Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ








Γράφει ο Νίκος Σουβατζής 


 


       Συχνά γεννάται το ερώτημα: «Σε τι χρησιμεύει η ποίηση;». Το ερώτημα αυτό απασχολεί όχι μόνο όσους ασχολούνται με την ποίηση ως ποιητές και αναγνώστες, αλλά και ανθρώπους που είναι παντελώς άσχετοι με αυτή. Οι δεύτεροι διατυπώνουν το ερώτημα σε μια προσπάθεια απαξίωσης της ποίησης, αφού για αυτούς η απάντηση είναι εύκολη και απόλυτη. Πιστεύουν ότι η ποίηση δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση δεν έχει κάποια πρακτική εφαρμογή στην καθημερινή ζωή όπως ο τροχός, ο ηλεκτρισμός ή το τηλέφωνο. Επίσης, δεν μπορεί να σώσει ζωές όπως ένα εμβόλιο, ένα ιατρικό τεστ ή ένα φάρμακο. Είναι επίσης αλήθεια ότι δεν μπορεί να καλύψει κάποια βασική ανθρώπινη ανάγκη όπως η τροφή, το νερό και ο ύπνος. Μήπως λοιπόν οι επικριτές της έχουν δίκιο; Μήπως όλοι εμείς που διαβάζουμε και γράφουμε ποίηση ματαιοπονούμε; Μήπως η ποίηση είναι μια περιττή πολυτέλεια; Με μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει θετικά στις παραπάνω ερωτήσεις. Όμως με μια πιο σοβαρή προσέγγιση διαπιστώνει κανείς ότι δεν είναι καθόλου έτσι.

       Η γέννηση της ποίησης χάνεται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας. Πριν ακόμα ανακαλύψει τη γραφή, ο άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφραστεί ποιητικά για να υμνήσει τη γενναιότητα στη μάχη, την ομορφιά της ζωής, την αδελφική φιλία, να εξιστορήσει ηρωικά κατορθώματα και να θρηνήσει τον θάνατο προσφιλών προσώπων. Στην παράδοση σχεδόν όλων των λαών υπάρχει η προφορική ποίηση, συνήθως επική, που πολλές φορές είναι συλλογική δημιουργία και η οποία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά και αποτυπώθηκε γραπτά αιώνες μετά τη δημιουργία της. Τη συνέχεια αυτής της παράδοσης τη βλέπουμε στο δημοτικό τραγούδι, χιλιάδες χρόνια μετά. Απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, συνήθως αναλφάβητοι, εξέφρασαν την ευαισθησία τους μέσω αυτού του είδους τέχνης.

       Η ποίηση λοιπόν δεν γεννήθηκε στα σαλόνια και στην αυλή κάποιου βασιλιά. Αυτοί οι, ανώνυμοι στην πλειοψηφία τους, ποιητές δεν ήταν κάποιοι πλούσιοι αργόσχολοι που δημιούργησαν ποίηση για να περάσουν την ώρα τους, έχοντας λύσει όλα τα προβλήματά τους. Και αν και αργότερα η ποίηση κατέκτησε τη θέση που της αξίζει στα πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες, ποτέ δεν έπαψε να συντροφεύει τον άνθρωπο στις πιο δύσκολες και στις πιο τραγικές στιγμές του. Στους αγώνες για ψωμί κι ελευθερία, σε φυλακές, εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης, στον δρόμο της προσφυγιάς, στον πόλεμο, στην κατοχή, στην πείνα, στον θρήνο, η ποίηση έδινε πάντα το παρόν. Ο Αλέκος Παναγούλης, στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο κελί του, έγραφε ποιήματα με το αίμα του. Ο Φώτης Αγγουλές, στη φυλακή και την εξορία, έγραφε ποιήματα και τα έκρυβε απ' τους δεσμοφύλακες στις πιο απίθανες κρυψώνες. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ποίηση για κάποιους ανθρώπους είναι οξυγόνο. Ακόμα κι όταν βασανίζονται, ακόμα κι όταν αντιμετωπίζουν τον θάνατο.
       Ποιητές όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Νίκος Καββαδίας και συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Θάνος Μικρούτσικος έβαλαν την ποίηση στα χείλη των ανθρώπων του μόχθου. Η ποίηση έγινε κομμάτι του αγώνα για την καθημερινή επιβίωση και οι ποιητές εξέφρασαν με την πένα τους τους καημούς εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν είχαν φωνή. Η ποίηση λοιπόν κάθε άλλο παρά περιττή πολυτέλεια είναι. Δίνει δύναμη στους ανθρώπους να συνεχίσουν να αγωνίζονται για τη ζωή τους. Και όσο πιο δύσκολη είναι η ζωή κάποιου ανθρώπου, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει την ποίηση.  







Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ 








ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: 

Η Βικτωρία Θεοδώρου (1926-2019) γεννήθηκε στα Χανιά Κρήτης το 1926, κόρη πλανόδιου αγιογράφου από τη Σερβία. O πρόωρος θάνατος του πατέρα της -ήταν μόλις οχτώ χρονών- και η φτώχεια της Xανιώτισσας μητέρας την υποχρέωσαν να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο στο Hράκλειο. Στα δεκάπεντε της χρόνια διέκοψε τις σπουδές της για να πάρει μέρος στην Εθνική Aντίσταση. Mε την απελευθέρωση (1944) ήρθε στην Aθήνα, τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή (φιλολογικό τμήμα). Tον Mάιο του 1948, ξεκίνησε για τη Βικτωρία Θεοδώρου ο κύκλος των φυλακών και των εξοριών (Xίος, Tρίκερι, Mακρόνησος), μέχρι το 1952, οπότε επέστρεψε στην Aθήνα ως αδειούχος εξόριστη. Παρουσιάστηκε στα γράμματα από το περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης".
Το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 1957. Έκτοτε καλλιεργούσε την ποίηση, αλλά κυρίως συνεργαζόταν με πολλά περιοδικά. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Ποιήματα", "Eγκώμιο", "Kατώφλι και παράθυρο", "Bορεινό προάστιο", "Tο λαγούτο", "H εκδρομή", "Oυρανία", " Άρειος ύπνος", "H νυχτωδία των συνόρων", "Mειλίγματα", "Xρονικό", "Eυνοημένοι"· τα πεζογραφήματα "Στρατόπεδα γυναικών" και "Γυναίκες εξόριστες στα στρατόπεδα του εμφυλίου"· το αφήγημα "O Tράικο"· τη νουβέλα "Γαμήλιο δώρο" και το μυθιστόρημα "Oι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου". Έχει μεταφράσει ποιήματα και πεζά από από τα γαλλικά και από σλαβικές γλώσσες. Ένα μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο, ενώ την επιμέλεια του αρχείου της έχει αναλάβει ο Θάνος Φωσκαρίνης. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, "Βικτωρία Θεοδώρου, Ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα: στο μεταίχμιο ελευθερίας και δέσμευσης", κ.ά. κείμενα, στο αφιέρωμα του περιοδικού "Μανδραγόρας" στην ποιήτρια. 


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ: 

Ποίηση: 

Εγκώμιο, 1957  
Κατώφλι και παράθυρο (1962) 
Βορεινό Προάστειο (1966) 
Το λαγούτο (1971) 
Η εκδρομή (1973) 
Ουρανία (1978) 
Άρειος Ύπνος (1983) 
Η νυχτωδία των συνόρων (1986) 
Μειλίγματα (1990) 
Χρονικό (1994) 
Ευνοημένοι (1998) 
Καταλόγι για τον μάστορα (2008) 
Βικτώρια Θεοδώρου, Ποιήματα (2010) , συγκεντρωτική έκδοση των 12 ποιητικών συλλογών (Γαβριηλίδης)



Πεζογραφία: 

Στρατόπεδα γυναικών (1975) 
Ο Τράϊκο (1982) 
Γαμήλιο δώρο (1995) 
Οι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου (2005) 
Πελαγινή (2010) 
Δραπέτις (2011)



Μεταφράσεις: 


Το μεταφραστικό έργο της Βικτωρίας Θεοδώρου περιλαμβάνει ανθολογίες γαλλόφωνηςκαι σλαβόφωνης ποίησης, όπως: 
- Εκλογή από τα δημο­τικά τραγούδια της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας του Τόμε Σάζντωφ (Δί­φρος, 1979), 
-Τα άλογα τηςνεράιδας του Ντούσκο Νανέφσκι (Κέδρος,1981), Ποιητές της γαλλόφωνης Ελβετίας (Νεφέλη, 1999), 
- Ανθολογία του Αίμου (έκδοση Φίλων του περιοδικού ΑΝΤΙ, 2007) κ.ά. 


Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα ποιήματά της: 


Στο τάγμα της μνήμης υπηρετώντας... 

Σ΄είδα απ΄τ΄αμπέλια ν΄ανεβαίνεις
τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις ακτίνες σου -
σ΄είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε,
από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε,
από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά,
πάνω από τους καπνούς της μάχης.

Στ΄αλήθεια ευτύχησα γιατί δεν έγινα
δούλος κι αφέντης κανενός,
σ΄απόκτησα ξέροντας πως ανήκεις
σ΄όλα τα μάτια που σε βλέπουν.



 Πεπρωμένο

Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή
κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι.
Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός
και θ΄αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.

Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα
- Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου –
και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.

Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα
κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου
και να πάω με τους ανθρώπους.

Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους
και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.

Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας. 



Τσακίζω τις λιανές ελιές

Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.

Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε

Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;

Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.



 Βασιλική Κ.

Ας ήμουν άξια να ΄στηνα τραγούδι
μεγάλο, ωσάν καράβι αρματωμένο
άφοβο του καιρού.
Τραγούδι για την ομορφιά σου, για τα νειάτα σου
και για τη μοναξιά σου,
και να ειπώ :
Το πώς εδέχτης ν΄αποθάνεις και δεν έρριξες
βλέμμα για τον Απρίλη πικραμένο
το πώς σηκώθηκες μονάχη σου
και στάθηκες μ΄ολάνοιχτα τα μάτια.

Μπροστά σου εφτά τουφέκια
πίσω σου το χάραμα
με τα τριαντάφυλλα και με τους κρόκους,
τι σούδινε κουράγιο, τι σε φτέρωνε
τι κύταζαν τα μάτια σου πέρα-μακριά
κι ήτανε τόσο ξάστερο το μέτωπό σου
ποιαν Ευτυχία, ποιαν Άνοιξη είδες να ξημερώνει
πίσω από τα τειχιά κι από τα σίδερα.
Γίνε οδηγός μου πνέμα ηρωϊκό!
Κάνε ν΄αστράψει και για μένα αναλαμπή
από τη φλόγα που σε συνεπήρε. 




Όλγα Καμπανιέρη 

Ένα όνειρο, μια παιδιακίσια σκανταλιά
με τις μικρές εργάτισσες μπροστά στις μηχανές
ξεχάστηκε …
Γύρισε η λουρίδα ξαναγύρισε λεπίδα και τσεκούρι αλύπητο
της χώρισε το μπράτσο.
Δεξιά της τώρα ένα μανίκι αδειανό ανεμίζει
απ΄ τα ζερβά το χέρι της το μοναχό·
με τούτο μόνο πέρασε στ΄αντάρτικο κι εβάσταξε τουφέκι
με τούτο πάλεψε τα βάσανα της φυλακής
μ΄αυτό κεντούσε τα προικιά που δεν εχάρηκε
ποτέ της …



 Και χωρίς εμάς

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ΄αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς 



Τοπίο Β΄  
Είδα το Βέλες
από τα χιόνια του να φέγγει
στους γυμνούς λόφους κρατημένο
όπως παιδί στης μάνας του το στήθος
ώρα πολέμου, ώρα αποκλεισμού.

Στάζουν οι στέγες του και κρύσταλλα
ματώνουν το μουντό πρωί
στις ράγες στο σταθμό χειμώνας
στους ώμους του Άγγελου το χιόνι.

Τον Κόστα Ράτσιν
είδα να ταλαντεύεται να πέφτει
καθώς πουλί, την τουφεκιά ν΄αντιλαλεί
να τον θρηνούν του Λόπουσνικ οι οξιές
όχι στον ύπνο μου – ύπνο δεν έχω.

Το Βέλες σκέφτομαι
κι αυτόν τον μοιρασμένο ποταμό του
που παρασύρει ατάραχος τους ρύπους
περιφρονά τις έριδες, τις βίζες.
Ενωτικός, αγαθοδαίμων.



 
Σ΄αυτούς που δόθηκε "το χάρισμα κι η μοίρα"


Σαν βρεις στο δρόμο σου το γόρδιο δεσμό,
δε γίνεται να στρίψεις πια
δεξιά, αριστερά ή και πίσω ακόμα,
προσποιούμενος άλλο ταξίδι.
Δεν σου μένει άλλη επιλογή από τη λύση
των μπερδεμάτων του πανάρχαιου κόμπου.
Οσαδήποτε μάγια ή ξεραμένα δάκρυα
κι αν κρύβει στους κύκλους του.
Οσηδήποτε ζωή ή θάνατο
κι αν χρειαστείς στο σταθμό του.



Παλιό τραγούδι  

Επάνω σε μια τάβλα την έχουν ξαπλωμένη
τ΄άσπρα της χέρια σέρνουνται στο χώμα, στα χαλίκια
σέρνεται κι η πλεξούδα της στη σκόνη
κι η φούντα της σαν σκούπα ολόχρυση το δρόμο καθαρίζει
και σκουπισμένο τον αφήνει απ΄ τ΄ αγκαθόξυλα
για να περνούν ξυπόλητοι και ποδεμένοι,
όσοι την παν νεκροί να την πομπέψουνε
στου Κλαδισού την ποταμιά.
Θανάτου αέρας σήκωσε τα σωθικά της
ξωπίσω της πολλοί, κι αδέλφια ακόμα, τηνε περιγελούν
και την πρησμένη της κοιλιά κεντούν μ΄ ένα καλάμι …
Τ΄ αχείλι της σκισμένο δεν σαλεύει
να δώσει πάλι δίκια απόκριση στα όσα της λέγαν
σε μας παράδωσε το μετερίζι της τιμής της.
Ήταν εκεί κι η μάνα μου κι άλλες μανάδες
όπου πρωί-πρωί τις σύρανε να δούνε την ντροπή
να δούνε τι μας καρτερεί και μας που ανταρτέψαμε
μα κείνες τήνε κλάψανε και τη μοιρολογήσανε
την τρυφερή της παρθενιά σπαραχτικά εμαρτύρησαν
στις λυγαριές και στα πουλιά του ποταμού,
για θυγατέρα τους την ελογάριασαν·
με τ΄ ακριβό σταμνί του δρόμου της επλύναν
το κέρινό της πρόσωπο το παιδιακίσιο με τα δυο
γεφυρωτά της φρύδια απ΄ όπου εδιάβηκεν
η Λευτεριά με την Αγάπη για να παν αντίπερα
σ΄ άλλους καιρούς καλύτερους κι ειρηνεμένους.
Μα εκείνοι μανιασμένοι κι άσπλαχνοι
παίρνουν σπαθί και κόβουν το κεφάλι της
και σε κοντάρι το καρφώνουνε με την πλεξούδα
να σειέται στον αέρα και να γνέφει αδιάκοπα
κι φούντα της ολόχρυση να διώχνει τα πουλιά της φρίκης.

Περαστικός ας ήταν να τη δει τραγουδιστής
για να της πει τ΄ αξέχαστο τραγούδι,
εγώ είμαι ένα μικρό πουλί μέσα στην καλαμιά
δε τραγουδώ, δεν κλαίω, μόνο θυμίζω
σημάδι έχω τη φωλιά μου εδώ, δε φεύγω
μαζί με τ΄ άλλα τα πουλιά για να ξεχειμωνιάσω …



 
Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα
 

Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα
να την προετοιμάσω για τα γηρατειά.
Την πείρα μου δεν έχει, βιάστηκε
ν΄αποδημήσει πριν ασπρίσουν
τα ωραία της μαλλιά.

Στον ύπνο μου τη βλέπω νέα
στις αρρώστιες, στις θλίψεις μου να με παρηγορεί
στους φόβους μου να με καθησυχάζει :
δεν είναι αλήθεια να με βεβαιώνει
γι αυτά που ακούς να λένε.
Θάνατος, κάτω κόσμος δεν υπάρχει
ποτέ δε συναντήσαμε το μαύρο καβαλάρη.

Αύρες είμαστε, αγέρας
στα φύλλα κατοικούμε
γι αυτό φθινόπωρο να΄σαι προσεκτική ...



Εκδρομή (απόσπασμα)


Τόσα γκρεμνά, με κρεμαστά νερά
για τέλος σίγουρο, αλλά δεν έπεσε καμιά
ο Λαοκράτης μόνο, εφτά χρονώ παιδί
παρμένος από κοχύλι που γυαλοκοπούσε
μέσʼ στο βυθό, ζαλίστηκε και χάθηκε.
Σμήνος μαύρο, τρέξαν οι μάνες να τον αναρπάσουν
μα κείνος πάει για του βυθού τα θαύματα.
Εδώ, μέσα στʼ αρμυρολούλουδα κοιμάται.

Αχ, πώς φυσάει μαγιάτικος ο μπάτης
λες θα τον ξυπνήσει κάθε χρόνο όπως φυσάει
με μια αναστάσιμη πνοή του
κι όπως το δικαιούται, τόσο άγουρος επέθανε
κι ανάβαθα τον έθαψαν στο κοκκινόχωμα. 



Δος μου όνομα

Ποια είμαι; Ποια είμαι; μα την αλήθεια, δε θυμάμαι. Μάργωσε η μνήμη μου, έρχεται χιόνι τ’ ακούω, απ’ τα βουνά που κατεβαίνει ριγούν οι ευκάλυπτοι. Ποιο τ’ όνομά μου;
Δος μου εσύ όνομα που’ σαι άγγιχτος και νέος.
Η μέλλει της να φύγει και να ξεχαστεί, η αχόρταγη είμαι των ήχων και των λόγων, η ώριμη πριν να μεστώσει, η άγουρη στην ωριμότητά της, η αμφίβια όπου πατάει κι όπου πετάει μαζί.
Η μέλλει της να ξεχαστεί.












 

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ Χ.Φ. ΛΑΒΚΡΑΦΤ: ΟΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΛΕΥΚΟΙ, Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ ΚΑΙ… ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ (β’ μέρος)












Γράφει  ο Ειρηναίος Μαράκης

      

      Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος «Όψεις του Χ.Φ. Λάβκραφτ» και με βάση όσα αναφέρονται σε Επιστολές του μεταφρασμένες στα ελληνικά (από τον Βασίλη Καλλιπολίτη, εκδ. Αίολος, 1997/2018) παρουσιάσαμε θέσεις του συγγραφέα σχετικά με τον Χίτλερ και το Εβραϊκό ζήτημα. Θα συνεχίσουμε στο ίδιο μοτίβο παρουσιάζοντας επιλεγμένα αποσπάσματα, τα οποία όχι μόνο αναδεικνύουν –όπως έχουμε ήδη σημειώσει– τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ του ιδεολόγου και του συγγραφέα αλλά και τις ρίζες του λαβκραφτιανού έργου. Οι ρατσιστικές ιδέες του συγγραφέα, που δεν περιορίζονται μόνο στους Εβραίους, η άρνηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, του τύπου τουλάχιστον που υπήρξε στην εποχή του και η απέχθεια του για τον «λειτουργικό μοντερνισμό» έχουν την θέση τους στο έργο του, το καθορίζουν, θα λέγαμε, σχεδόν ολοκληρωτικά.

     Όμως ο αναγνώστης διαβάζοντας τις Επιστολές θα διαπιστώσει ότι ο συγγραφέας τους παρά την συντηρητική του ιδιοσυγκρασία και παρά την φαινομενική απομόνωση του από τον έξω κόσμο είχε εποπτεία της καθημερινής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Καθοριστικός ήταν ο ρόλος των Επιστολών όπου μέσω αυτών ο Λάβκραφτ ήρθε σε επαφή με πλήθος ιδεών και πληροφοριών που σχολιάζει κι αυτός με τη σειρά του και με τον χαρακτηριστικό τρόπο του. Και πράγματι, οι παρατηρήσεις του σχετικά με διάφορα θέματα προκαλούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον αναγνώστη, είτε αφορά μια κρίση του συγγραφέα για τον κινηματογράφο και τον Τσάρλι Τσάπλιν, είτε για τον Τολστόι και τους Ρώσους συγγραφείς. Ακολουθούν σχετικά παραδείγματα (όπου ακολουθείτε η ορθογραφία του έκδοσης στα ελληνικά).


ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΜΑΣΑΧΟΥΣΕΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΛΕΥΚΟΙ

      
      Στην επιστολή 69 [428] προς τον Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ (Μπαρνς Στριτ, 10 Πρόβιντενς, 
Ρ.Α., 4 Οκτωβρίου 1930) διαβάζουμε σχετικά:

«...Συμφωνώ με αυτό που λέτε, ότι ο υπαινιγμός είναι η υψηλότερη μορφή της παρουσίασης της φρίκης. Βάση όλης της πραγματικής κοσμικής φρίκης είναι η παραβίαση της φυσικής τάξεως, και η βαθύτερη παραβίαση είναι πάντα και η λιγότερο συγκεκριμένη και περιγράψιμη. Στον Μάχεν η ιστορία με το μεγαλύτερο βάθος – The White People – είναι αναμφίβολα και η μεγαλύτερη, παρ' όλο που δε διαθέτει τους απτούς, ορατούς τρόμους του Great God Pan ή του The White Powder. Αλλά ο όχλος –περιλαμβάνοντας και τον Φάρνσγουερθ Ράιτ– δε δέχεται ποτέ να το καταλάβει γι' αυτό και το W.T. θα απορρίπτει πάντα δουλειά του ευγενέστερου και λεπτότερου τύπου. Φυσικά υπάρχει και η υπερβολική αοριστία, που συναντάται κυρίως στους νεόφυτους που δεν ξέρουν πώς ακριβώς να χειρισθούν τον κοσμικό υπαινιγμό. Οι άξεστοι συγγραφείς χρησιμοποιούν το παλιό κόλπο να αποκαλούν μια κρυμμένη φρίκη "υπερβολικά τερατώδη για να μπορεί να περιγραφεί", απλώς ως δικαιολογία για να μη συγκροτούν και οι ίδιοι κάποια σαφή εικόνα της υποτιθέμενης φρίκης. [...]

...Οι μαύροι θρύλοι της Μασαχουσέτης είναι γεμάτοι από το πραγματικά μακάβριο «στοιχείο». Υπάρχει εδώ υλικό για μια πραγματικά βαθιά μελέτη του ομαδικού νευρωτισμού γιατί, σίγουρα, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι την Πουριτανική φαντασία διαπερνά ένα ρεύμα βαθύτατης νοσηρότητας. Αυτό που λέτε για τη σκοτεινή Σαξωνική-Σκανδιναβική κληρονομιά, ότι είναι η πιθανή πηγή των αταβιστικών παρορμήσεων που προκαλούν η συναισθηματική καταπίεση, η απομόνωση, η τραχύτητα του κλίματος και η γειτονία του απέραντου, άγνωστου δάσους με τους χαλκόχρωμους άγριους, έχει απέραντο ενδιαφέρον για μένα στο βαθμό, μάλιστα, που και εγώ έχω πει και έχω γράψει συχνά ακριβώς το ίδιο πράγμα! [...]

    Αλλά υπήρχε άλλος ένας λόγος για τις ανωμαλίες και την εγκληματικότητα που σημειώθηκαν στη Μασαχουσέτη -λόγος που προκαλεί αρκετήν αμηχανία σε πολλούς υποστηρικτές του μύθου ότι το αίμα της Μασαχουσέτης αποτελεί κάτι σαν ανεπίσημο αποδεικτικό ευγένειας. Ο λόγος ήταν η ταχεία εισαγωγή, μετά το 1635, μιας άθλιας τάξης εκφυλισμένων σκουπιδιών του Λονδίνου ως υπηρετικού προσωπικού δεσμευόμενου από μακροχρόνια συμβόλαια. Αυτό το αποφύγαμε στο Ροντ Άιλαντ, επειδή αρχικά ήμαστε υπερβολικά φτωχοί για να έχουμε πολλούς υπηρέτες, ενώ αργότερα χρησιμοποιούσαμε Ινδιάνους και νέγρους (τους δεύτερους του εισήγαμε σε μικρούς αριθμούς από τις Δυτικές Ινδίες πριν αρχίσει το δικό μας "τριγωνικό εμπόριο") αντί κατώτερους λευκούς. Αλλά η Μασαχουσέτη χρειάσθηκε γρηγορότερα υπηρέτες και δεν είχε τη δική μας τάση προς τον εξωτισμό· εξ ου (πέρα από το σκλάβωμα μερικών ντόπιων Ινδιάνων της Καραϊβικής από τις Δυτικές Ινδίες) προχώρησε στην εισαγωγή σε ευρεία κλίμακα "δέσμιας" Αγγλικής εργατικής δύναμης -φτωχών, καταδίκων, αλητών, κ.τ.λ. Δεν είχαν μάθει το μάθημα ότι ανάμεσα στα εκφυλισμένα σκουπίδια μιας ανώτερης φυλής υπάρχει μεγαλύτερη αντι-κοινωνική διαστροφή απ' όσην υπάρχει ανάμεσα στους διανοητικά και σωματικά υγιείς τύπους μιας κατώτερης ράτσας. Μπορούμε να φαντασθούμε το αποτέλεσμα αυτού του διαστρεβλωμένου, δίχως αναστολές, ελεύθερου εκφυλισμένου στοιχείου, του υποκειμένου πια στη δεσποτεία της σιδηρόφρακτης πουριτανικής θεοκρατίας και στον ηθικό ζουρλομανδύα. [...] Στη Νέα Υόρκη, επίσης, και στο Νιου Τζέρσι -όπου οι κατώτεροι λευκοί αναμίχθηκαν με τους νέγρους και τους Ινδιάνους και επιβιώνουν ακόμα ως ημι-βάρβαροι στο Catskills και στο Ramapos. Αλλά αυτός ο διαχωρισμός δεν έλαβε χώραν στη Μασαχουσέτη παρά αφού πρώτα οι εκφυλισμένοι προκάλεσαν πολλές περιπλοκές...»



Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ

     
    Ενδιαφέρον προκαλούν οι παρατηρήσεις του Λάβκραφτ στην επιστολή 61 [381] προς τον Γούντμπερν Χάρις (9 Νοεμβρίου 1929) όπου δηλώνει ότι:

«...Παρά την τεράστια μηχανική πρόοδο της ανθρωπότητας, η ποσότητα της ευφυΐας της ικανής να ασχοληθεί με μη-άμεσα και μη-συγκεκριμένα προβλήματα δεν είναι μεγαλύτερη στις μέρες μας απ' όσο στην εποχή του Ιούλιου Καίσαρα. Η σκέψη δεν είναι ποτέ η δύναμη που κινεί την αγέλη -μονάχα το συναίσθημα. Στην εποχή μας, με τα σημερινά εκπαιδευτικά δεδομένα, δεν υπάρχουν περισσότεροι απ' ό,τι υπήρχαν με τα εκπαιδευτικά δεδομένα των προηγούμενων εποχών που να κυβερνιούνται από το μυαλό (σε διάκριση από τους πληροφορημένους διανοητικά ή προικισμένους), ώστε να παραγάγουν έστω και μια επί πλέον χαρακιά στην τυφλή ντετερμινιστική πορεία της παγκόσμιας ιστορίας, που τη διαμορφώνουν τα εξωλογικά συναισθήματα της απέραντης συναισθηματικής πλειοψηφίας -καλλιεργημένης και μη. Το είδος της πνευματικής ενέργειας που σχεδιάζει δυναμό & δυνάμεις πώλησης δεν είναι το ίδιο με εκείνο που μπορεί να ζυγίσει βαθύτερες αξίες και να κάνει ομάδες διαφορετικές συναισθηματικά να θέλουν όλες το ίδιο πράγμα & να εργασθούν για την πραγμάτωση του ίδιου σκοπού. Το να φαντάζεται κανείς ότι κάθε πιθανότητα πολέμου μπορεί να εξαλειφθεί απλώς και μόνο επειδή γνωρίζουμε τα καταστροφικά του αποτελέσματα, είναι εξίσου αφελές με το να φαντάζεται ότι ο μανιώδης χαρτοπαίκτης θα σταματήσει να παίζει απλώς και μόνο επειδή θα αναλογισθεί τις απώλειες που έχουν προηγηθεί.

[...] Θα συνοψίσω τη θέση μου λέγοντας ακριβώς αυτό που έχω ήδη πει δεκάδες φορές -ότι νομίζω πως η μηχανική κουλτούρα είναι κατώτερη από τη δική μας επειδή υψώνει μιαν απολύτως δίχως νόημα ομάδα ιδιοτήτων -την ταχύτητα, την ποσότητα, τη βιομηχανία για τη βιομηχανία, τον πλούτο, την επίδειξη, κ.τ.λ. - στο βάθρο των πρωταρχικών αρετών, επειδή καταστρέφει τις φυσιολογικές σχέσεις μνήμης με το περιβάλλον & τις λαϊκές παραδόσεις, επειδή υπερτονίζει τη σημασία της ομοιογένειας αντί της ατομικότητας & επειδή το καθαρό της εξαγόμενο είναι ένας φαύλος κύκλος δραστηριότητας που δεν οδηγεί πουθενά & εξαντλεί συνεχώς τα φυσιολογικά ιδεώδη της ποιότητας, της περιπέτειας, της προσωπικότητας & της ολοκληρωμένης έκτασης του ανθρώπινου πνεύματος εξωθώντας το προς έναν περίπλοκο ρεαλισμό απομακρυσμένο από τη ζωώδη απλότητα...»


ΓΙΑ ΤΟ "ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ"

      
    Ο Λάβκρφτ στην επιστολή 117 [876] προς τον Κένεθ Στέρλινγκ (τον αποκαλεί "Ακατανίκητο Booleywag) γράφει:

«...Διάβασα το παλαιό Κομμουνιστικό Μανιφέστο πριν από πολλά χρόνια & παρ' όλο που τότε δεν του είχα την παραμικρή συμπάθεια, εντυπωσιάσθηκα από κάποια μεμονωμένα σημεία που έφερνε στην επιφάνεια. Σήμερα θα συμφωνούσα στο περισσότερα σημεία -ωστόσο και πάλι δε θα το επιδοκίμαζα 100%. Δεν υπάρχει αμφιβολία για την απέραντη ευφυΐα των Μαρξ & Ένγκελς, & για τη διορατικότητα τους, καθώς & για τη θεμελιακή σημασία των ευρέων οικονομικών νόμων που ανακάλυψαν & διατύπωσαν. Το μοναδικό σφάλμα είναι να πιστεύει κανείς ότι η κάθε λεπτομέρεια που ανέπτυξαν & το κάθε συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν με βάση αυτές τις αρχές είναι αλάθητα ακριβές & ότι του αρμόζει η πιο δουλική προσκόλληση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Η μείζων ανακάλυψη ως προς τη γενική πορεία είναι λογική –αλλά το παράγωγο σύστημα του «διαλεκτικού υλισμού» με τις απίστευτες οικονομικές ερμηνείες των πάντων, με τις συσχετίσεις εντελώς διαφορετικών πεδίων (τέχνη, επιστήμη, κ.τ.λ.) προς την οικονομία & τις υποθέσεις του (που αδιαφορούν για δεκάδες ισχυρούς, ιστορικούς & ψυχολογικούς παράγοντες) σχετικά με το απόλυτα αναπόφευκτο ορισμένων πορειών, δεν μπορεί να υιοθετηθεί χωρίς κριτικό πνεύμα όσο δεν μπορούνε να υιοθετηθούνε οι συγγενικές του φιλοσοφικές γενικεύσεις των μεσαιωνικών σχολαστικών. […] Η αντίληψη ότι το διεθνές εμπόριο θα παίξει ρόλο ειρηνευτή είναι ολοφάνερη ψευδαίσθηση –ενώ το ρηθέν ότι η επανάσταση θα ερχόταν πρώτα σε μια χώρα με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης αντιστράφηκε άμεσα από τα γεγονότα. Η αντίληψη περί κοινοκτημοσύνης των γυναικών είναι απλό όνειρο –το απέρριψε η Ρωσία & πιθανότατα δεν την υιοθετούν παρά οι Ισπανοί αναρχικοί […].»



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΛΣΤΟΙ ΚΑΙ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ…

44[255]. ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΝΤΕΡΛΕΘ


Αγαπητέ μου κε Ντέρλεθ:-


...Διάβασα την Άννα Καρένινα πριν από χρόνια, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως και τίποτα άλλο του Τολστόι. Κατά τη γνώμη μου ο Τολστόι είναι αρρωστημένα κλαψιάρης και συναισθηματικός, με ένα διασκεδαστικά δυσανάλογο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά και ηθικά πράγματα. Φυσικά κατά έναν τρόπο αυτό είναι χαρακτηριστικό όλης της Σλαβικής λογοτεχνίας, αλλά άλλοι Ρώσοι συγγραφείς επιδεικνύουν πολύ λιγότερα ποσοστά αυτής της δακρύβρεκτης συναισθηματικότητας, ανάλογα με τη μεγαλοφυΐα τους και τη διεισδυτικότητά τους στο θέμα των ανθρώπινων χαρακτήρων. Αν θέλετε την Ρωσία στην καλύτερη πλευρά της, δοκιμάστε τον Ντοστογιέφσκι, το Έγκλημα και Τιμωρία του οποίου είναι πραγματικά επικό επίτευγμα...


Εγκάρδια και ειλικρινά δκς Σας. ΧΦΛ




…ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

 3[10]. [ΕΠΙΣΤΟΛΗ] ΣΤΟΝ ΡΑΪΝΧΑΡΝΤ ΚΛΑΪΝΕΡ*



[...] Όπως εικάζετε, είμαι αφοσιωμένος φίλος της κινηματογραφίας, αφού μπορώ να δω παραστάσεις όποτε θελήσω, ενώ η κακή μου υγεία σπάνια μου επιτρέπει να προμηθευτώ προκαταβολικά εισιτήρια του πραγματικού θεάτρου. Αξίζει κανείς να δει μερικές σύγχρονες ταινίες, αν και όταν τις πρωτογνώρισα, η μοναδική τους αξία ήταν να καταστρέφουν το χρόνο. Ο Τσάπλιν είναι απείρως διασκεδαστικός -υπερβολικά καλός για τα μάλλον χυδαία φιλμ στα οποία εμφανιζόταν- και ελπίζω ότι στο μέλλον θα γίνει υποστηρικτής της πιο εκλεπτυσμένης κωμωδίας. Είδα την ταινία Τρίλμπι, αλλά μου φάνηκε ατελής επειδή έχω παρακολουθήσει και το θεατρικό έργο και θεωρώ πραγματικά σημαντική τη βαθιά, πλούσια σε κολασμένους υπαινιγμούς φωνή του Σβενγκάλι. [...]



ΕΠΙΛΟΓΟΣ



     Σε αυτό το σημείο θα κλείσουμε το αφιέρωμά μας. Πολλά ακόμα αποσπάσματα θα μπορούσαν να έχουν θέση σε αυτό, όλα θα συνηγορούσαν στο άρρηκτο δεσμό του συγγραφέα και του ιδεολόγου που τις κοινωνικές φοβίες και ανησυχίες του, τις έκανε λογοτεχνία και μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογη και διαχρονικά επιδραστική. Ο υπαινιχτικός τρόμος και η κοσμική φρίκη του λαβκραφτιανού έργου δεν είναι βέβαια ένα πολιτικό μανιφέστο, εάν διαβαστεί έτσι το έργο του θα χαθεί μεγάλο μέρος της μαγείας του –και κανείς δεν το διαβάζει έτσι είναι η αλήθεια. Είναι όμως μια αλληγορία ενός μεταβατικού κόσμου, με πολλές αιχμές, κάπου έντονα αμφισβητήσιμες ή λανθασμένες και κάπου αλλού ιδιαίτερα επίκαιρες. Από την πλευρά μας ίσως να επανέλθουμε στο μέλλον με περισσότερα αποσπάσματα από τις Επιστολές του Λάβκραφτ και με δικά μας εκτενέστερα σχόλια, ελπίζουμε πριν ο μεγάλος Κθούλου κάνει την τελική του εμφάνιση.





*Reinhardt Kleiner, ποιητής 







Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ALI ASLANI










Όρκο πήρα φοβερό






Σαν το σκέφτηκα μια μέρα, όρκο πήρα φοβερό,
από δω και πέρα, είπα, θα ρουφάω μόνο νερό. Μια φορά γεννιέται ο άντρας και πεθαίνει μια φορά, κι αν τον όρκο μου αθετήσω να με πείτε μασκαρά!

Βγήκα για να περπατήσω πάνω – κάτω στα σκαλιά.
Φίλοι γύρω απ’ τα τραπέζια, τίγκα τα κρασοπουλειά…
στην υγειά μου στην υγειά σου, μια ρακί και δυο μεζέδες,
μερακλήδικες παρέες που τα πίνουν στους μπαξέδες.


Ναι άλλα εγώ είμαι άντρας, ορκισμένος σοβαρά,
κόβω πέρα και δεν μπαίνω, τύφλα να ‘χουν τα ποτά:
Πάει της θάλασσας η τρέλα, πάει του άλογου η σέλλα,
πιο πολύ όμως πάει του άντρα, να μη φέρεται σαν βδέλλα!


Συνεχίζω περπατάω, δεν ακούω, δεν απαντάω,
κι όλοι οι φίλοι με κοιτάνε απορούν, δεν αποράω.
Τον όρκο επαναλαμβάνω και τη μπέσα μου κρατάω,
πέφτει η νύχτα, σκοταδιάζει, κάθομαι και σταματάω.


Το σεργιάνι τελειώνει, και το στόμα μου σαλιώνει,
πάνω από τη γλώσσα απλώνει μια γλυκιά γεύση που λιώνει.


Η ναζιάρα η κανάτα, διάβολος να που να με πάρει!
σαν μια γκόμενα ναζιάρα που μου νεύει απ’ το πατάρι.
Μα εγώ δεν θ’ απαντήσω και τον όρκο θα τιμήσω,
δε θα μπω, δε θα τσιμπήσω, στρίβω δρόμο, κάνω πίσω.


Όμως, φέρθηκα σαν άντρας δυο – τρεις ώρες κι άλλο κάτι!
Το ‘φχαρστήθηκα να πούμε, μου ‘φυγε όλο το γινάτι,
και λέω κείνη τη στιγμή,
να τρατάρω εμέ τον ίδιο δυο - τρεις κούπες με ρακή.
Μπράβο μου, είπα! Μπαίνω μέσα και αρχίζω τους σακάδες,
στην πολύτιμη μου υγεία ήπια κάνα δυο οκάδες!


Απόδοση στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Σεπτέμβριος 2018





Αχρείων καιροί


Απ’ την Κορυτσά ως τη Σκόδρα βασιλεύει ένα σκοτάδι,
κι ένα τέρας γυροφέρνει μες τους κάμπους πρωί – βράδυ!
Γι’ αυτό φάτε, πιείτε, φάτε, φάτε, πιείτε, φάτε πάλι,
στη νυχτιά και στην αντάρα κάνει γλέντι το τσακάλι!


Φάτε, πιείτε και ληστέψτε, μην αφήνετε κενό,
πειναλέοι το μεσημέρι, ζάπλουτοι το δειλινό!
Φάτε, πιείτε και ληστέψτε, γεμίστε κασόνια, σκεύη,
σαν το πόπολο το δόλιο σας ακούει και σας πιστεύει!


Αυτό ζει την αφεντιά σας, ο ιδρώτας κι η δουλειά του
βούτυρο είναι στο ψωμί σας. Ζήτω ο τσάκαλος, με γεια του!
Δόξα το θεό, να λέτε, μια χαρά, καλοπερνάμε,
κι όταν σας παραπονιέται, - τι είναι τούτοι, ρε που πάμε;!


Φάτε, πιείτε και ληστέψτε, τον καιρό των τσακαλιών,
φάτε, πιείτε και ληστέψτε, ειν’ η ώρα των αισχρών.
Φάτε, πιείτε, μπήξτε, κλέψτε μονοπώλια, μετοχές,
εξοχότατε μου κύριε, είστε άνθρωπος μ’ αρχές!


Αν θες κάποια εκατομμύρια είναι θέμα υπογραφής
και το στήθος σου λαμπρύνει το «Μετάλλιο της Τιμής»!
Κι έντιμα το απαιτείτε (!) το φτωχό το έθνος πάντα,
άρχοντες να σας φωνάζει, κύριοι να ‘στε, με λεζάντα,


να σας λέει πατριώτες, παλικάρια, αγωνιστές,
κι ο Θεός, εάν υπάρχει, προστατεύει τους ληστές;!
Το Μετάλλιο της Τιμής που το πέτο σου ομορφαίνει,
ειν’ το ματωμένο σάλιο μιας πατρίδας που πεθαίνει,


κι η καρέκλα που ‘χεις κάτσει, πουλώντας τιμή κι αέρα,
είναι αγχόνη που κρεμιέται ο λαός νύχτα και μέρα!
Και η αφεντιά σου τώρα, κάπου λέει πως έχει φτάσει,
κι άμα δεις εμπρός σου άντρα αλυχτάς σαν το κουμάσι.


Και κουνιέσαι και λυγιέσαι, σε σαλόνια σήκω – πέσε,
ο οχτρός σου από τη μύτη σ’ έχει δέσει και τραβιέσαι.
Έκανες τον ξένο φίλο και γελάει, σε κοροϊδεύει,
σου ‘ταξε βαθμούς κι οφίκια, σε παιδεύει, σε δουλεύει!


Οι καιροί παν’ και γυρίζουν, θα ‘ρθει η μέρα κι ο τροχός,
θα πετάξει απ’ το καλάθι τη σαπίλα ευτυχώς!
Οι καιροί παν’ και γυρίζουν, θα ξυπνήσει κι ελπίδα,
στα μετώπια σας θα μείνει του προδότη η σφραγίδα!


Παρότι δεν ήταν βία, τι σας έπιασε μου λέτε,
πρώτοι απ’ όλους στον εχθρό, τρέξατε να πείτε: «Πέκε!*»
Και για μια παλιό καρέκλα σβάρνα και γονατισμένοι,
του φιλήσατε το πρέκι αχρείοι, μικροί, χαμένοι!


Μη να φάτε και να πιείτε, μα για πόστα, γράδα κι όταν…
Εδώ το χωριό καιγόταν… η πουτάνα χτενιζόταν!
Προπαντός κάτι κουτάβια, άκαρδα μαζί και δόλια,
πονηροί, αιμορουφήχτες και βρωμιάρικα διαβόλια!


Σας γνωρίσαμε κοπρίτες!... Που δε βάλατε τις μύτες:
στο καλό και στο κακό, με δοσίλογους, αλήτες!
Νταλαβέρια σε γραφεία, νταλαβέρια και παζάρια,
νταλαβέρια και με ξένα και με ντόπια παλικάρια;!


Και μόνο με νταλαβέρια, ενάντια σ’ αυτή τη χώρα,
που σας έδωσε το χέρι κι είστε αυτοί που λέτε τώρα:
Αν το έθνος πάει καλά, του τη βγαίνουμε στα πλάγια,
το κερί πλάθεται, ίσως, χελιδόνι ή κουκουβάγια…


κουκουβάγια που όλο νάζια, αύριο μ’ άλλο προσωπείο,
βάλε κάτω από το χέρι, δώσε ένα καπάρο θειο!
Και πιστεύετε ακόμη πως με τέτοια νταλαβέρια,
θα τρώτε τους λουκουμάδες, θα την βγάλετε ξεφτέρια…


Μα να, ο πέλεκυς θα πέσει στα κεφάλια σας μιαν ώρα,
οι καιροί είναι των αχρείων μα είναι η δικιά μας χώρα!
Κι εσείς σκλάβοι των χρημάτων, κάτω απ’ το ζυγό σαν βόδια,
τους εχθρούς μας προσκυνάτε και τους γλύφετε τα πόδια!


Τον εχθρό σαν κανείς φίλο μην το λες και εξυπνάδα,
φτάνει να ‘σαι μες τα λούσα, νέος αγάς για μια βδομάδα,
βυθιστήκατε στα πλούτη, στα παλάτια, στα τουλούμια,
κι οι αληθινοί οι άντρες ξεψυχούν μες τα μπουντρούμια!


Τον διαλύσατε τον τόπο σε τιμάρια και ιράτια*,
δήθεν φτιάχνετε τα φρύδια και του βγάζετε τα μάτια…
Στα δύο ζητάτε πέντε, γέμισ’ ο σάκος απίδια.
Να ζήσουν οι μπαταχτσήδες, οι τίμιοι, αϊ στα τσακίδια!


Όταν όμως σκοτεινιάζει φέρνει η μπόρα αστραπές
θα ξεσπάσουν με λαχταρά οι φουρτούνες κι οι βροντές,
κεραυνοί θα τα σκορπίσουν και τα λούσα και τα πλούτη,
και θα λέτε απορημένοι: - μάνα μου τι ήτανε τούτη;!


Μα δεν ξέρετε, τα κέρδη π’ αποκτήθηκαν με δόλο,
ανήκουν εδώ, στο έθνος, είναι για τον κόσμο όλο,
ειν’ τα δάκρυα, το αίμα κι εγώ σας το λέω και πάλι:
Βάλτε το καλά στο νου σας… το δίκιο συνθλίβει ατσάλι!


Απόδοση στην ελληνική
Αχιλλέας Γκάρος
Ιωάννινα, Σεπτέμβριος 2018


*πέκε – (τούρκικα) ορίστε.
*ιράτια – (τούρκικα) κτήματα.