Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΗΣ



ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Βιογραφικό
       Ο Βασίλης Μεσολογγίτης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1905, όπου ο πατέρας του, χιώτικης καταγωγής, δραστηριοποιούνταν στις επιχειρήσεις. Όταν τα σύννεφα πάνω από το μικρασιατικό μέτωπο άρχισαν να πυκνώνουν, η οικογένεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στα 1921, και ο νεαρός Βασίλης φοιτά στη Νομική, προκειμένου να αναλάβει τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Όμως, η κλίση του προς τη λογοτεχνία σύντομα θα τον κερδίσει, με αποτέλεσμα να βάλει στην άκρη για πάντα τα νομικά του βιβλία και να επιδοθεί στο μόνο επάγγελμα που ταίριαζε στον ατίθασο χαρακτήρα του («είμαι τύπος που δεν μπορώ να κλειστώ πουθενά», έλεγε πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του) και το συγγραφικό του ταλέντο: τη δημοσιογραφία. Από το 1926 μέχρι το 1932 θα εργαστεί στις εφημερίδες της εποχής Αστραπή, Χρονογράφος και Ελληνικόν Μέλλον, ενώ παράλληλα θα αρχίσει να δημοσιεύει και τα πρώτα λογοτεχνικά του κείμενα σε περιοδικά της εποχής, όπως ο Νουμάς ή οι Νέοι Άνθρωποι και πολλά άλλα. Όμως η μεγάλη στροφή στη ζωή του Β. Μεσολογγίτη θα γίνει στα 1932, όταν «σαλτάρει ξαφνικά στο παλκοσένικο», όπως σημειώνει στην ίδια συνέντευξή του. Και επρόκειτο κυριολεκτικά για «σάλτο», αφού το λογοτεχνικό του ταλέντο και ένα τυχαίο γεγονός ήταν αυτά που τον έσπρωξαν στο παλκοσένικο. Συγκεκριμένα, το 1932, ο Β. Μεσολογγίτης, δημοσιογράφος πλέον με γνωριμίες στην «πιάτσα» των ηθοποιών του μουσικού θεάτρου, δίνει κείμενά του στον πρωταγωνιστή και θιασάρχη Νίκο Μηλιάδη για τη σατιρική επιθεώρηση Η πεισματάρα (όπου έπαιζαν, μεταξύ άλλων, οι Κάκια Μένδρη και Καίτη Ντιριντάουα). Η αρρώστια ενός ηθοποιού υπήρξε γι αυτόν η απρόσμενη ευκαιρία για να ερμηνεύσει ο ίδιος στο σανίδι τα κείμενά του. Η εμπειρία αυτή θα αποβεί καθοριστική για τον Βασίλη Μεσολογγίτη. Θα εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία για χάρη του θεάτρου και το άστρο του θα αρχίσει να μεσουρανεί καθʼ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου στον χώρο της επιθεώρησης, του βαριετέ και του μουσικού θεάτρου. Στη διάρκεια της Κατοχής συνεχίζει τις εμφανίσεις του στην Αθήνα, αλλά και στην επαρχία, όπου συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς, μαζί με τους Καλή Καλό και Νίκο Φέρμα. Παράλληλα, δραστηριοποιείται στους κόλπους του ΕΑΜ και στη λειτουργία συσσιτίων για τους αναξιοπαθούντες ηθοποιούς. Τα Δεκεμβριανά τον βρίσκουν να δίνει παραστάσεις μαζί με την Κ. Ντιριντάουα σε ένα θεατράκι προς το Γαλάτσι, περιοχή όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Μολονότι μια δεξιά εφημερίδα της εποχής κατηγόρησε το θεατρικό αυτό ζευγάρι ότι... «επικεφαλής Αρμεναίων κατέλαβαν την Ασφάλεια» (!), θα συνεχίσει σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου τις εμφανίσεις του, έχοντας πλέον καθιερωθεί ως χαρακτηριστικός «τύπος» στο ελαφρύ θέατρο, όπως και αργότερα ως κωμικός, συμμετέχοντας σε (συγκριτικά λίγες) ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου την περίοδο 1957-1963. Όμως, πέρα από το «σαράκι» του ηθοποιού, τον Βασίλη Μεσολογγίτη έτρωγε από νωρίς και το «μικρόβιο» του συνδικαλισμού. Ήδη από το 1931 γίνεται μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1934 ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Αλλά το μετερίζι από το οποίο θα διαπρέψει θα είναι εκείνο του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Ήδη από τα 1947 εκτίθεται ως ανεξάρτητος υποψήφιος στις αρχαιρεσίες, αλλά στο Δ.Σ. θα εκλεγεί για πρώτη φορά το 1951. Το 1952 θα αναλάβει την προεδρία του ΣΕΗ, αντικαθιστώντας τον θανόντα Ευ. Μαγκλιβέρα, θέση στην οποία θα επανεκλέγεται διαρκώς για 15 συνεχή χρόνια, μέχρι την κατάργηση των εκλεγμένων διοικήσεων των σωματείων από τη δικτατορία. Κατά τη διάρκεια της θητείας του θα επιτύχει πολλές βελτιώσεις της επαγγελματικής θέσης των ηθοποιών, όπως η καθιέρωση Συλλογικής Σύμβασης, ο διαχωρισμός του Ταμείου Αλληλοβοήθειας από το Σωματείο, η ίδρυση του Οργανισμού Εταιρικών Θιάσων, αλλά θα βάλει μπροστά κι ένα μεγαλόπνοο σχέδιο για τη δημιουργία δημοτικών θεάτρων στην επαρχία, στο οποίο θα μπορούσε κανείς να ανιχνεύσει τα σπέρματα της ιδέας για την ίδρυση των σημερινών ΔΗΠΕΘΕ. Ως πρόεδρος του ΣΕΗ συμμετείχε επίσης στην Επιτροπή των 115 Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων και σε όλους τους αγώνες για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κατά τη δεκαετία του 1960. Μετά τη δικτατορία, έχοντας ήδη συνταξιοδοτηθεί, ο Β. Μεσολογγίτης, συνεχίζοντας το λογοτεχνικό του έργο, εκτέθηκε ως υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στις πρώτες δημοκρατικές εκλογές και ως υποψήφιος δήμαρχος Ν. Σμύρνης, επικεφαλής κοινού ψηφοδελτίου ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ, το 1975. Ο Βασίλης Μεσολογγίτης έφυγε από τη ζωή στις 30 Απριλίου 1988, σε ηλικία 82 ετών.

Κριτικό σημείωμα από τον Γιώργη Σαραντή 
        Ο Βασίλης Μεσολογγίτης είναι μια ιδιαίτερη ανθρώπινη περίπτωση. Η ζωή του είναι μια αδιάκοπη προσφορά και στον κοινωνικό και στον εκπολιτιστικό και στον πνευματικό χώρο.
       Ποιητής, πεζογράφος, ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας, συνδικαλιστής είναι ιδιότητες που δεν τις μετήλθε απλά ο Μεσολογγίτης αλλά κυριολεκτικά τις τίμησε.
      Σαν ποιητής εμφανίζεται με την πολυσυζητημένη πρωτοπορειακή συλλογή του "Ο κήπος με τα ηλιοτρόπια". Σαν πεζογράφος με τον θρυλικό "Ακούμα". Σαν ηθοποιός κατακτά -εξ εφόδου-μια κορυφαία θέση στην Επιθεώρηση. Σαν θεατρικός συγγραφέας είναι ο πρώτος που απαγορεύεται από τη Χούντα. Σαν πρόεδρος του ΣΕΗ αφήνει ένα αδιαφιλονίκητο προηγούμενο.
       Αν η ποίηση είναι μια επαύξηση της ζωής, μια συνειδητοποίηση, μια οργάνωση του χάους των ανθρώπινων συναισθημάτων και εμπειριών σε αισθητικές ενότητες η ποίηση του Μεσολογγίτη επαληθεύει αυτή την αντίληψη.
       Μέσα στους στίχους του μεταφέρονται-σχεδόν ατόφια-τα γεγονότα και τα πρόσωπα της κοινωνικής ζωής. Χωρίς επίμονη αφαιρετική διαδικασία, αλλά με μια υπέρμετρη εμπιστοσύνη στην έμπνευση και τη στιγμιαία συναισθηματική παρόρμηση.
       Αυτή η ποίηση έχει ένα ηθικό φορτίο. Χώρος της είναι όπου πραγματοποιείται η ανθρώπινη αντίσταση. Το κέντρο των σεισμών και των ζυμώσεων του καιρού. Εκφράζει την ανταρσία και την ανυποταγή, με εναλλασσόμενους οπτιμιστικούς και πεσιμιστικούς τόνους. Και πρέπει να υπολογίζεται όχι μόνο σαν πνευματική προσφορά, αλλά και σαν μαρτυρία της σύγχρονης ζωής.

                                                                                                                       ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΑΡΑΝΤΗΣ 

Παρακάτω παραθέτουμε αποσπάσματα από την ποιητική σύνθεση του Βασίλη Μεσολογγίτη: "Στο ίδιο αμόνι":


Το πράσινο χόρτο που πατούσαμε 
κοκκίνησε. 
Τόνους αιμάτινη βαφή 
έριξε η βία πάνω του. 
Η μάνα αγκαλιάζει το σταυρό 
του σκοτωμένου παιδιού της. 
Η σφαίρα που το χτύπησε 
έχει παγκόσμια ταυτότητα. 
Το παιδί αυτό το ανταμώσαμε στρατιώτη στο Βιετνάμ, 
στην Καμπότζη, στην Κύπρο, στο Λίβανο. 
Νεκρό παντού 
κι η ίδια μάνα να το κλαίει. 



Χτυπήσανε την πόρτα μας. 
Την ανοίξαμε για φιλοξενία. 
Έτσι κάναμε πάντα για τους ανθρώπους. 
Αντί για φως 
μπήκε σκοτάδι. 
Μας στήσανε στον τοίχο 
και μας τουφέκισαν. 
Ύστερα φύγανε ικανοποιημένοι. 
Μείνανε τα πτώματά μας 
σκόρπια στην αυλή. 
Δεν σκεφτήκανε όμως 
πως κάποτε τα πτώματα αυτά 
θα γίνουν γραφή, 
θα γίνουν ιστορία. 


Θα την προλάβουμε την άνοιξη 
ή πρέπει να βιαστεί ναρθεί; 
Το σύννεφο που κατεβαίνει είναι εχθρός. 
Λαχταρούμε να φορέσουμε σκουφί ήλιου 
μα δεν μας αφήνουν να περιμένουμε. 
Ο περίπατος με γαρύφαλλο στο χέρι 
θα ήταν ανακούφιση. 
Όπου νάναι θα βρέξει 
και τις ομπρέλες μας τις έσκισε ο σορόκος. 
Την ανατολή την κάνανε φυλακή. 
Μας αφήσανε τις νύχτες. 
Η συντροφιά του φεγγαριού μας μελαγχολεί. 
Σουρνώμαστε σ' ένα πεπρωμένο 
που μισούμε. 
Θέλουμε να ξεφύγουμε από το εφιαλτικό αυτό στρατόπεδο. 
Άχρηστα υλικά από κατεδαφισμένες ελπίδες 
μας φράζουν το δρόμο. 
Κι είναι ακόμα Γενάρης. 



Εμείς που σχεδιάσαμε παρθενώνες 
και δεν μας δώσατε γη να τους στήσουμε. 
Εμείς που πιάσαμε τις στιγμές 
και τις κάναμε αιώνες. 
Εμείς που αδελφώσαμε τα περιστέρια 
με τα γαρύφαλλα 
και πλύναμε το πουκάμισό μας στο γαλάζιο ποτάμι 
της ελπίδας. 
Εμείς που κατεβάσαμε τον ήλιο και τον κάναμε πανωφόρι των φτωχών 
κι ανοίξαμε μονοπάτια 
για τους χαμένους στρατοκόπους. 
Εμείς που τραγουδάμε την ειρήνη 
και τις νύχτες ονειρευόμαστε την ευτυχία των ανθρώπων. 
Εμείς που τις ερημιές τις κάναμε πολιτείες 
και μας τις αρπάξατε και τις δώσατε στα θεριά 
να τις φυλάνε. Από ποιους; 
Από μας; Που κάναμε το δάκρυ Αυγουστιάτικο 
ηλιοβασίλεμα και γλυκό χαμόγελο αγγέλου, 
την ώρα που του χαϊδεύει το κεφάλι ο Θεός; 
Από μας που τη βροχή την κάναμε 
αγιασμό για τα χωράφια μας, 
τον αγέρα χορό 
και τις φουρτούνες 
ζεστό κόρφο; 
Από μας; 
Ποιος θα φυλάξει τις πολιτείες 
από σας; 
Ποιος; 



Έχει ο καθένας μας ένα αστροπελέκι κουράγιου 
στην καρδιά 
και τη βεβαιότητα γι' αντρίκιο πεθαμό. 
Η νύχτα τέλειωσε για μας. 
Έχουμε τη φέτα του ήλιου 
και θα τη μοιραστούμε συντροφικά. 





Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

       



        Στις 4/12/2016 με το ξεκίνημα του χειμώνα, ανάψαμε το τζάκι της ποίησης στον Επικοινωνία 94 FM. Παρακάτω, παραθέτουμε τα ποιήματα, που ακούστηκαν στην εκπομπή "Χειμωνιάτικη ποίηση στην εποχή της εκποίησης". Καλή ανάγνωση: 



Αγάπη


Ας μη γυρίζει ο λογισμός στα χρόνια εκείνα πίσω,

κάλιο μια τέτοια θύμηση για πάντα να χαθεί.

Ποιός ξέρει, τώρα θάτανε γραφτό να σ’αγαπήσω,

και τόσο που καμιά ποτέ δεν έχει αγαπηθεί.


Κι άν έφυγεν η νιότη σου, που θλίβεσαι για δαύτη,

ως για πουλί που πέταξε μ’άλλα μαζί πουλιά,

περσότερο από μι’άνοιξη τον έρωτα μου ανάφτει

του χινοπώρου τάγγιγμα στα ωραία σου μαλλιά.


Κι ακόμη φτάνω ν’αγαπώ σ’εσέ μιάν άλλη εικόνα,

τορκίζομαι στα μάτια σου που τόσο λαχταρώ,

τον ήρεμο κι ανέφελο και το γλυκό χειμώνα,

που στο χλωμό σου πρόσωπο μια μέρα θα θωρώ.


Και μάθε το, τις μελιχρές λαμπράδες του Δεκέμβρη,

και τις φεγγαροσκέπαστες του Γενναριού ομορφιές,

μήτε στις τρέλλες του Απριλιού κανένας θα τις εύρει

και μήτε στις μονότονες του Μάη καλοκαιριές.


Μιλτιάδης Μαλακάσης 



"χαρούμενα χριστούγεννα", μας είπε ο παντοπώλης.
"Ήρθανε τα χαρούμενα χριστούγεννα των ποιητών.
Κανείς δε θα 'ναι πλέον δυσσαρεστημένος. 
Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι, ποιος να το πίστευε,
όλοι από δω και πέρα θα χαμογελούσαμε.


Βγήκαμε έξω πρόθυμοι, κάναμε τα θελήματα
προσφέραμε τη θέση μας στα λεωφορεία, στα τρένα
διαλαλώντας, σωστοί άγγελοι,
τα καλά νέα:
έφθασαν, έφθασαν τα φωτεινά χριστούγεννα,
οι μέρες της λαμπρής χαράς!

Το βράδυ, καταφτάσανε
οι μάγοι με τα δώρα:
μία διπλή κουβέρτα, δυο χαρτόκουτα
και ένα πρόχειρο μαγκάλι.

Έλενα Πολυγένη 



Βροχή δωματίου

Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, 
κρυώνω. 
Ήτανε, πράγματι, χειμώνας. Το τζάμι τη λυπήθηκε, 
της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο. 
Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, που ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τί ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου;
Είναι βροχή δωματίου...

Αργύρης Χιόνης



  Δεκέμβρης

 Δεκέμβρης, συννεφιά κι αιθαλομίχλη
 ψάχνω αιτίες που τα μάτια μου θαμπώνουν
 το κρύο σαν μανδύας με τυλίγει
 όνειρα μαύρα κάθε βράδυ με κυκλώνουν.

 Κλείνω τα μάτια, μη φανεί που κλαίω
χιλιάδες μάτια με τρυπούν σαν με κοιτάνε
νύχτες λευκές με στήσουνε στον τοίχο
δύσκολες μνήμες επικίνδυνα ρωτάνε.

Ζαλίζομαι, παραπατώ και πέφτω
μέσα στου λήθαργου το μαύρο το μπουντρούμι
σαν πειρατής σε μπάρκο που βουλιάζει
πνίγω την έλλειψη σ’ ένα μπουκάλι ρούμι.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος




Ζεϊμπέκικο

στην Ιωάννα Γεωργακοπούλου (1920 – 2007)

Οι Κυριακές του χειμώνα θυμίζουν μοναξιά
πρόσωπα σκυθρωπά με τα χέρια στις τσέπες
να κλαίνε, να οργίζονται, που δίνουν τη ζωή τους
για την δημοκρατία, την αγάπη, τον έρωτα
καλή αντάμωση στα γουναράδικα, αναφωνούν
και πιάνουν το τραγούδι, βρέχει
Γράμμος, Βίτσι, Αθήνα κι ένας Δεκέμβρης τραγικός
συνοδεύουν την πορεία τους στη μάχη
κουράγιο, ψυχή βαθειά
κι εγώ αναρωτιέμαι τι μ’ έπιασε βραδιάτικα
έξω Αύγουστος, ζέστη, το σώμα σου γυμνό
παγωτό κεράσι, μουσική στο ραδιόφωνο, μελαγχολία
το ζεϊμπέκικο χορεύεται από αριστερά, είπες.

Ειρηναίος Μαράκης 



Ρόδου μοσκοβόλημα

Eφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Mα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Mαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μού δάκρισαν τα μάτια.

Κωστής Παλαμάς 



Στη νύχτα που έρχεται...

Ξεκινάμε ανάλαφροι καθώς η γύρη
που ταξιδεύει στον άνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στο χώμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιά
γινόμαστε δέντρα που διψούν ουρανό
κι όλο αρπαζόμαστε με δύναμη απ’ τη γη
Μας βρίσκουν τ’ ατέλειωτα καλοκαίρια
τα μεγάλα κάματα.
Οι άνεμοι, τα νερά
παίρνουν τα φύλλα μας.
Αργότερα
πλακώνουν οι βαριές συννεφιές
μας τυραννούν οι χειμώνες κι οι καταιγίδες
Μα πάντα αντιστεκόμαστε,
ορθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε με νέο φύλλωμα
Ωσότου, φτάνει ένας άνεμος παράξενος
-κανείς δε ξέρει πότε κι από που ξεκινά-
μας ρίχνει κάτω
μ’ όλες μας τις ρίζες στον αέρα.
Για λίγο ακόμα μες στη φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-να πει μία τρίλια του στη νύχτα που έρχεται-
ένα πουλί.

Μελισσάνθη 



Της αγάπης

Να ‘ξερες πως λαχτάριζα τον ερχομό σου, Αγάπη
που ίσαμε τα σήμερα δε σ’ έχω νιώσει ακόμα,
μα που ένστικτα το είναι μου σ’ αναζητούσεν, όπως
τη γόνιμη άξαφνη βροχή το στεγνωμένο χώμα!

Πόσες φορές αλίμονο! δε γιόρτασα, θαρρώντας
πως επιτέλους έφτασες, Εσύ πού ‘χες αργήσει:
Σα μυγδαλιά, που ηλιόλουστες ημέρες του χειμώνα
τη ξεγελάνε, βιάζονταν κι εμέ η ψυχή ν’ ανθίσει.

Μα δεν ερχόσουνα ποτές και μέρα με τη μέρα,
τ’ άνθια σωριάζονταν στη γης από τον κρύο αγέρα
κι είναι η ψυχή μου πιο γυμνή παρά προτού ν’ ανθίσει

και σήμερα, που η Νιότη μου γέρνει αργά στη δύση, 
του ερχομού σου σβήνεται κι η τελευταία ελπίδα:
-Φοβάμαι πως επέρασες, Αγάπη και δεν σ’ είδα!...

Κώστας Ουράνης 




τι ήθελε να πει εκείνο το πουλί
που χτυπούσε το τζάμι μες στο χειμώνα
κανείς δεν έμαθε
το κοιτούσαμε όλοι
ν' ανοιγοκλείνει το στόμα
να χτυπιέται - χτυπάει τα φτεράκια του
όλο χρώματα
όταν τα έκλεινε φαίνονταν σκούρα
κι όλοι χαιρόμασταν
που εκείνο το μικρό πουλί
ήρθε παρέα μας χειμώνα καιρό

ύστερα το ξεχάσαμε
με το ζεστό το κρασί και τα γέλια
μόνο πού και πού
κάποιος γυρνούσε κι έλεγε
"κοιτάχτε είναι ακόμα εκεί" και
"πόσο μας αγάπησε δε φεύγει"
πέσαμε για ύπνο
ονειρευτήκαμε πουλιά
τι ωραία

την άλλη μέρα το πουλάκι
βρέθηκε ψόφιο
κάτω από το παράθυρο
πάνω στο χιόνι που σκέπαζε το χώμα
το πετάξαμε μη λυπηθούν τα παιδιά
ήταν μια όμορφη
καινούρια μέρα


Κατερίνα Ζησάκη




      Χειμερινό τοπίο
                   
Σφυρίζει ο άνεμος – αγρίεψε ο καιρός,
λυσσά η βροχή, το τζάμι μαστιγώνει…
Σε μια γωνιά απόμεινα σκυφτός
και την καρδιά μου ο φόβος την παγώνει.

 Δε με φοβίζει η αγριάδα του καιρού,  
ούτε το σφύριγμα του ανέμου, που σαρώνει…
Εικόνα κλείνω μέσα μου τοπίου παγερού,
που ρίζωσε και πια δεν ξαστερώνει.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος 





Χειμώνας 1942

Ξημέρωσεν o δείχτης πάλι Κυριακή.

Εφτά μέρες
η μία πάνω απ’ την άλλη
δεμένες
ολόιδιες
σα χάντρες κατάμαυρες
κομπολογιών του Σεμιναρίου.

Μία, τέσσερις, πενηνταδυό.
Έξι μέρες όλες για μία
έξι μέρες αναμονή
έξι μέρες σκέψη
για μία μέρα
μόνο για μία μέρα
μόνο για μίαν ώρα
απόγευμα κι ήλιος.

Ώρες
ταυτισμένες
χωρίς συνείδηση
προσπαθώντας μία λάμψη
σε φόντο σελίδων
με πένθιμο χρώμα.

Μια μέρα αμφίβολης χαράς
ίσως μόνο μίαν ώρα
λίγες στιγμές
το βράδυ αρχίζει πάλι η αναμονή
πάλι μίαν εβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό.

Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί.
ένα κίτρινο χιονόνερο.

Μανόλης Αναγνωστάκης






 
Χειμώνας

Νάτος και πάλι που έφτασεν ο θλιβερός χειμώνας,
μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι...
Χλώμιασ' η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας.
Ώρες θα στέκω ν' αγρικώ το μανιασμένο αγέρι.

Απόψε, όσοι μου πέθαναν, ξανά θε να πεθάνουν, 
τη συνοδεία τη νεκρική θ' ακολουθήσω πάλι 
κι όταν ακόμη μια φορά κάτω απ' τη γη τους βάνουν, 
θα κρύψω μες στα χέρια μου τ' αλλόφρονο κεφάλι. 

Ω! Πόσο μόνη θα αιστανθώ στην άδεια κάμαρά μου, 
όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π' αγάπησα, μ' αφήσει... 
Με τι λαχτάρα θα το Ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου, 
σα θα 'ρτει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει! 


Μυρτιώτισσα






Χειμωνιάτικα δέντρα

Tα σκοτεινά φυλλώματα στα πεύκα αργοσαλεύουν,
σα ρασοφόροι στο βουνό που μάχονται ν' ανέβουν,
κι ο θλιβερός τους ο ψαλμός στ' άδεια βογγάει λαγκάδια
σα μουσικός αντίλαλος από βαθιά πηγάδια.

Mαζί τους κάτι ολόγυμνα κλαριά δεν αποσταίνουν
τρελλά μια χειμωνιάτικη καμπάνα να σημαίνουν,
όπου τα γέρνει ο άνεμος γέρνουν, σημαίνουν, δίχως
απ' το βουβό τους σήμαντρο ποτέ να βγαίνει ο ήχος.

Kαι στον καθρέφτη του νερού, που σαν την καταχνιά,
κάποτε -τ' ανοιξιάτικο το λέει το παραμύθι-
τον κήπο της Nεράιδας εστρώναν τα κλωνιά
τίποτε τώρα στα θολά δεν απομένει βύθη.

Σε ραγισμένους γύρω αυλούς οι καλαμιές φυσούνε
τα νυφικά μαλλάκια τους μαδούν μαδούν οι ιτιές,
τον κήπο της Nεράιδας σβημένο νοσταλγούνε
και κλαιν τις ανοιξιάτικες εφήμερες σκιές,

Ω! κι όλο σκύβουν στα νεκρά νερά τα βουρκωμένα,
ω! κι όλο σειούνται κι έχουνε μες στον πικρό βοριά
τα ίδια τα κινήματα, τ' αργά κι απελπισμένα,
που 'χομε μες στη λύπη μας κι εμείς την πιο βαριά.

Λάμπρος Πορφύρας



Χειμωνιάτικα πρωινά

Χειμωνιάτικα πρωινά
με αγάπες  και όρκους
να κοιτάς τα ξύλα στη φωτιά να κροταλίζουν

χειμωνιάτικα πρωινα
κι εσυ σε διαδήλωση με ενα καροτσίδιο
να φωνάζεις για μια επανάσταση που σου ζεσταίνει την καρδιά

χειμωνιάτικα πρωινά
και τα πουλιά κελαηδούν ακόμη
τα παιδιά φορουν τα παλτά
η μάνα τρέχει ξωπίσω τους
να προσέχεις Λευτέρη
είναι βαρύς ο χειμώνας
στα ελεύθερα βουνά.


Εύα Πετροπούλου-Λιανού 



  Χιόνι

Τί καλά που ’ναι στο σπίτι μας


τώρα που όξω πέφτει χιόνι!

Το μπερντέ παραμερίζοντας,

τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι

να σκεπάζει όλα τα πράματα:

δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.

Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστηση

μαζεμένη τόση ασπρίλα!



Όμως κάτου, τουρτουρίζοντας

το κορίτσι εκείνο τρέχει.

Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας.

Ψωμί λέγει πως δεν έχει,

πως κρυώνει, πως επάγωσε…

«Έλα μέσα, κοριτσάκι.

Το τραπέζι μας εστρώθηκε

κι αναμμένο είναι το τζάκι.»
 


 Κώστας Καρυωτάκης