύ κλειδί
το κρύψαμε στη θέση του
σα να ΄ταν να γυρίσουμε το βράδυ.
Μπροστά η μάννα κι ο πατέρας μου

το φορτωμένο γαϊδουράκι
πίσω εγώ με τον παππούλη μου,
ραγδαίο πρωτοβρόχι.
Μία ομπρέλα αντρική μου είχαν δώσει να βαστώ
και ο αέρας μου την έπαιρνε.
Από το άλλο χέρι κρατούσα τον παππούλη μου
που κάθε τόσο πισωγύριζε
έλα παππούλη φτάνουμε και τον τραβούσα από το χέρι
και έτρεχαν τα μάτια μου
για τον παππού που πισωγύριζε
για τη ζωή που αφήναμε με κείνα πίσω τα πράγματα
που ξαφνικά τα ΄παν παλιά.
Πηγαίναμε στα μωσαϊκά, στα χωλ,

στα κουτουρού πηγαίναμε
μ΄ έναν παλιό παππούλη.
Ώ εκείνη η μετακόμιση
με τη βροχή ,το πισωγύρισμα

με το χωριό μου που ξεμάκραινε
βρέξει δε βρέξει πια σε κάθε μετακόμιση
το ίδιο εκείνο σπίτι αφήνω.
 
                V
Τελευταία άρχισα να πετάω πράγματα
ρούχα έπιπλα βιβλία.
Παίρνω μαζί λιγότερα
παίρνω όλο και πιο λίγα-
ώ να χωρούσαν πάλι κάποτε
σε ένα γαϊδουράκι
ώσπου να φύγω πούπουλο
στην τελευταία μετακόμιση
με μόνο το καλό μου το φουστάνι










Απόπλους 2017
 

           Ι
Άλλα τώρα ονόματα οργώνουν τα νερά.
Αριθμημένα χάι-σπιντ, μπλου σταρ και σούπερ φέρι.
Καράβια οικεία σαν άγγελοι
τι Ταξιάρχης
Ελεούσα
Πανορμίτης
πάνε πια.
Με άλλα τώρα ονόματα βουλιάζουν τα καράβια.


Αυτά τα νέα πλοία βιάζουν το ταξίδι.
Δεν αγναντεύεις πλέον στο κατάστρωμα
το Σούνιο, την Κύθνο και την Τζια.
Δεν μιλάς με άνθρωπο.
Ξέρει ο καθένας αφόρητα τον προορισμό του.
Παλιά παρέες ολόκληρες
αντί για την Αντίπαρο βρέθηκαν στην Αμοργό
αντί για Σέριφο στην Ίο.
Σειρήνες δεν θα ακούσεις πια
με αυτά τα νέα πλοία. 



Μια βραδιά ποίησης

Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη
απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Nα πω τολμηρά άστραψε φως
και είδα την ψυχή μου;


Το βράδυ στο μπαλκόνι μας
την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά
την κούραση της μέρας,
πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.
H μάννα για λίγο μ’ άφησε.
-Το είπα και εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να στο πω και γω για να το μάθεις.


Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια
με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια του χωριού
και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα
και τους μεταξοσκώληκες να θρέφονται
και να θροΐζουν νύχτα μέρα
η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο
έπεσαν στάλες τα δάκρια από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.


Αργότερα στο Γυμνάσιο
δεν μαθαίναμε πια απέξω τα ποιήματα
-άν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει .
Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση
τί εννοεί εδώ ο ποιητής,
ολονών οι γνώμες υψώνονταν
σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.


Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τί εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ως και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τί λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.


Τότε, ο καλπασμός του Κωσταντή
σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα
πάνω στα φρέσκα φύλλα. 



Ποιητών και αγίων πάντων

Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.


Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα.
Τί ζεστασιά.Τί βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.


Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα,γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες.


Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν. 




Δυ­ο ώρες δρό­μος

       ΟΥΤΕ ΝΑΙ, ού­τε όχι έλε­γαν τό­τε τα κο­ρί­τσια στον πα­τέ­ρα τους, έσκυ­βαν το κε­φά­λι. Την Κυ­ρια­κή, που κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, η Ρήνα πά­ει νύ­φη στον Τα­ΰγε­το, δυ­ο ώρες δρό­μος. Θα ’ρ­θει να την πά­ρει ο γαμ­πρός με το άλο­γο στο σπί­τι του, το δί­πα­το, να στε­φα­νώ­σουν.
       Τη στό­λι­σαν, την τρα­γού­δη­σαν, την έν­τυ­σαν το νυ­φι­κό, το βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ το γαμ­πρό, ώρα την ώρα.
       Τον είδε να δέ­νει στην αυλή τους το άλο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε η καρ­διά α­πό τα­ρα­χή. Ό­μορ­φος, νιός, ασί­κης!
       Της φό­ρε­σε την κάλ­τσα τη με­τα­ξω­τή, το γο­βά­κι το άσπρο. Μάτι δε σήκω­σε να την κοι­τά­ξει. Είχε πά­νω-κά­τω τα χρό­νια της, στα δά­χτυ­λα που έτρε­μαν, είδε την τα­ρα­χή του.
       Την έβα­λε πί­σω στο άλο­γο. Αυτές οι πλά­τες οι γε­ρές, τούτο το σγου­ρό κε­φά­λι ήταν από εδώ και μπρος το ρι­ζι­κό της. Δυ­ο ώρες δρό­μος με το άλο­γο, ο αχός μο­νά­χα του βου­νού μέ­σα στα πεύκα, τα πέ­τα­λα του αλό­γου, και η καρ­διά της που έδω­σε μια και άν­θι­σε από κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.
       Δυ­ο ώρες δρό­μο κρά­τη­σε για τη Ρήνα ο έρω­τας στην άχα­ρη ζω­ή της. Ο γαμ­πρός την πε­ρί­με­νε στο σπί­τι του το δί­πα­το με τα βι­ο­λιά. Είχε τρι­πλά τα χρό­νια της. Με τον μπρα­ζέ­ρη*, που έστει­λε με το άλο­γο να την πο­δέ­σει το γο­βά­κι, έκο­ψε τα πολ­λά-πολ­λά. Το είδε στα μά­γου­λά του το ζε­μά­τι­σμα, τη συν­νε­φιά που σκέ­πα­σε τη δι­κιά της όψη.

 

* μπραζέρης· εγκάρδιος φίλος, αδελφοποιτός. 

 

 

 














 














Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ 

Ο Μάνος Ελευθερίου (12 Μαρτίου 1938 - 22 Ιουλίου 2018)  ήταν ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Είχε γράψει ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μία νουβέλα, δύο μυθιστορήματα και περισσότερα από 400 τραγούδια. Παράλληλα εργάστηκε ως αρθρογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ:  

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Σε ηλικία 14 ετών μετακόμισε με την οικογένειά του από την Σύρο στην Αθήνα και τα πρώτα επτά χρόνια κατοικούν στο Χαλάνδρι. Το 1960 μετακόμισαν οικογενειακώς στο Νέο Ψυχικό. Το 1955 γνωρίστηκε με τον Άγγελο Τερζάκη ο οποίος τον ώθησε να παρακολουθήσει μαθήματα στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως ακροατής. Το 1956 γράφτηκε στο τμήμα θεάτρου της Σχολής Σταυράκου με καθηγητές τον Χρήστο Βαχλιώτη, τον Γιώργο Θεοδοσιάδη και τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Το 1960 στα Ιωάννινα, όπου βρέθηκε για να εκτελέσει την στρατιωτική του θητεία, άρχισε να γράφει θεατρικά έργα και ποιήματα.
Το 1962, σε ηλικία μόλις 24 ετών, δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Συνοικισμός, με δικά του χρήματα αλλά δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία. Την ίδια εποχή στα Ιωάννινα έγραψε τους πρώτους στίχους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και «Το τρένο φεύγει στις 8:00», τους οποίους αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Τον Οκτώβριο του 1963 ξεκίνησε να εργάζεται στο «Reader's Digest» όπου και παρέμεινε για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια. Στο μεταξύ, κυκλοφόρησαν τα δύο πρώτα του βιβλία με διηγήματα, Το διευθυντήριο (1964) και Η σφαγή (1965), για τα οποία γράφτηκαν εξαιρετικές κριτικές.
Το 1964 εμφανίστηκε στην ελληνική δισκογραφία. Συνεργάστηκε με το συνθέτη Χρήστο Λεοντή και με τον Μίκη Θεοδωράκη (1967), με τον οποίο η συνεργασία διακόπηκε εξαιτίας της Δικτατορίας. Τα συγκεκριμένα τραγούδια πρωτοκυκλοφόρησαν το 1970 στο Παρίσι.
Συνεργάστηκε επίσης με τον Δήμο Μούτση (Άγιος Φεβρουάριος, 1971) και με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στο δίσκο Θητεία, του οποίου η ηχογράφηση ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1973, διακόπηκε από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τελικά κυκλοφόρησε το 1974 με την Μεταπολίτευση.
Κατά καιρούς συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους Έλληνες συνθέτες, όπως με τον συνθέτη Σταύρο Κουγιουμτζή και τον τραγουδιστή Γιώργο Νταλάρα καθώς και με τον Θανάση Γκαϊφύλλια στην Ατέλειωτη Εκδρομή (1975), τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Γιώργο Χατζηνάσιο, τον Αντώνη Βαρδή και άλλους.
Παράλληλα έγραψε και εικονογράφησε παραμύθια για παιδιά ενώ επιμελήθηκε την έκδοση λευκωμάτων με θέμα την Σύρο : Ενθύμιον Σύρας, Θέατρο στην Ερμούπολη κ.ά. Την δεκαετία του '90 αρθρογραφούσε και έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές στον Αθήνα 9,84 και στο Δεύτερο Πρόγραμμα.
Το 1994 εξέδωσε τη πρώτη του νουβέλα με τίτλο Το άγγιγμα του χρόνου. Το 2004 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2005.
Το 2013 ο Μάνος Ελευθερίου, βραβεύθηκε για την συνολική προσφορά του από την Ακαδημία Αθηνών.
Πέθανε στις 22 Ιουλίου 2018. 


Εργογραφία

Δισκογραφικές επιτυχίες

  • Το παλληκάρι έχει καημό (Μ.Θεοδωράκης)
  • Σ' αυτή τη γειτονιά (Μ.Θεοδωράκης)
  • Ο Άγιος Φεβρουάριος (Δ.Μούτσης)
  • Η σούστα πήγαινε μπροστά (Δ.Μούτσης)
  • Άλλος για Χίο τράβηξε (Δ.Μούτσης)
  • Ο χάρος βγήκε παγανιά (Δ.Μούτσης)
  • Θητεία (Γ.Μαρκόπουλος)
  • Μαλαματένια λόγια (Γ.Μαρκόπουλος)
  • Τα λόγια και τα χρόνια (Γ.Μαρκόπουλος)
  • Παραπονεμένα λόγια ( Γ.Μαρκόπουλος)
  • Κάτω απ'τη μαρκίζα (Γ.Σπανός)
  • Οι ελεύθεροι κι ωραίοι (Στ.Κουγιουμτζής)
  • Στα χρόνια της υπομονής (Στ.Κουγιουμτζής)
  • Άμλετ της Σελήνης (Θ.Μικρούτσικος)
  • Δεν είμαι άλλος (Θ.Μικρούτσικος)
  • Είναι αρρώστια τα τραγούδια (Στ.Ξαρχάκος)
  • Έρημοι σταθμοί (Δ.Τσακνής)
  • Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες (Ηλ.Ανδριόπουλος)
  • Η Διαθήκη (Χρ.Νικολόπουλος)
  • Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά (Μ.Θεοδωράκης)
  • Το σπίτι γέμισε με λύπη (Χρ.Λεοντής)
  • Στων αγγέλων τα μπουζούκια (Χρ.Νικολόπουλος)
  • Μη χτυπάς σ' ένα σπίτι κλειστό (Λ.Κηλαηδόνης)
  • Ατέλειωτη εκδρομή (Θ.Γκαϊφύλλιας)
  • Γνωριμία (Θ.Γκαϊφύλλιας)

Ποίηση

  • (2013) Μαύρα μάτια, Μεταίχμιο
  • (2013) Τα λόγια και τα χρόνια, Μεταίχμιο
  • (2010) Ο νοητός λύκος, Μεταίχμιο
  • (2009) Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2008) Βλέμματα από την Ελλάδα, Μεταίχμιο
  • (2008) Παραμονή Πρωτοχρονιάς, Άμμος
  • (2006) Το άγγιγμα του χρόνου, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2006) Το νεκρό καφενείο, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2005) Ένα καράβι, καραβάκι..., Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου
  • (2005) Ο καιρός των χρυσανθέμων, Μεταίχμιο
  • (2004) Ο καιρός των χρυσανθέμων, Μεταίχμιο
  • (2003) Η πόρτα της Πηνελόπης, Γαβριηλίδης
  • (2002) Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2002) Ο ίσκιος της Αθήνας, Ποταμός
  • (2000) Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί, Ελληνικά Γράμματα
  • (1998) Του Γενάρη το φεγγάρι, Κέδρος [κείμενα, εικονογράφηση]
  • (1997) Ένα καράβι μια φορά, Ωκεανίδα
  • (1997) Το νεκρό καφενείο, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (1994) Το άγγιγμα του χρόνου, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (1987) Αναμνήσεις από την Όπερα, εκδόσεις Γνώση
  • (1983) Το μυστικό πηγάδι, εκδόσεις Γνώση
  • (1980) Μαθήματα μουσικής/Τα ξόρκια,1972 Επανέκδοση από τις εκδόσεις Ύψιλον
  • (1978) Τα όρια του μύθου, εκδόσεις Γνώση
  • (1975) Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου, Αμοργός
  • (1973) Τα ξόρκια, Ύψιλον
  • (1972) Μαθήματα μουσικής
  • (1962) Συνοικισμός

Πεζογραφία

Μυθιστορήματα

  • (2004) Ο καιρός των χρυσανθέμων, Μεταίχμιο
  • (2006) Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, Μεταίχμιο
  • (2008) Άνθρωπος στο πηγάδι, Μεταίχμιο
  • (2011) Πριν απ' το ηλιοβασίλεμα, Μεταίχμιο
  • (2016) Φαρμακείον εκστρατείας, Μεταίχμιο

Διηγήματα

  • (1964) Το διευθυντήριο, Φέξης
  • (1965) Η σφαγή
  • (2007) Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ, Μεταίχμιο

Νουβέλα

  • (1994) Το άγγιγμα του χρόνου, Καστανιώτης

Μαρτυρίες-Ιστορικά

  • (2002) Είναι αρρώστια τα τραγούδια (Ανθολόγηση κειμένων του συγγραφέα. Επιμέλεια σειράς Θανάσης Θ. Νιάρχος), Καστανιώτης
  • (2005) Η δεκαετία του '60 (μαζί με τον Θανάση Θ. Νιάρχο, Καστανιώτης
  • (2013) Μαύρα Μάτια - Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920, Μεταίχμιο

Μελέτες-Λευκώματα

  • Το θέατρο στην Ερμούπολη τον εικοστό αιώνα (τέσσερις τόμοι), Δήμος Ερμούπολης.
  • (2002) Ο ίσκιος της Αθήνας: Shadows of Athens (φωτογράφιση Εβίτα Μαχαίρα, μετάφραση Mary Kitroeff, κείμενα Μάνος Ελευθερίου), Ποταμός

Παιδικά

  • Παραμύθια για τον Αυτοκράτορα, Γνώση
  • (1997) Ένα καράβι μια φορά (εικονογράφηση Σοφία Φόρτωμα), Ωκεανίδα
  • (1998) Του Γενάρη το φεγγάρι: Παραμύθια για τους δώδεκα (εικονογράφηση Μάνος Ελευθερίου), Κέδρος
  • (2000) Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί (εικονογράφηση Σοφία Φόρτωμα), Ελληνικά Γράμματα
  • (2005) Ένα καράβι, καραβάκι... (εικονογράφηση Μαθητές Α΄ δημοτικού 2004-2005 σχολής Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου), Εκδόσεις της Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου

Θέατρο

  • (2007) Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν (Μάνος Ελευθερίου, Μάρω Δούκα, Μένης Κουμανταρέας), Κέδρος
  • (2010) Ο Γέρος Χορευτής, Μεταίχμιο

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

  • (2013) Ημερολόγιο: Παιδιά του κόσμου, Εκδόσεις Γκοβόστη
  • (2013) Μακρουλάκης, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη
  • (2012) Φύγε για να μείνεις, Οδοιπόρος
  • (2011) Στίχοι στο καβαλέτο, Εκδόσεις Τέχνης "Οίστρος"
  • (2011) Τα ποιήματα του 2010, Κοινωνία των (δε)κάτων
  • (2008) 3.000 χρόνια ελληνική ερωτική ποίηση, Εκδοτική Θεσσαλονίκης
  • (2008) Μαρία Μοντέζ, Αιγόκερως
  • (2007) Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν, Κέδρος
  • (2005) Η δεκαετία του '60, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2005) Το Χαλάνδρι που γνώρισα (19 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για το Χαλάνδρι), Ευριπίδης
  • (2001) Μια πόλη, ένας συγγραφέας, Μίνωας
  • (1997) Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο (29 ιστορίες που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Τα Νέα"), Αθήνα - Κέδρος

Επιμέλειες του συγγραφέα

  • (1981) Φωτογραφίες και σήματα Ελλήνων και ξένων φωτογράφων της περιόδου 1859-1910, εκδόσεις Γνώση
  • (1993) Ενθύμιο Σύρας φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από το 1860-1950, εκδόσεις Γνώση
  • (2000) Νεοκλασική Ερμούπολη, (Επιμέλεια. Φωτογράφιση Παναγιώτης Δενδρινός, Νίκος Δεσύπρης, Ιάκωβος Καρβώνης κ.ά.) Ελληνικά Γράμματα
  • (2001) Ενθύμιον Σύρου: Σύρος ένα νησί - Μια ιστορία (Επιμέλεια. Καρτ ποστάλ και φωτογραφίες του 19ου και του 20ού αιώνα, μετάφραση Sophia Phocas), Ελληνικά Γράμματα
  • (2003) Κοκορέλη, Αργυρώ, Ο Μπαλού στο πάρκο, (εικονογράφηση), Μίλητος
  • (2004/2011) Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία (Επιμέλεια Μάνος Ελευθερίου, επιμέλεια σειράς Κώστας Ακρίβος, φωτογράφιση Καμίλο Νόλλας) Μεταίχμιο

Παρακάτω παραθέτουμε μερικά ποιήματά του: 


Είδαμε…είδαμε

Είδαμε τον αδερφό στην άλλη όχθη του καιρού
και τη γυναίκα που βλάστησε ανάσκελη με μαύρο φίδι.

Είδαμε το νικημένο να ζητιανεύει το έλεος
και του φτωχού τα υπάρχοντα ο παιδεμός και τα δάκρυα.

Είδαμε την ξενιτιά στο γέλιο των κυμάτων
και τους ψαράδες αγάλματα για την Αγία Θαλασσινή.

Τους εκατό θανάτους να βομβαρδίζουν τη στέγη μας
και απ’τις ψηλές καμινάδες τον καπνό της θυσίας μας.

Είδαμε…είδαμε…είδαμε.


Η αυλή

Σφυρίζει στην ταράτσα η ζωστήρα
σε παίρνουν και σε πάνε στην αυλή
ξωκλήσια και νησιά χωρίς αρμύρα
δε θα θυμάσαι πια μεσ’ τη ζωή

Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι
πριν από χρόνια θα ‘ταν πλυσταριό
μα συ μικρό παιδί, παλικαράκι,
φαρμάκωσες ετούτο τον καιρό
μ’ ένα καρφί και μ’ ένα καθρεφτάκι
τις φλέβες όταν έκοψες θαρρώ

Μιλώ στη Παναγιά και τον Κριτή σου
τα χρόνια σου μετρώ με τον καημό
μα πες μου αν έχει ο βασανιστής σου
αν έχει μάτια, στόμα και λαιμό

Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι
πριν από χρόνια θα ‘ταν πλυσταριό
μα συ μικρό παιδί, παλικαράκι,
φαρμάκωσες ετούτο τον καιρό
μ’ ένα καρφί και μ’ ένα καθρεφτάκι
τις φλέβες όταν έκοψες θαρρώ



Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και ξαναγυρνούν
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο Κωνσταντίνος, ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες,
παρά μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι,

Ω! πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά,στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο
είσαι η Πρέβεζα,τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι,ο Πόντος κι η Ερμούπολις

Ω! πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια
μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα βράχια
μ’ αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
θα ‘ρθει ο καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.


Νίκος Πλουμπίδης

Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς,
τη δόξα σου γονατιστός να ζητιανεύω,
και να χτυπώ την πόρτα σου στους ουρανούς.


Σαν ψίχουλα είναι τούτα τα στιχάκια,
από συμπόσια και ξενύχτια ποιητών,
τα ψιθυρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ,
τα ψιθυρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ.


Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι
κι η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά
ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι
απόψε που δικάζουν τον Πλουμπίδη.
Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά.



Ρόζα Λουξεμπουργκ

Μπλουζάκι χίπικο και παντελόνι τζιν
και στην καρδιά ζωγραφισμένος ο Γκεβάρα.
Στα πορνοστάσια με ουίσκι και με τζιν
παίζουν αλέγκρο την καρδιά μου σε κιθάρα.


Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ‘χω φυλαγμένα,
πάνω στο κάρρο σ’ είδα στα εννιακόσια εφτά.
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως τού εικοσιένα
κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά.


Φυλλάδες κίτρινες και πράσινη χολή,
τα νιάτα σου, τα νιάτα μου κι οι εμπόροι.
Χρυσό πουλάκι δίχως το κλουβί
για σένα κάνουν τον Αγώνα οι τζογαδόροι.



Οι φίλοι, πάλι


Ξωκλήσια σαν τις συλλαβές στα δόντια της ψυχής
και σαν νησιά με στέρνες και με δεντρολίβανο,
δύσκολοι φίλοι, χαμένοι φίλοι,

τους βρήκα να παραμιλούν και να μαλώνουν με σκιές,
λινό της ξενιτείας εβάραινε τον ύπνο τους
και θέλεις από στέρηση, θέλεις από το άδικο
και την καταλαλιά
μια νύχτα στην Καισαριανή κι ένα πρωί στο Πέραμα
ξερίζωσα τούτες τις φαρμακερές κλωστές
απ’ τη ζωή μου
καθώς τραβούν οι ναύτες τα δίχτυα στη στεριά.

Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα το μαύρο τ’ όνειρο
της νύχτας
το λευκό χαρτί σιγά σιγά καιγότανε στην άκρη.

Σιγά σιγά κι από τη άκρη γίνηκαν κι όλα τ’ άλλα.
Ώσπου με πνίξαν οι καπνοί
κι έμεινα δίχως σπίτι.



Τυπωθήτω


Όταν έγραψε το ποίημα στάθηκε να το κοιτάζει.
Το χαρτί ακόμη χλωρό και τα ψηφία πονούσαν.
Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο.
Πουθενά δεν είχε να το στείλει.

Ως το άλλο βράδυ γάβγιζε το ποίημα φυλακισμένο.
Γάβγιζε απ’ τις πολλές πληγές και τον αιθέρα.

Ώσπου δεν άντεξε και του άνοιξε την πόρτα.
Μεσάνυχτα το πέταξε στο δρόμο σα σκυλί.


Και κάποτε στον ύπνο μας


Τα δόντια της ψυχής δαγκώνουν πιο φαρμακερά.
Κάποτε μπήγονται βαθιά και κάποτε στον ύπνο μας
τα ξαναφέρνουν πίσω τα παραμιλητά των φίλων,
τραυλίσματα κακών ποιητών,
κλωστές και νήματα που σ’ οδηγούν στο βάθος της σκηνής
κι όσοι διαλέγουν τον Τροχό για τη ζωή τους.

Η αγάπη και η φιλία μάς βοηθούν στο θάνατο.

Για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη 

Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας.

Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς.

Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας

Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς.

Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι.

Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη.

Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν.

Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό.

Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν

κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό.

Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα.

Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα.

Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους

να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό

κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους

αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό.

Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων

Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων.

Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως

στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά.

Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος

μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά.

Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις.

Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις.

Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει.

Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά.

Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει

την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά.

Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες.

Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες.

Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων.

Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ,

δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων

γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ.

Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι.

Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι.

Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία

αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής.

Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία.

Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής.

Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία.

Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.

Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας. Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς. Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς. Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι. Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη. Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν. Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό. Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό. Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα. Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα. Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό. Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων. Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά. Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά. Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις. Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις. Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει. Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά. Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά. Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες. Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες. Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων. Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ, δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ. Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι. Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι. Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής. Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία. Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής. Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία. Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.
Πηγή: www.musicpaper.gr
Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας. Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς. Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς. Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι. Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη. Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν. Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό. Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό. Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα. Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα. Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό. Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων. Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά. Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά. Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις. Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις. Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει. Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά. Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά. Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες. Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες. Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων. Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ, δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ. Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι. Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι. Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής. Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία. Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής. Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία. Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.
Πηγή: www.musicpaper.gr
Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας. Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς. Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς. Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι. Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη. Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν. Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό. Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό. Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα. Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα. Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό. Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων. Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά. Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά. Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις. Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις. Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει. Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά. Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά. Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες. Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες. Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων. Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ, δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ. Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι. Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι. Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής. Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία. Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής. Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία. Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.
Πηγή: www.musicpaper.gr



Κάτω απ' τη μαρκίζα 

 Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής.

 

Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει
κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι,
σε λάθος στάση θα κατεβείς.

 

Χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα
σε βρήκα που `ρθες για να μη βραχείς,
ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα
μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις.

 

Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα
πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,
κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα
δεν έχεις κάτι για να μου πεις. 


Το τρένο φεύγει στις οκτώ 

Το τρένο φεύγει στις οχτώ
ταξίδι για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
να μη θυμάσαι στις οχτώ
να μη θυμάσαι στις οχτώ
το τρένο για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει

 

Σε βρήκα πάλι ξαφνικά
να πίνεις ούζο στου Λευτέρη
νύχτα δε θα 'ρθει σ’ άλλα μέρη
να 'χεις δικά σου μυστικά
να 'χεις δικά σου μυστικά
και να θυμάσαι ποιος τα ξέρει
νύχτα δε θα `ρθει σ’ άλλα μέρη

 

Το τρένο φεύγει στις οχτώ
μα εσύ μονάχος σου έχεις μείνει
σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη
μεσ’ στην ομίχλη πέντε οχτώ
μεσ’ στην ομίχλη πέντε οχτώ
μαχαίρι στη καρδιά σου εγίνει
σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη


ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ 

Ο Μάνος Ελευθερίου (12 Μαρτίου 1938 - 22 Ιουλίου 2018)  ήταν ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος. Είχε γράψει ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μία νουβέλα, δύο μυθιστορήματα και περισσότερα από 400 τραγούδια. Παράλληλα εργάστηκε ως αρθρογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός. 

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ:  

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός. Σε ηλικία 14 ετών μετακόμισε με την οικογένειά του από την Σύρο στην Αθήνα και τα πρώτα επτά χρόνια κατοικούν στο Χαλάνδρι. Το 1960 μετακόμισαν οικογενειακώς στο Νέο Ψυχικό. Το 1955 γνωρίστηκε με τον Άγγελο Τερζάκη ο οποίος τον ώθησε να παρακολουθήσει μαθήματα στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως ακροατής. Το 1956 γράφτηκε στο τμήμα θεάτρου της Σχολής Σταυράκου με καθηγητές τον Χρήστο Βαχλιώτη, τον Γιώργο Θεοδοσιάδη και τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Το 1960 στα Ιωάννινα, όπου βρέθηκε για να εκτελέσει την στρατιωτική του θητεία, άρχισε να γράφει θεατρικά έργα και ποιήματα.
Το 1962, σε ηλικία μόλις 24 ετών, δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Συνοικισμός, με δικά του χρήματα αλλά δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία. Την ίδια εποχή στα Ιωάννινα έγραψε τους πρώτους στίχους, ανάμεσα στους οποίους ήταν και «Το τρένο φεύγει στις 8:00», τους οποίους αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Τον Οκτώβριο του 1963 ξεκίνησε να εργάζεται στο «Reader's Digest» όπου και παρέμεινε για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια. Στο μεταξύ, κυκλοφόρησαν τα δύο πρώτα του βιβλία με διηγήματα, Το διευθυντήριο (1964) και Η σφαγή (1965), για τα οποία γράφτηκαν εξαιρετικές κριτικές.
Το 1964 εμφανίστηκε στην ελληνική δισκογραφία. Συνεργάστηκε με το συνθέτη Χρήστο Λεοντή και με τον Μίκη Θεοδωράκη (1967), με τον οποίο η συνεργασία διακόπηκε εξαιτίας της Δικτατορίας. Τα συγκεκριμένα τραγούδια πρωτοκυκλοφόρησαν το 1970 στο Παρίσι.
Συνεργάστηκε επίσης με τον Δήμο Μούτση (Άγιος Φεβρουάριος, 1971) και με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στο δίσκο Θητεία, του οποίου η ηχογράφηση ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1973, διακόπηκε από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τελικά κυκλοφόρησε το 1974 με την Μεταπολίτευση.
Κατά καιρούς συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους Έλληνες συνθέτες, όπως με τον συνθέτη Σταύρο Κουγιουμτζή και τον τραγουδιστή Γιώργο Νταλάρα καθώς και με τον Θανάση Γκαϊφύλλια στην Ατέλειωτη Εκδρομή (1975), τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Γιώργο Χατζηνάσιο, τον Αντώνη Βαρδή και άλλους.
Παράλληλα έγραψε και εικονογράφησε παραμύθια για παιδιά ενώ επιμελήθηκε την έκδοση λευκωμάτων με θέμα την Σύρο : Ενθύμιον Σύρας, Θέατρο στην Ερμούπολη κ.ά. Την δεκαετία του '90 αρθρογραφούσε και έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές στον Αθήνα 9,84 και στο Δεύτερο Πρόγραμμα.
Το 1994 εξέδωσε τη πρώτη του νουβέλα με τίτλο Το άγγιγμα του χρόνου. Το 2004 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Ο Καιρός των Χρυσανθέμων, η οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2005.
Το 2013 ο Μάνος Ελευθερίου, βραβεύθηκε για την συνολική προσφορά του από την Ακαδημία Αθηνών.
Πέθανε στις 22 Ιουλίου 2018. 


Εργογραφία

Δισκογραφικές επιτυχίες

  • Το παλληκάρι έχει καημό (Μ.Θεοδωράκης)
  • Σ' αυτή τη γειτονιά (Μ.Θεοδωράκης)
  • Ο Άγιος Φεβρουάριος (Δ.Μούτσης)
  • Η σούστα πήγαινε μπροστά (Δ.Μούτσης)
  • Άλλος για Χίο τράβηξε (Δ.Μούτσης)
  • Ο χάρος βγήκε παγανιά (Δ.Μούτσης)
  • Θητεία (Γ.Μαρκόπουλος)
  • Μαλαματένια λόγια (Γ.Μαρκόπουλος)
  • Τα λόγια και τα χρόνια (Γ.Μαρκόπουλος)
  • Παραπονεμένα λόγια ( Γ.Μαρκόπουλος)
  • Κάτω απ'τη μαρκίζα (Γ.Σπανός)
  • Οι ελεύθεροι κι ωραίοι (Στ.Κουγιουμτζής)
  • Στα χρόνια της υπομονής (Στ.Κουγιουμτζής)
  • Άμλετ της Σελήνης (Θ.Μικρούτσικος)
  • Δεν είμαι άλλος (Θ.Μικρούτσικος)
  • Είναι αρρώστια τα τραγούδια (Στ.Ξαρχάκος)
  • Έρημοι σταθμοί (Δ.Τσακνής)
  • Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες (Ηλ.Ανδριόπουλος)
  • Η Διαθήκη (Χρ.Νικολόπουλος)
  • Ποιος τη ζωή μου, ποιος την κυνηγά (Μ.Θεοδωράκης)
  • Το σπίτι γέμισε με λύπη (Χρ.Λεοντής)
  • Στων αγγέλων τα μπουζούκια (Χρ.Νικολόπουλος)
  • Μη χτυπάς σ' ένα σπίτι κλειστό (Λ.Κηλαηδόνης)
  • Ατέλειωτη εκδρομή (Θ.Γκαϊφύλλιας)
  • Γνωριμία (Θ.Γκαϊφύλλιας)

Ποίηση

  • (2013) Μαύρα μάτια, Μεταίχμιο
  • (2013) Τα λόγια και τα χρόνια, Μεταίχμιο
  • (2010) Ο νοητός λύκος, Μεταίχμιο
  • (2009) Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2008) Βλέμματα από την Ελλάδα, Μεταίχμιο
  • (2008) Παραμονή Πρωτοχρονιάς, Άμμος
  • (2006) Το άγγιγμα του χρόνου, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2006) Το νεκρό καφενείο, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2005) Ένα καράβι, καραβάκι..., Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου
  • (2005) Ο καιρός των χρυσανθέμων, Μεταίχμιο
  • (2004) Ο καιρός των χρυσανθέμων, Μεταίχμιο
  • (2003) Η πόρτα της Πηνελόπης, Γαβριηλίδης
  • (2002) Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2002) Ο ίσκιος της Αθήνας, Ποταμός
  • (2000) Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί, Ελληνικά Γράμματα
  • (1998) Του Γενάρη το φεγγάρι, Κέδρος [κείμενα, εικονογράφηση]
  • (1997) Ένα καράβι μια φορά, Ωκεανίδα
  • (1997) Το νεκρό καφενείο, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (1994) Το άγγιγμα του χρόνου, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (1987) Αναμνήσεις από την Όπερα, εκδόσεις Γνώση
  • (1983) Το μυστικό πηγάδι, εκδόσεις Γνώση
  • (1980) Μαθήματα μουσικής/Τα ξόρκια,1972 Επανέκδοση από τις εκδόσεις Ύψιλον
  • (1978) Τα όρια του μύθου, εκδόσεις Γνώση
  • (1975) Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου, Αμοργός
  • (1973) Τα ξόρκια, Ύψιλον
  • (1972) Μαθήματα μουσικής
  • (1962) Συνοικισμός

Πεζογραφία

Μυθιστορήματα

  • (2004) Ο καιρός των χρυσανθέμων, Μεταίχμιο
  • (2006) Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές, Μεταίχμιο
  • (2008) Άνθρωπος στο πηγάδι, Μεταίχμιο
  • (2011) Πριν απ' το ηλιοβασίλεμα, Μεταίχμιο
  • (2016) Φαρμακείον εκστρατείας, Μεταίχμιο

Διηγήματα

  • (1964) Το διευθυντήριο, Φέξης
  • (1965) Η σφαγή
  • (2007) Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ, Μεταίχμιο

Νουβέλα

  • (1994) Το άγγιγμα του χρόνου, Καστανιώτης

Μαρτυρίες-Ιστορικά

  • (2002) Είναι αρρώστια τα τραγούδια (Ανθολόγηση κειμένων του συγγραφέα. Επιμέλεια σειράς Θανάσης Θ. Νιάρχος), Καστανιώτης
  • (2005) Η δεκαετία του '60 (μαζί με τον Θανάση Θ. Νιάρχο, Καστανιώτης
  • (2013) Μαύρα Μάτια - Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905-1920, Μεταίχμιο

Μελέτες-Λευκώματα

  • Το θέατρο στην Ερμούπολη τον εικοστό αιώνα (τέσσερις τόμοι), Δήμος Ερμούπολης.
  • (2002) Ο ίσκιος της Αθήνας: Shadows of Athens (φωτογράφιση Εβίτα Μαχαίρα, μετάφραση Mary Kitroeff, κείμενα Μάνος Ελευθερίου), Ποταμός

Παιδικά

  • Παραμύθια για τον Αυτοκράτορα, Γνώση
  • (1997) Ένα καράβι μια φορά (εικονογράφηση Σοφία Φόρτωμα), Ωκεανίδα
  • (1998) Του Γενάρη το φεγγάρι: Παραμύθια για τους δώδεκα (εικονογράφηση Μάνος Ελευθερίου), Κέδρος
  • (2000) Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί (εικονογράφηση Σοφία Φόρτωμα), Ελληνικά Γράμματα
  • (2005) Ένα καράβι, καραβάκι... (εικονογράφηση Μαθητές Α΄ δημοτικού 2004-2005 σχολής Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου), Εκδόσεις της Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου

Θέατρο

  • (2007) Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν (Μάνος Ελευθερίου, Μάρω Δούκα, Μένης Κουμανταρέας), Κέδρος
  • (2010) Ο Γέρος Χορευτής, Μεταίχμιο

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

  • (2013) Ημερολόγιο: Παιδιά του κόσμου, Εκδόσεις Γκοβόστη
  • (2013) Μακρουλάκης, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη
  • (2012) Φύγε για να μείνεις, Οδοιπόρος
  • (2011) Στίχοι στο καβαλέτο, Εκδόσεις Τέχνης "Οίστρος"
  • (2011) Τα ποιήματα του 2010, Κοινωνία των (δε)κάτων
  • (2008) 3.000 χρόνια ελληνική ερωτική ποίηση, Εκδοτική Θεσσαλονίκης
  • (2008) Μαρία Μοντέζ, Αιγόκερως
  • (2007) Μπλε μελαγχολία. Σας αρέσει ο Μπραμς; Άλτιν, Κέδρος
  • (2005) Η δεκαετία του '60, Εκδόσεις Καστανιώτη
  • (2005) Το Χαλάνδρι που γνώρισα (19 Έλληνες συγγραφείς γράφουν για το Χαλάνδρι), Ευριπίδης
  • (2001) Μια πόλη, ένας συγγραφέας, Μίνωας
  • (1997) Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο (29 ιστορίες που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Τα Νέα"), Αθήνα - Κέδρος

Επιμέλειες του συγγραφέα

  • (1981) Φωτογραφίες και σήματα Ελλήνων και ξένων φωτογράφων της περιόδου 1859-1910, εκδόσεις Γνώση
  • (1993) Ενθύμιο Σύρας φωτογραφίες και καρτ ποστάλ από το 1860-1950, εκδόσεις Γνώση
  • (2000) Νεοκλασική Ερμούπολη, (Επιμέλεια. Φωτογράφιση Παναγιώτης Δενδρινός, Νίκος Δεσύπρης, Ιάκωβος Καρβώνης κ.ά.) Ελληνικά Γράμματα
  • (2001) Ενθύμιον Σύρου: Σύρος ένα νησί - Μια ιστορία (Επιμέλεια. Καρτ ποστάλ και φωτογραφίες του 19ου και του 20ού αιώνα, μετάφραση Sophia Phocas), Ελληνικά Γράμματα
  • (2003) Κοκορέλη, Αργυρώ, Ο Μπαλού στο πάρκο, (εικονογράφηση), Μίλητος
  • (2004/2011) Ερμούπολη, Μια πόλη στη λογοτεχνία (Επιμέλεια Μάνος Ελευθερίου, επιμέλεια σειράς Κώστας Ακρίβος, φωτογράφιση Καμίλο Νόλλας) Μεταίχμιο

Παρακάτω παραθέτουμε μερικά ποιήματά του: 


Είδαμε…είδαμε

Είδαμε τον αδερφό στην άλλη όχθη του καιρού
και τη γυναίκα που βλάστησε ανάσκελη με μαύρο φίδι.

Είδαμε το νικημένο να ζητιανεύει το έλεος
και του φτωχού τα υπάρχοντα ο παιδεμός και τα δάκρυα.

Είδαμε την ξενιτιά στο γέλιο των κυμάτων
και τους ψαράδες αγάλματα για την Αγία Θαλασσινή.

Τους εκατό θανάτους να βομβαρδίζουν τη στέγη μας
και απ’τις ψηλές καμινάδες τον καπνό της θυσίας μας.

Είδαμε…είδαμε…είδαμε.


Η αυλή

Σφυρίζει στην ταράτσα η ζωστήρα
σε παίρνουν και σε πάνε στην αυλή
ξωκλήσια και νησιά χωρίς αρμύρα
δε θα θυμάσαι πια μεσ’ τη ζωή

Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι
πριν από χρόνια θα ‘ταν πλυσταριό
μα συ μικρό παιδί, παλικαράκι,
φαρμάκωσες ετούτο τον καιρό
μ’ ένα καρφί και μ’ ένα καθρεφτάκι
τις φλέβες όταν έκοψες θαρρώ

Μιλώ στη Παναγιά και τον Κριτή σου
τα χρόνια σου μετρώ με τον καημό
μα πες μου αν έχει ο βασανιστής σου
αν έχει μάτια, στόμα και λαιμό

Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι
πριν από χρόνια θα ‘ταν πλυσταριό
μα συ μικρό παιδί, παλικαράκι,
φαρμάκωσες ετούτο τον καιρό
μ’ ένα καρφί και μ’ ένα καθρεφτάκι
τις φλέβες όταν έκοψες θαρρώ



Είσαι η Πρέβεζα και το Κιλκίς

Αυτές οι ρεματιές κι αυτά τα βράχια
κι αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
αυτές οι μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
κι αυτά τα κύματα που φεύγουν και ξαναγυρνούν
αυτά τα πεύκα με τα χαραγμένα λόγια
κι ο Κωνσταντίνος, ο καημός που πέταξε σαν το πουλί
κι εκείνα που δεν πρόφτασαν οι κήρυκες,
παρά μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι,

Ω! πολιτεία με το βράδιασμα κοντά στους ταρσανάδες
στην αγορά,στον καφενέ και στο ποδόσφαιρο
είσαι η Πρέβεζα,τα Γιάννενα και το Κιλκίς,
το Μεσολόγγι,ο Πόντος κι η Ερμούπολις

Ω! πολιτεία του αμανέ στα τουρκοχώρια
μ’ αυτές τις ρεματιές κι αυτά τα βράχια
μ’ αυτά τα σπίτια δίπλα στο γιαλό
μ’ αυτές τις μάνες με το κάρβουνο στα μάτια τους
θα ‘ρθει ο καιρός που θα φανούν οι κήρυκες
κι όχι μονάχα ψεύτες και ρουφιάνοι.


Νίκος Πλουμπίδης

Σε τούτη την πατρίδα τί γυρεύω,
με μισθοφόρους και πραιτωριανούς,
τη δόξα σου γονατιστός να ζητιανεύω,
και να χτυπώ την πόρτα σου στους ουρανούς.


Σαν ψίχουλα είναι τούτα τα στιχάκια,
από συμπόσια και ξενύχτια ποιητών,
τα ψιθυρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ,
τα ψιθυρίζουν οι χαφιέδες στα σοκάκια,
εκεί που πάω σαν το ψάρι να πιαστώ.


Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι
κι η νύχτα φαρμακώνει τα φιλιά
ποιος κόσμος μας κρατάει και ποιο σανίδι
απόψε που δικάζουν τον Πλουμπίδη.
Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά.



Ρόζα Λουξεμπουργκ

Μπλουζάκι χίπικο και παντελόνι τζιν
και στην καρδιά ζωγραφισμένος ο Γκεβάρα.
Στα πορνοστάσια με ουίσκι και με τζιν
παίζουν αλέγκρο την καρδιά μου σε κιθάρα.


Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ‘χω φυλαγμένα,
πάνω στο κάρρο σ’ είδα στα εννιακόσια εφτά.
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως τού εικοσιένα
κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά.


Φυλλάδες κίτρινες και πράσινη χολή,
τα νιάτα σου, τα νιάτα μου κι οι εμπόροι.
Χρυσό πουλάκι δίχως το κλουβί
για σένα κάνουν τον Αγώνα οι τζογαδόροι.



Οι φίλοι, πάλι


Ξωκλήσια σαν τις συλλαβές στα δόντια της ψυχής
και σαν νησιά με στέρνες και με δεντρολίβανο,
δύσκολοι φίλοι, χαμένοι φίλοι,

τους βρήκα να παραμιλούν και να μαλώνουν με σκιές,
λινό της ξενιτείας εβάραινε τον ύπνο τους
και θέλεις από στέρηση, θέλεις από το άδικο
και την καταλαλιά
μια νύχτα στην Καισαριανή κι ένα πρωί στο Πέραμα
ξερίζωσα τούτες τις φαρμακερές κλωστές
απ’ τη ζωή μου
καθώς τραβούν οι ναύτες τα δίχτυα στη στεριά.

Την ώρα που έγραφα

Την ώρα που έγραφα το μαύρο τ’ όνειρο
της νύχτας
το λευκό χαρτί σιγά σιγά καιγότανε στην άκρη.

Σιγά σιγά κι από τη άκρη γίνηκαν κι όλα τ’ άλλα.
Ώσπου με πνίξαν οι καπνοί
κι έμεινα δίχως σπίτι.



Τυπωθήτω


Όταν έγραψε το ποίημα στάθηκε να το κοιτάζει.
Το χαρτί ακόμη χλωρό και τα ψηφία πονούσαν.
Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο.
Πουθενά δεν είχε να το στείλει.

Ως το άλλο βράδυ γάβγιζε το ποίημα φυλακισμένο.
Γάβγιζε απ’ τις πολλές πληγές και τον αιθέρα.

Ώσπου δεν άντεξε και του άνοιξε την πόρτα.
Μεσάνυχτα το πέταξε στο δρόμο σα σκυλί.


Και κάποτε στον ύπνο μας


Τα δόντια της ψυχής δαγκώνουν πιο φαρμακερά.
Κάποτε μπήγονται βαθιά και κάποτε στον ύπνο μας
τα ξαναφέρνουν πίσω τα παραμιλητά των φίλων,
τραυλίσματα κακών ποιητών,
κλωστές και νήματα που σ’ οδηγούν στο βάθος της σκηνής
κι όσοι διαλέγουν τον Τροχό για τη ζωή τους.

Η αγάπη και η φιλία μάς βοηθούν στο θάνατο.

Για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη 

Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας.

Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς.

Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας

Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς.

Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι.

Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη.

Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν.

Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό.

Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν

κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό.

Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα.

Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα.

Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους

να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό

κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους

αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό.

Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων

Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων.

Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως

στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά.

Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος

μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά.

Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις.

Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις.

Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει.

Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά.

Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει

την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά.

Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες.

Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες.

Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων.

Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ,

δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων

γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ.

Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι.

Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι.

Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία

αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής.

Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία.

Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής.

Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία.

Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.

Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας. Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς. Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς. Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι. Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη. Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν. Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό. Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό. Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα. Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα. Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό. Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων. Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά. Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά. Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις. Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις. Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει. Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά. Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά. Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες. Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες. Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων. Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ, δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ. Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι. Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι. Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής. Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία. Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής. Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία. Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.
Πηγή: www.musicpaper.gr
Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας. Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς. Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς. Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι. Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη. Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν. Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό. Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό. Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα. Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα. Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό. Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων. Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά. Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά. Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις. Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις. Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει. Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά. Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά. Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες. Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες. Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων. Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ, δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ. Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι. Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι. Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής. Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία. Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής. Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία. Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.
Πηγή: www.musicpaper.gr
Πώς είναι ο έρωτας γραμμένος στο πετσί μας. Με γράμματα άραγε ή μαύρους αριθμούς. Αίμα θηλάζει κι η Ελλάδα κι η ζωή μας Μα οι εχθροί μας πίνουν μόνο αγιασμούς. Των δράκων γάλα, δηλαδή. Και το φαρμάκι. Κρίμα. Δεν γνώρισες τον Κώστα Καρυωτάκη. Στους ουρανούς θ' αναγνωρίσουνε ποιος ήσουν. Ξέρουν αυτοί. Το φωτοστέφανο χρυσό. Φώτιζες νύχτες των ανθρώπων που θα ζήσουν κι έχουν και θάνατο και φως μισό μισό. Οχι τσεκούρι και μπαλτάς. Μήτε και σφαίρα. Μ' ένα σουγιά που κόβει φλέβες στον αέρα. Με του Μακμπέθ πήγες τις μάγισσες, στους βάλτους να βρεις πώς σμίγει το χρυσάφι με χαλκό κυνηγημένος απ΄το σώμα σου κοντά τους αλλά ποιος δαίμονας ξορκίζει το κακό. Δεν παραστάθηκαν Απόστολοι εκ περάτων Κι ας πήραν όψη τα μυστήρια των πραγμάτων. Τι συζητούσες στον Αγρό του Κεραμέως στους κήπους του αίματος σαν μια σταλαγματιά. Για στρατηλάτης δεν σου πήγαινε γενναίος μήτε τσιράκι στων τραμπούκων τη στρατιά. Επαρχία, επαρχία, όλα τα σφάζεις. Λυσσάς και ράβεις και κεντάς κι όλο σπαράζεις. Ο Γκρέκο εδώ, ο Λόρκα εκεί. Ποιος θα κερδίσει. Τους ξέρεις άραγε να ρίξεις μια ματιά. Και τώρα ποιος από τους δυο θα ζωγραφίσει την ομορφιά σου, σαν την άγρια νυχτιά. Σ' άγγιξαν άραγε τα φίδια κι οι αράχνες. Τι μυστικά σού είπε το φως μέσα στις πάχνες. Αθώοι όλοι. Σε μια χώρα των αθώων. Δεν σε γνωρίσαμε να πιούμε έναν καφέ, δυο τρεις κουβέντες για τους άθλους των ηρώων γι' αυτούς που ζούνε συντροφιά μ' έναν χαφιέ. Λυσσούν να σ' έβρουν τα σκυλιά. Λυσσούν οι σκύλοι. Κι η ομερτά στις καφετέριες καντήλι. Πώς να σου γράψω, το λοιπόν, βιογραφία αφού οι λέξεις μου είναι μόνο της βροχής. Ποτέ το μπλε δεν το χωρά δικογραφία. Θυμίζει σύλληψη κι εκτέλεση εποχής. Είμαστε άρρωστοι βαριά από νοσταλγία. Μας περιμένουν τα τσιγγέλια στα σφαγεία.
Πηγή: www.musicpaper.gr



Κάτω απ' τη μαρκίζα 

 Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής.

 

Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει
κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι,
σε λάθος στάση θα κατεβείς.

 

Χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα
σε βρήκα που `ρθες για να μη βραχείς,
ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα
μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις.

 

Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα
πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,
κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα
δεν έχεις κάτι για να μου πεις. 


Το τρένο φεύγει στις οκτώ 

Το τρένο φεύγει στις οχτώ
ταξίδι για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
να μη θυμάσαι στις οχτώ
να μη θυμάσαι στις οχτώ
το τρένο για την Κατερίνη
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει

 

Σε βρήκα πάλι ξαφνικά
να πίνεις ούζο στου Λευτέρη
νύχτα δε θα 'ρθει σ’ άλλα μέρη
να 'χεις δικά σου μυστικά
να 'χεις δικά σου μυστικά
και να θυμάσαι ποιος τα ξέρει
νύχτα δε θα `ρθει σ’ άλλα μέρη

 

Το τρένο φεύγει στις οχτώ
μα εσύ μονάχος σου έχεις μείνει
σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη
μεσ’ στην ομίχλη πέντε οχτώ
μεσ’ στην ομίχλη πέντε οχτώ
μαχαίρι στη καρδιά σου εγίνει
σκοπιά φυλάς στην Κατερίνη