Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

ΜΕΡΙΚΕΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΠΟΙΗΣΗΣ








Γράφει ο Νίκος Σουβατζής: 





      Η ποίηση είναι μια πυκνή μορφή λόγου. Ένα ποίημα που διαβάζεται σε λίγα λεπτά μπορεί να κρύβει κοπιαστική δουλειά ωρών, ενώ αν συνυπολογίσουμε και την έμπνευση, τότε μιλάμε για δουλειά πολλών ημερών ακόμα και εβδομάδων. Μπορεί να φαίνεται εύκολο να γράψει κάποιος ποίηση, σίγουρα όμως δεν είναι. Κατά την άποψή μου πρέπει να πληρούνται κάποιες βασικές προϋποθέσεις.
       Προϋπόθεση πρώτη είναι ο γράφων ή η γράφουσα να χειρίζεται άψογα τον λόγο. Η γλώσσα είναι το εργαλείο της δουλειάς των ποιητών. Αυτό το εργαλείο πρέπει να το χειρίζονται άριστα. Να γνωρίζουν τους γραμματικούς, συντακτικούς και ορθογραφικούς κανόνες, τους κανόνες στίξης και να έχουν μια μεγάλη ευχέρεια στο να διατυπώνουν τις σκέψεις τους γραπτά. Ένα ποίημα πριν δοθεί για ανάγνωση ή δημοσίευση πρέπει να είναι καλογραμμένο και φροντισμένο. Η άποψη ότι πρέπει να γράφουμε ένα ποίημα όπως μας έρχεται και δεν πρέπει να το διορθώνουμε γιατί το αλλοιώνουμε, στην πραγματικότητα κρύβει άγνοια. Η έμπνευση και το αυθόρμητο δεν μπορούν να είναι άλλοθι για την προχειρότητα.
       Προϋπόθεση δεύτερη για να γραφτεί ποίηση, είναι ο άνθρωπος που θα το επιχειρήσει να γνωρίζει και να αγαπάει το αντικείμενο. Να έχει διαβάσει πολλή ποίηση, να γνωρίζει τους κανόνες της, για παράδειγμα σε ποιο σημείο πρέπει να διακόψει έναν στίχο, να γνωρίζει διάφορα ρεύματα, γενιές και σχολές ποίησης. Άνθρωποι που χαρακτηρίζουν την ποίηση σε ελεύθερο στίχο «μοντέρνα» και την απαξιώνουν, όταν αυτό το είδος ποίησης έχει έναν αιώνα ιστορίας και η συντριπτική πλειοψηφία της μεταπολεμικής ποίησης είναι χωρίς ομοιοκαταληξία, έχουν πλήρη άγνοια για το τι εστί ποίηση και έχουν μείνει στα ποιήματα που άκουγαν στις σχολικές γιορτές. Είναι σαν κάποιος να επιχειρήσει να σκηνοθετήσει μια ταινία και οι γνώσεις του να περιορίζονται στον βωβό κινηματογράφο. Αυτά ως προς τη γνώση. Σε σχέση με την αγάπη που πρέπει να έχουν οι ποιητές για την ποίηση ας αναλογιστούμε τι ποίηση θα μπορούσε να γράψει κάποιος που αποφάσισε να ασχοληθεί μ' αυτή απλώς και μόνο επειδή έχει ελεύθερο χρόνο και δεν ξέρει πώς να τον γεμίσει ή επειδή έτυχε να διαβάσει κάπου ένα ποίημα και σκέφτηκε ότι είναι κάτι που μπορεί να κάνει και ο ίδιος. Κακά τα ψέματα. Όταν δεν αγαπάς κάτι και το κάνεις για να περάσει η ώρα δεν θα γίνεις ποτέ καλός σ' αυτό. Εδώ θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά σε απόψεις του τύπου: «Είμαστε όλοι ποιητές». Ναι μεν η ποίηση δεν πρέπει να απευθύνεται σε μια κλειστή ελίτ, η συγγραφή ποίησης όμως είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει απ' τον καθένα. Ούτε θέλουν, ούτε μπορούν όλοι να γράψουν ποίηση όπως αντίστοιχα δεν μπορούν όλοι να παίξουν μουσική ή να ζωγραφίσουν. Τέτοιες απόψεις είναι ισοπεδωτικές και απαξιώνουν την ποίηση παρουσιάζοντάς την σαν κάτι που μπορεί να γίνει χωρίς κόπο, ενώ όσοι ασπάζονται τέτοιες απόψεις δεν μπορούν να τις τεκμηριώσουν. Τις αναφέρουν σαν αυταπόδεικτο αξίωμα με το οποίο όλοι πρέπει να συμφωνήσουμε. Όχι λοιπόν, ευτυχώς ή δυστυχώς δεν είμαστε όλοι ποιητές. Μάλλον ευτυχώς γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν βαρετό.
       Προϋπόθεση τρίτη για τη συγγραφή ποίησης είναι αυτός ή αυτή που γράφει να έχει έφεση, δεν θα έλεγα ταλέντο γιατί δεν μου αρέσει αυτή η λέξη, στην ποίηση. Καλό είναι να έχουμε αυτογνωσία. Αν δεν ξέρουμε πώς να σταθούμε σε μια θεατρική σκηνή σίγουρα δεν έχουμε κλίση στην υποκριτική. Αν όμως πιστεύουμε ότι έχουμε έφεση στην ποίηση επειδή αυτά που γράφουμε μας αρέσουν, πώς μπορούμε να διαπιστώσουμε αν είναι όντως έτσι; Η γνώμη συγγενών και φίλων περιέχει θετική προκατάληψη, οπότε δεν μας βοηθάει και πολύ. Όπως επίσης δεν μας βοηθάει και ένα θετικό σχόλιο που θα κάνει κάποιος από ευγένεια. Ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε αν τα γραπτά μας έχουν κάποια λογοτεχνική αξία, είναι να στείλουμε δείγμα της δουλειάς μας σε καλά λογοτεχνικά περιοδικά που επιλέγουν την ύλη που θα δημοσιεύσουν με σοβαρά κριτήρια και να πάρουμε μέρος σε διαγωνισμούς στην κριτική επιτροπή των οποίων συμμετέχουν καταξιωμένοι ποιητές, κριτικοί και καθηγητές λογοτεχνίας. Καλό είναι να επιλέξουμε περιοδικά και διαγωνισμούς που συμβαδίζουν με το ύφος της γραφής μας. Αν έχουμε στείλει, για παράδειγμα, ποιήματά μας σε δέκα λογοτεχνικά περιοδικά και κανείς δεν τα έχει αξιολογήσει θετικά, τότε σημαίνει ότι κάτι κάνουμε λάθος και αυτά που γράφουμε δεν είται τόσο καλά όσο νομίζαμε. Το να έχουν όλοι άδικο και εμείς δίκιο είναι δύσκολο. Η απόρριψη πρέπει να μας κάνει να προσπαθήσουμε περισσότερο. Όταν δε αυτή συνοδεύεται από τεκμηριωμένη κριτική, πρέπει να τη λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψιν μας ώστε να βελτιωθούμε.
       Προϋπόθεση τέταρτη για να γράψει κάποιος ποίηση είναι η ευαισθησία. Η ποίηση εκφράζει συναισθήματα. Όποιος δεν μπορεί να νιώσει δεν μπορεί και να γράψει. Αυτά που γράφει θα είναι άψυχα και δεν θα συγκινούν κανένα. Η ευαισθησία θα πρέπει να συνοδεύεται από σοβαρότητα και σεβασμό στους αναγνώστες. Η ποίηση είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ακόμα και η σατιρική ποίηση έχει κάποιους κανόνες και αξιολογείται με βάση κάποια κριτήρια. Επίσης όταν θέλουμε οι αναγνώστες να σέβονται τη δουλειά μας πρέπει κι εμείς να τους σεβόμαστε. Η οργή δεν πρέπει να γίνεται πρόσχημα για τη χυδαιότητα.
       Πέμπτη και τελευταία προϋπόθεση για τη συγγραφή ποίησης είναι η έμπνευση. Ένα ποίημα πρέπει να βγαίνει απ' την ψυχή μας και να μη γράφεται μηχανικά. Έχω διαβάσει ποιήματα που ενώ με εκφράζουν πολιτικά, δεν μου προκαλούν κανένα συναίσθημα γιατί είναι ανέμπνευστα. Είναι σαν να έχει πάρει κάποιος όλα τα συνθήματα μιας διαδήλωσης και να τα έχει βάλει στη σειρά, χωρίς καμία επεξεργασία. Η έμπνευση δεν έρχεται κατά παραγγελία. Μπορεί να θέλουμε να γράψουμε για ένα γεγονός που μας συγκινεί ή για να τιμήσουμε τη μνήμη κάποιων ανθρώπων. Όσο και να το θέλουμε η έμπνευση μπορεί να μην έρθει ποτέ και να γράψουμε κάτι διεκπαιρεωτικά. Κάτι που θα είναι γεμάτο κοινοτοπίες και θα ξεχαστεί την επόμενη στιγμή.
       Τα παραπάνω δεν αποτελούν κανόνες, ούτε συμβουλές ή οδηγίες. Είναι προσωπικές απόψεις. Επί τη ευκαιρία θα ήθελα να ξεκαθαρίσω μια παρεξήγηση: Το ότι μια άποψη είναι προσωπική δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι τεκμηριωμένη.    









Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ-ΔΥΟ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΣΕ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ "ΚΕΔΡΟΣ"








       Τον Δεκέμβρη του 1971, από τις εκδόσεις "Κέδρος" κυκλοφόρησε μια ποιητική ανθολογία με τίτλο "Η Νέα γενιά" από τους Στέφανο Μπεκατώρο και Αλέκο Φλωράκη.  Οι ποιητές που συμπεριλαμβάνονται στην ανθολογία ανήκουν στην γενιά του '70 γνωστή και ως "Γενιά της αμφισβήτησης". 
       Οι γνωστοί ηθοποιοί Χρήστος Βαλαβανίδης και Δημήτρης Ποταμίτης συμμετέχουν με αρκετά ποιήματά τους στην συγκεκριμένη ανθολογία. Κανένας από τους δύο ηθοποιούς δεν συνέχισε στο χώρο της ποίησης καθώς και τους δυο τους κέρδισε η ηθοποιία, όμως, αξίζει να δούμε κάποια ποιήματα, που δείχνουν το ταλέντο τους.
        Ειδικότερα ο Χρήστος Βαλαβανίδης εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή το 1974 με τον τίτλο: "Εικοσιοκτώ ποιήματα" από τις "Εκδόσεις των Φίλων". Το 2007 εξέδωσε μια ακόμα ποιητική συλλογή με τίτλο "Ανοιχτή ακρόαση" από τις εκδόσεις "Καστανιώτης". Στη Βικιπαίδεια αναφέρονται τρεις ποιητικές συλλογές του Χρήστου Βαλαβανίδη, χωρίς να αναφέρονται οι τίτλοι ή άλλα στοιχεία. 
       Σκοπός μας δεν είναι να αντιγράψουμε όλη την ανθολογία γι' αυτό δεν παραθέτουμε όλα τα ποιήματα του Βαλαβανίδη και του Ποταμίτη, που περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη έκδοση, παρά μόνο κάποιες επιλογές.  

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΒΑΝΙΔΗΣ: 

Η ζωή μου 
της έλεγε  
μοιάζει με το κάστρο - 
πότε το κυριεύουν 
πότε το κατοικούν 
πότε το συνηθίζουν. 

Ποίημα της πέτρινης εποχής 

Όταν έλιωσαν οι πάγοι 
οι γυναίκες μείναν στις σπηλιές. 
Φτιάξαμε τόξα και κοντάρια 
βγήκαμε στο κυνήγι. 
Το δέρμα μας είναι άσπρο 
τα μάτια μας πράσινα η γαλάζια 
στη γη φυτρώνουνε λουλούδια 
σπάει σε χίλια χρώματα ο ήλιος 
σαν πέφτει πάνω στα στολίδια που φοράμε 
χαιρόμαστε τον έρωτα με άγνωστους ανθρώπους. 
Μονάχα ο ρυθμικός αντίλαλος κάποιου τυμπάνου 
γεμίζει την καρδιά μας τρόμο κι αγωνία. 

Πρέπει να φτιάξουμε όπλα πιο σκληρά. 


Από τις "τρεις φωτογραφίες" 

                   β'

Γυμνό τ' ακρωτήρι 
άδειο το σκοινί 
η θάλασσα ήρεμη 
κι αυτός περιμένει την άνοιξη 
άσπρο το μανταλάκι απ' τον ήλιο 
κοιτάζοντας τον ουρανό 
κομμένον στα δύο: 
πάνω 
               η σιωπή 
και κάτω 
             το μεράκι της θάλασσας. 


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ: 


Η σιωπή 

Τώρα 
όλοι 
πανηγυρίζουν 
που είναι 
μόνοι 
χαράζουνε 
στην πέτρα 
τη σιωπή τους 
σπάζουν 
την πέτρα 
για να βρουν 
τη ρίζα τους 
γυρεύουν 
λίγη ρίζα 
λεμονιάς 
για να μιλήσουν 


Αιτιάσεις θεατρίνου 

                               η κωμωδία 

Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να κάνω τη ζωή να μου χαμογελάσει 
μόνη της δε θα το 'κανε ποτέ 
δεν ανήκω στον κύκλο των ευνοουμένων της 
                     
                                 η τραγωδία           
  
Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να βρω τ' αγαπημένο Πλάσμα 
που από παιδί ζητούσα μέσα μου 
και να το ζωντανέψω 
πλάθοντας απ' την αρχή ένα κόσμο 
πιο άτρωτο απ' τα ερείπια της Σαλαμίνας

                                   Το όνειρο 

Κι αν έγινα Παλιάτσος 
ήταν για να βρω μιαν άλλη ζωή 
μιαν άλλη μυθολογία 
ένα προσωπείο πιο ανθρώπινο από κείνο των αγαλμάτων 
ένα ρυθμό πιο μουσικό στον τρόπο να κινδυνεύω 



Η πόλη 

Αυτές είναι 
οι ηλεκτρικές στήλες του Ολυμπίου Διός 
που να τη βρεις τη ζωή σου 
σε τούτη την πόλη 
με τα λευκά χείλη της ειρωνείας 
με το πρώιμο χρώμα στα μάτια των παιδιών 
που να τη βρεις 
ανάμεσα στα φώτα τα λεωφορεία και τα μετρό 
να ανακαλύψεις κανένα αγαπημένο πρόσωπο 
κανένα πρόσωπο δικό σου 
που να τη βρεις 
τώρα που τα καφενεία έγιναν 
ο πιο ανώδυνος τόπος αυτοκτονίας; 






Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ





Γράφει και επιμελείται ο Ειρηναίος Μαράκης
 


       Δέκα μόλις χρόνια χρειάστηκαν για να αφήσει ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης το προσωπικό
του αποτύπωμα στην ελληνική ποίηση και στις νεότερες γενιές των φίλων της ποίησης, κόντρα
σε κάθε αντιξοότητα ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι το έργο του, δεν γνώρισε άμεση
ανταπόκριση. Πολυπράγμονας, από νεανική ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της
φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες. Σπούδασε νομικά στα
πανεπιστήμια της Μπολώνια και της Ματσεράτα, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα. Στην Ιταλία
έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα
στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στους
λογοτεχνικούς κύκλους.
       Η πρώτη του εμφάνιση πραηματοποιήθηκε το 1933 μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Νέα Ζωή με το διήγημα Μάρθας βίος, με το οποίο εισήγαγε στον ελληνικό χώρο το είδος
του γαλλικού αντι-μυθιστορήματος (antiroman) ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη
του ποιητική συλλογή Οι αγάπες του χρόνου. Μπορούμε να δούμε δηλαδή ότι η αυτή
καθεαυτή συγγραφική του παρουσία, εκδοτικά μιλώντας πάντα, κράτησε λιγότερο από δέκα
χρόνια! Το τέλος, ήρθε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940, όπου στρατεύτηκε στην
Αλβανία και αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε λίγους
μήνες αργότερα, το 1941.
       Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οδυσσέας Ελύτης, κι ο οποίος έχει επηρεαστεί από την
συμβολική χρήση της θάλασσας, του ουρανού, της γυναίκας και άλλων στοιχείων που
αξιοποιεί ο Σαραντάρης, έχει αφιερώσει και ποίημα στον πρόωρα χαμένο δημιουργό με ειδική
μνεία, στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον θάνατο του ποιητή
καθώς και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής ότι: Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό
σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα
γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και
να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο
διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο
πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.
       Στα ποιήματα που ακολουθούν -από τον Γ Τόμο της Ποιητικής Ανθολογίας των εκδόσεων
Μαλλιάρη (Θεσσαλονίκη, 1980) που αφορά τις ποιητικές γενιές από το 1920 μέχρι το 1980 σε
εποπτεία του Γ.Κ. Ζωγραφάκη και σε επιμέλεια του Δημήτρη Σταμούλη- προσπαθήσαμε να
αναδείξουμε μέσα στον περιορισμένο χώρο της παρούσας δημοσίευσης τόσο την αισθαντική
δύναμη της ποίησης του Γιώργου Σαραντάρη και την αγάπη του για τη γυναίκα και τη φύση,
ίσως να μην είναι τυχαίο που κι οι δύο αυτές ιδιότητες είναι γένους θηλυκού, όσο και την
πλέρια φιλοσοφική και φιλοσοφημένη θέση του, αποτυπωμένη μέσα από μια απλή, καθαρή εικονοποιία και η οποία αντανακλά ξεκάθαρα την διάθεση και το ταλέντο ενός ποιητή που θα
είχε να δώσει πολλά ακόμα.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια

είταν γιομάτη θόρυβο

Είχε το πρόσωπο ξανθό

απ' το μεθύσι

Τα μαλλιά

της σκέπαζαν τον ύπνο

Είχε τρέξει στο δάσος

και ονειρεύονταν τον ουρανό

Γιατί λυπότανε

που δεν της έμειναν λουλούδια

Να χαρίσει

στον ουρανό

Τα είχε χαρίσει όλα

στην καρδιά μας

Και είχε φύγει

να μην την ξαναδούμε

Να μη ζητάμε πια

να μη θέλουμε πια

Δικό της δώρο.

 

Έχω δει τον ουρανό 

 

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
με τη γλώσσα μου μίλησε
γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε
στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
σα να είταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι.

 

Της ομορφιάς 

 

Η πιο γλυκειά παρθένα
στολίζει το δωμάτιο
ευφραίνει την περισυλλογή

Ας πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Κι είναι η σειρά μας

να βρεθούμε αθάνατοι
να φιλήσουμε την ομορφιά
στα χείλη
και στο λεπτό της φόρεμα.

 

Κύκνειον άσμα 

 

Ο θάνατος, μονάχα αυτός 
λέρωσε την ψυχή μας
που είχε τα μάγουλα λευκά
σαν της αυγής τα δώρα

Η λάσπη επλήγωσε τ' αβρά χέρια

που φέρανε αγάπη να πονούν
στο ρόδινο πρόσωπο και σώμα 
μιας εύπιστης ευρύχωρης ημέρας.

(Με στοιχεία από το διαδίκτυο)






 

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ







       Το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι" παραπέμπει από τον τίτλο του και μόνο σε θρησκευτικό ποίημα, αλλά αν κανείς το διαβάσει προσεχτικά θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για ένα αιρετικό ποίημα καθώς ο ποιητής μιλάει περισσότερο για τα ανθρώπινα πάθη και τα συγκρίνει ουσιαστικά με τα θρησκευτικά. 
       Το ποίημα διηγήται μια ιστορία: Στο μοναστήρι του Όσιου Λουκά έχει μαζευτεί κόσμος για να γιορτάσει την Ανάσταση. Εδώ ο Χριστός αναφέρεται και σαν πεθαμένος Άδωνης και αυτό έχει σημασία γιατί πολλοί σύγχρονοι μελετητές, που αμφισβητούν τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο, υποστηρίζουν ότι δεν είναι άλλος από τον ομηρικό Άδωνη. 
       Την ώρα που αρχίζει το "Χριστός Ανέστη" μπαίνει ο Βαγγέλης, ο οποίος έχει χάσει το πόδι του στον πόλεμο και το έχει αντικαταστήσει με ένα ξύλινο. Αν και ο Σικελιανός έζησε και τους δύο παγκόσμιους πολέμους, η δικά του εμπειρία ήταν από τους Βαλκανικούς, που πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης. 
      Στη συνέχεια του ποιήματος υπάρχει μια συγκλονιστική εικόνα, που η μάνα του Βαγγέλη τρέχει και αγκαλιάζει το ξύλινο πόδι και θρηνεί. Σύντομα ο θρήνος απλώνεται σε όλη την εκκλησία. 
      Συνολικά το ποίημα αφήνει να φανεί ότι τα ανθρώπινα πάθη είναι μεγαλύτερα από το "θείο δράμα", που θυμόμαστε κάθε Πάσχα και με την ξεχωριστή πένα του Άγγελου Σικελιανού ο ανθρώπινος πόνος δίνεται ανάγλυφα. 

Παρακάτω παραθέτουμε το συγκεκριμένο ποίημα: 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…





Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ








Γράφει ο Νίκος Σουβατζής 


 


       Συχνά γεννάται το ερώτημα: «Σε τι χρησιμεύει η ποίηση;». Το ερώτημα αυτό απασχολεί όχι μόνο όσους ασχολούνται με την ποίηση ως ποιητές και αναγνώστες, αλλά και ανθρώπους που είναι παντελώς άσχετοι με αυτή. Οι δεύτεροι διατυπώνουν το ερώτημα σε μια προσπάθεια απαξίωσης της ποίησης, αφού για αυτούς η απάντηση είναι εύκολη και απόλυτη. Πιστεύουν ότι η ποίηση δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση δεν έχει κάποια πρακτική εφαρμογή στην καθημερινή ζωή όπως ο τροχός, ο ηλεκτρισμός ή το τηλέφωνο. Επίσης, δεν μπορεί να σώσει ζωές όπως ένα εμβόλιο, ένα ιατρικό τεστ ή ένα φάρμακο. Είναι επίσης αλήθεια ότι δεν μπορεί να καλύψει κάποια βασική ανθρώπινη ανάγκη όπως η τροφή, το νερό και ο ύπνος. Μήπως λοιπόν οι επικριτές της έχουν δίκιο; Μήπως όλοι εμείς που διαβάζουμε και γράφουμε ποίηση ματαιοπονούμε; Μήπως η ποίηση είναι μια περιττή πολυτέλεια; Με μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει θετικά στις παραπάνω ερωτήσεις. Όμως με μια πιο σοβαρή προσέγγιση διαπιστώνει κανείς ότι δεν είναι καθόλου έτσι.

       Η γέννηση της ποίησης χάνεται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας. Πριν ακόμα ανακαλύψει τη γραφή, ο άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφραστεί ποιητικά για να υμνήσει τη γενναιότητα στη μάχη, την ομορφιά της ζωής, την αδελφική φιλία, να εξιστορήσει ηρωικά κατορθώματα και να θρηνήσει τον θάνατο προσφιλών προσώπων. Στην παράδοση σχεδόν όλων των λαών υπάρχει η προφορική ποίηση, συνήθως επική, που πολλές φορές είναι συλλογική δημιουργία και η οποία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά και αποτυπώθηκε γραπτά αιώνες μετά τη δημιουργία της. Τη συνέχεια αυτής της παράδοσης τη βλέπουμε στο δημοτικό τραγούδι, χιλιάδες χρόνια μετά. Απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, συνήθως αναλφάβητοι, εξέφρασαν την ευαισθησία τους μέσω αυτού του είδους τέχνης.

       Η ποίηση λοιπόν δεν γεννήθηκε στα σαλόνια και στην αυλή κάποιου βασιλιά. Αυτοί οι, ανώνυμοι στην πλειοψηφία τους, ποιητές δεν ήταν κάποιοι πλούσιοι αργόσχολοι που δημιούργησαν ποίηση για να περάσουν την ώρα τους, έχοντας λύσει όλα τα προβλήματά τους. Και αν και αργότερα η ποίηση κατέκτησε τη θέση που της αξίζει στα πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες, ποτέ δεν έπαψε να συντροφεύει τον άνθρωπο στις πιο δύσκολες και στις πιο τραγικές στιγμές του. Στους αγώνες για ψωμί κι ελευθερία, σε φυλακές, εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης, στον δρόμο της προσφυγιάς, στον πόλεμο, στην κατοχή, στην πείνα, στον θρήνο, η ποίηση έδινε πάντα το παρόν. Ο Αλέκος Παναγούλης, στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο κελί του, έγραφε ποιήματα με το αίμα του. Ο Φώτης Αγγουλές, στη φυλακή και την εξορία, έγραφε ποιήματα και τα έκρυβε απ' τους δεσμοφύλακες στις πιο απίθανες κρυψώνες. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ποίηση για κάποιους ανθρώπους είναι οξυγόνο. Ακόμα κι όταν βασανίζονται, ακόμα κι όταν αντιμετωπίζουν τον θάνατο.
       Ποιητές όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Νίκος Καββαδίας και συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Θάνος Μικρούτσικος έβαλαν την ποίηση στα χείλη των ανθρώπων του μόχθου. Η ποίηση έγινε κομμάτι του αγώνα για την καθημερινή επιβίωση και οι ποιητές εξέφρασαν με την πένα τους τους καημούς εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν είχαν φωνή. Η ποίηση λοιπόν κάθε άλλο παρά περιττή πολυτέλεια είναι. Δίνει δύναμη στους ανθρώπους να συνεχίσουν να αγωνίζονται για τη ζωή τους. Και όσο πιο δύσκολη είναι η ζωή κάποιου ανθρώπου, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει την ποίηση.  







Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ 








ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: 

Η Βικτωρία Θεοδώρου (1926-2019) γεννήθηκε στα Χανιά Κρήτης το 1926, κόρη πλανόδιου αγιογράφου από τη Σερβία. O πρόωρος θάνατος του πατέρα της -ήταν μόλις οχτώ χρονών- και η φτώχεια της Xανιώτισσας μητέρας την υποχρέωσαν να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο στο Hράκλειο. Στα δεκάπεντε της χρόνια διέκοψε τις σπουδές της για να πάρει μέρος στην Εθνική Aντίσταση. Mε την απελευθέρωση (1944) ήρθε στην Aθήνα, τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή (φιλολογικό τμήμα). Tον Mάιο του 1948, ξεκίνησε για τη Βικτωρία Θεοδώρου ο κύκλος των φυλακών και των εξοριών (Xίος, Tρίκερι, Mακρόνησος), μέχρι το 1952, οπότε επέστρεψε στην Aθήνα ως αδειούχος εξόριστη. Παρουσιάστηκε στα γράμματα από το περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης".
Το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 1957. Έκτοτε καλλιεργούσε την ποίηση, αλλά κυρίως συνεργαζόταν με πολλά περιοδικά. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Ποιήματα", "Eγκώμιο", "Kατώφλι και παράθυρο", "Bορεινό προάστιο", "Tο λαγούτο", "H εκδρομή", "Oυρανία", " Άρειος ύπνος", "H νυχτωδία των συνόρων", "Mειλίγματα", "Xρονικό", "Eυνοημένοι"· τα πεζογραφήματα "Στρατόπεδα γυναικών" και "Γυναίκες εξόριστες στα στρατόπεδα του εμφυλίου"· το αφήγημα "O Tράικο"· τη νουβέλα "Γαμήλιο δώρο" και το μυθιστόρημα "Oι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου". Έχει μεταφράσει ποιήματα και πεζά από από τα γαλλικά και από σλαβικές γλώσσες. Ένα μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο, ενώ την επιμέλεια του αρχείου της έχει αναλάβει ο Θάνος Φωσκαρίνης. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, "Βικτωρία Θεοδώρου, Ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα: στο μεταίχμιο ελευθερίας και δέσμευσης", κ.ά. κείμενα, στο αφιέρωμα του περιοδικού "Μανδραγόρας" στην ποιήτρια. 


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ: 

Ποίηση: 

Εγκώμιο, 1957  
Κατώφλι και παράθυρο (1962) 
Βορεινό Προάστειο (1966) 
Το λαγούτο (1971) 
Η εκδρομή (1973) 
Ουρανία (1978) 
Άρειος Ύπνος (1983) 
Η νυχτωδία των συνόρων (1986) 
Μειλίγματα (1990) 
Χρονικό (1994) 
Ευνοημένοι (1998) 
Καταλόγι για τον μάστορα (2008) 
Βικτώρια Θεοδώρου, Ποιήματα (2010) , συγκεντρωτική έκδοση των 12 ποιητικών συλλογών (Γαβριηλίδης)



Πεζογραφία: 

Στρατόπεδα γυναικών (1975) 
Ο Τράϊκο (1982) 
Γαμήλιο δώρο (1995) 
Οι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου (2005) 
Πελαγινή (2010) 
Δραπέτις (2011)



Μεταφράσεις: 


Το μεταφραστικό έργο της Βικτωρίας Θεοδώρου περιλαμβάνει ανθολογίες γαλλόφωνηςκαι σλαβόφωνης ποίησης, όπως: 
- Εκλογή από τα δημο­τικά τραγούδια της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας του Τόμε Σάζντωφ (Δί­φρος, 1979), 
-Τα άλογα τηςνεράιδας του Ντούσκο Νανέφσκι (Κέδρος,1981), Ποιητές της γαλλόφωνης Ελβετίας (Νεφέλη, 1999), 
- Ανθολογία του Αίμου (έκδοση Φίλων του περιοδικού ΑΝΤΙ, 2007) κ.ά. 


Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα ποιήματά της: 


Στο τάγμα της μνήμης υπηρετώντας... 

Σ΄είδα απ΄τ΄αμπέλια ν΄ανεβαίνεις
τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις ακτίνες σου -
σ΄είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε,
από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε,
από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά,
πάνω από τους καπνούς της μάχης.

Στ΄αλήθεια ευτύχησα γιατί δεν έγινα
δούλος κι αφέντης κανενός,
σ΄απόκτησα ξέροντας πως ανήκεις
σ΄όλα τα μάτια που σε βλέπουν.



 Πεπρωμένο

Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή
κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι.
Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός
και θ΄αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.

Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα
- Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου –
και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.

Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα
κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου
και να πάω με τους ανθρώπους.

Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους
και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.

Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας. 



Τσακίζω τις λιανές ελιές

Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.

Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε

Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;

Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.



 Βασιλική Κ.

Ας ήμουν άξια να ΄στηνα τραγούδι
μεγάλο, ωσάν καράβι αρματωμένο
άφοβο του καιρού.
Τραγούδι για την ομορφιά σου, για τα νειάτα σου
και για τη μοναξιά σου,
και να ειπώ :
Το πώς εδέχτης ν΄αποθάνεις και δεν έρριξες
βλέμμα για τον Απρίλη πικραμένο
το πώς σηκώθηκες μονάχη σου
και στάθηκες μ΄ολάνοιχτα τα μάτια.

Μπροστά σου εφτά τουφέκια
πίσω σου το χάραμα
με τα τριαντάφυλλα και με τους κρόκους,
τι σούδινε κουράγιο, τι σε φτέρωνε
τι κύταζαν τα μάτια σου πέρα-μακριά
κι ήτανε τόσο ξάστερο το μέτωπό σου
ποιαν Ευτυχία, ποιαν Άνοιξη είδες να ξημερώνει
πίσω από τα τειχιά κι από τα σίδερα.
Γίνε οδηγός μου πνέμα ηρωϊκό!
Κάνε ν΄αστράψει και για μένα αναλαμπή
από τη φλόγα που σε συνεπήρε. 




Όλγα Καμπανιέρη 

Ένα όνειρο, μια παιδιακίσια σκανταλιά
με τις μικρές εργάτισσες μπροστά στις μηχανές
ξεχάστηκε …
Γύρισε η λουρίδα ξαναγύρισε λεπίδα και τσεκούρι αλύπητο
της χώρισε το μπράτσο.
Δεξιά της τώρα ένα μανίκι αδειανό ανεμίζει
απ΄ τα ζερβά το χέρι της το μοναχό·
με τούτο μόνο πέρασε στ΄αντάρτικο κι εβάσταξε τουφέκι
με τούτο πάλεψε τα βάσανα της φυλακής
μ΄αυτό κεντούσε τα προικιά που δεν εχάρηκε
ποτέ της …



 Και χωρίς εμάς

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ΄αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς 



Τοπίο Β΄  
Είδα το Βέλες
από τα χιόνια του να φέγγει
στους γυμνούς λόφους κρατημένο
όπως παιδί στης μάνας του το στήθος
ώρα πολέμου, ώρα αποκλεισμού.

Στάζουν οι στέγες του και κρύσταλλα
ματώνουν το μουντό πρωί
στις ράγες στο σταθμό χειμώνας
στους ώμους του Άγγελου το χιόνι.

Τον Κόστα Ράτσιν
είδα να ταλαντεύεται να πέφτει
καθώς πουλί, την τουφεκιά ν΄αντιλαλεί
να τον θρηνούν του Λόπουσνικ οι οξιές
όχι στον ύπνο μου – ύπνο δεν έχω.

Το Βέλες σκέφτομαι
κι αυτόν τον μοιρασμένο ποταμό του
που παρασύρει ατάραχος τους ρύπους
περιφρονά τις έριδες, τις βίζες.
Ενωτικός, αγαθοδαίμων.



 
Σ΄αυτούς που δόθηκε "το χάρισμα κι η μοίρα"


Σαν βρεις στο δρόμο σου το γόρδιο δεσμό,
δε γίνεται να στρίψεις πια
δεξιά, αριστερά ή και πίσω ακόμα,
προσποιούμενος άλλο ταξίδι.
Δεν σου μένει άλλη επιλογή από τη λύση
των μπερδεμάτων του πανάρχαιου κόμπου.
Οσαδήποτε μάγια ή ξεραμένα δάκρυα
κι αν κρύβει στους κύκλους του.
Οσηδήποτε ζωή ή θάνατο
κι αν χρειαστείς στο σταθμό του.



Παλιό τραγούδι  

Επάνω σε μια τάβλα την έχουν ξαπλωμένη
τ΄άσπρα της χέρια σέρνουνται στο χώμα, στα χαλίκια
σέρνεται κι η πλεξούδα της στη σκόνη
κι η φούντα της σαν σκούπα ολόχρυση το δρόμο καθαρίζει
και σκουπισμένο τον αφήνει απ΄ τ΄ αγκαθόξυλα
για να περνούν ξυπόλητοι και ποδεμένοι,
όσοι την παν νεκροί να την πομπέψουνε
στου Κλαδισού την ποταμιά.
Θανάτου αέρας σήκωσε τα σωθικά της
ξωπίσω της πολλοί, κι αδέλφια ακόμα, τηνε περιγελούν
και την πρησμένη της κοιλιά κεντούν μ΄ ένα καλάμι …
Τ΄ αχείλι της σκισμένο δεν σαλεύει
να δώσει πάλι δίκια απόκριση στα όσα της λέγαν
σε μας παράδωσε το μετερίζι της τιμής της.
Ήταν εκεί κι η μάνα μου κι άλλες μανάδες
όπου πρωί-πρωί τις σύρανε να δούνε την ντροπή
να δούνε τι μας καρτερεί και μας που ανταρτέψαμε
μα κείνες τήνε κλάψανε και τη μοιρολογήσανε
την τρυφερή της παρθενιά σπαραχτικά εμαρτύρησαν
στις λυγαριές και στα πουλιά του ποταμού,
για θυγατέρα τους την ελογάριασαν·
με τ΄ ακριβό σταμνί του δρόμου της επλύναν
το κέρινό της πρόσωπο το παιδιακίσιο με τα δυο
γεφυρωτά της φρύδια απ΄ όπου εδιάβηκεν
η Λευτεριά με την Αγάπη για να παν αντίπερα
σ΄ άλλους καιρούς καλύτερους κι ειρηνεμένους.
Μα εκείνοι μανιασμένοι κι άσπλαχνοι
παίρνουν σπαθί και κόβουν το κεφάλι της
και σε κοντάρι το καρφώνουνε με την πλεξούδα
να σειέται στον αέρα και να γνέφει αδιάκοπα
κι φούντα της ολόχρυση να διώχνει τα πουλιά της φρίκης.

Περαστικός ας ήταν να τη δει τραγουδιστής
για να της πει τ΄ αξέχαστο τραγούδι,
εγώ είμαι ένα μικρό πουλί μέσα στην καλαμιά
δε τραγουδώ, δεν κλαίω, μόνο θυμίζω
σημάδι έχω τη φωλιά μου εδώ, δε φεύγω
μαζί με τ΄ άλλα τα πουλιά για να ξεχειμωνιάσω …



 
Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα
 

Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα
να την προετοιμάσω για τα γηρατειά.
Την πείρα μου δεν έχει, βιάστηκε
ν΄αποδημήσει πριν ασπρίσουν
τα ωραία της μαλλιά.

Στον ύπνο μου τη βλέπω νέα
στις αρρώστιες, στις θλίψεις μου να με παρηγορεί
στους φόβους μου να με καθησυχάζει :
δεν είναι αλήθεια να με βεβαιώνει
γι αυτά που ακούς να λένε.
Θάνατος, κάτω κόσμος δεν υπάρχει
ποτέ δε συναντήσαμε το μαύρο καβαλάρη.

Αύρες είμαστε, αγέρας
στα φύλλα κατοικούμε
γι αυτό φθινόπωρο να΄σαι προσεκτική ...



Εκδρομή (απόσπασμα)


Τόσα γκρεμνά, με κρεμαστά νερά
για τέλος σίγουρο, αλλά δεν έπεσε καμιά
ο Λαοκράτης μόνο, εφτά χρονώ παιδί
παρμένος από κοχύλι που γυαλοκοπούσε
μέσʼ στο βυθό, ζαλίστηκε και χάθηκε.
Σμήνος μαύρο, τρέξαν οι μάνες να τον αναρπάσουν
μα κείνος πάει για του βυθού τα θαύματα.
Εδώ, μέσα στʼ αρμυρολούλουδα κοιμάται.

Αχ, πώς φυσάει μαγιάτικος ο μπάτης
λες θα τον ξυπνήσει κάθε χρόνο όπως φυσάει
με μια αναστάσιμη πνοή του
κι όπως το δικαιούται, τόσο άγουρος επέθανε
κι ανάβαθα τον έθαψαν στο κοκκινόχωμα. 



Δος μου όνομα

Ποια είμαι; Ποια είμαι; μα την αλήθεια, δε θυμάμαι. Μάργωσε η μνήμη μου, έρχεται χιόνι τ’ ακούω, απ’ τα βουνά που κατεβαίνει ριγούν οι ευκάλυπτοι. Ποιο τ’ όνομά μου;
Δος μου εσύ όνομα που’ σαι άγγιχτος και νέος.
Η μέλλει της να φύγει και να ξεχαστεί, η αχόρταγη είμαι των ήχων και των λόγων, η ώριμη πριν να μεστώσει, η άγουρη στην ωριμότητά της, η αμφίβια όπου πατάει κι όπου πετάει μαζί.
Η μέλλει της να ξεχαστεί.












 

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ Χ.Φ. ΛΑΒΚΡΑΦΤ: ΟΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΛΕΥΚΟΙ, Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ ΚΑΙ… ΤΟ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ (β’ μέρος)












Γράφει  ο Ειρηναίος Μαράκης

      

      Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος «Όψεις του Χ.Φ. Λάβκραφτ» και με βάση όσα αναφέρονται σε Επιστολές του μεταφρασμένες στα ελληνικά (από τον Βασίλη Καλλιπολίτη, εκδ. Αίολος, 1997/2018) παρουσιάσαμε θέσεις του συγγραφέα σχετικά με τον Χίτλερ και το Εβραϊκό ζήτημα. Θα συνεχίσουμε στο ίδιο μοτίβο παρουσιάζοντας επιλεγμένα αποσπάσματα, τα οποία όχι μόνο αναδεικνύουν –όπως έχουμε ήδη σημειώσει– τον άρρηκτο δεσμό μεταξύ του ιδεολόγου και του συγγραφέα αλλά και τις ρίζες του λαβκραφτιανού έργου. Οι ρατσιστικές ιδέες του συγγραφέα, που δεν περιορίζονται μόνο στους Εβραίους, η άρνηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, του τύπου τουλάχιστον που υπήρξε στην εποχή του και η απέχθεια του για τον «λειτουργικό μοντερνισμό» έχουν την θέση τους στο έργο του, το καθορίζουν, θα λέγαμε, σχεδόν ολοκληρωτικά.

     Όμως ο αναγνώστης διαβάζοντας τις Επιστολές θα διαπιστώσει ότι ο συγγραφέας τους παρά την συντηρητική του ιδιοσυγκρασία και παρά την φαινομενική απομόνωση του από τον έξω κόσμο είχε εποπτεία της καθημερινής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Καθοριστικός ήταν ο ρόλος των Επιστολών όπου μέσω αυτών ο Λάβκραφτ ήρθε σε επαφή με πλήθος ιδεών και πληροφοριών που σχολιάζει κι αυτός με τη σειρά του και με τον χαρακτηριστικό τρόπο του. Και πράγματι, οι παρατηρήσεις του σχετικά με διάφορα θέματα προκαλούν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον αναγνώστη, είτε αφορά μια κρίση του συγγραφέα για τον κινηματογράφο και τον Τσάρλι Τσάπλιν, είτε για τον Τολστόι και τους Ρώσους συγγραφείς. Ακολουθούν σχετικά παραδείγματα (όπου ακολουθείτε η ορθογραφία του έκδοσης στα ελληνικά).


ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΜΑΣΑΧΟΥΣΕΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΩΤΕΡΟΙ ΛΕΥΚΟΙ

      
      Στην επιστολή 69 [428] προς τον Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ (Μπαρνς Στριτ, 10 Πρόβιντενς, 
Ρ.Α., 4 Οκτωβρίου 1930) διαβάζουμε σχετικά:

«...Συμφωνώ με αυτό που λέτε, ότι ο υπαινιγμός είναι η υψηλότερη μορφή της παρουσίασης της φρίκης. Βάση όλης της πραγματικής κοσμικής φρίκης είναι η παραβίαση της φυσικής τάξεως, και η βαθύτερη παραβίαση είναι πάντα και η λιγότερο συγκεκριμένη και περιγράψιμη. Στον Μάχεν η ιστορία με το μεγαλύτερο βάθος – The White People – είναι αναμφίβολα και η μεγαλύτερη, παρ' όλο που δε διαθέτει τους απτούς, ορατούς τρόμους του Great God Pan ή του The White Powder. Αλλά ο όχλος –περιλαμβάνοντας και τον Φάρνσγουερθ Ράιτ– δε δέχεται ποτέ να το καταλάβει γι' αυτό και το W.T. θα απορρίπτει πάντα δουλειά του ευγενέστερου και λεπτότερου τύπου. Φυσικά υπάρχει και η υπερβολική αοριστία, που συναντάται κυρίως στους νεόφυτους που δεν ξέρουν πώς ακριβώς να χειρισθούν τον κοσμικό υπαινιγμό. Οι άξεστοι συγγραφείς χρησιμοποιούν το παλιό κόλπο να αποκαλούν μια κρυμμένη φρίκη "υπερβολικά τερατώδη για να μπορεί να περιγραφεί", απλώς ως δικαιολογία για να μη συγκροτούν και οι ίδιοι κάποια σαφή εικόνα της υποτιθέμενης φρίκης. [...]

...Οι μαύροι θρύλοι της Μασαχουσέτης είναι γεμάτοι από το πραγματικά μακάβριο «στοιχείο». Υπάρχει εδώ υλικό για μια πραγματικά βαθιά μελέτη του ομαδικού νευρωτισμού γιατί, σίγουρα, κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί ότι την Πουριτανική φαντασία διαπερνά ένα ρεύμα βαθύτατης νοσηρότητας. Αυτό που λέτε για τη σκοτεινή Σαξωνική-Σκανδιναβική κληρονομιά, ότι είναι η πιθανή πηγή των αταβιστικών παρορμήσεων που προκαλούν η συναισθηματική καταπίεση, η απομόνωση, η τραχύτητα του κλίματος και η γειτονία του απέραντου, άγνωστου δάσους με τους χαλκόχρωμους άγριους, έχει απέραντο ενδιαφέρον για μένα στο βαθμό, μάλιστα, που και εγώ έχω πει και έχω γράψει συχνά ακριβώς το ίδιο πράγμα! [...]

    Αλλά υπήρχε άλλος ένας λόγος για τις ανωμαλίες και την εγκληματικότητα που σημειώθηκαν στη Μασαχουσέτη -λόγος που προκαλεί αρκετήν αμηχανία σε πολλούς υποστηρικτές του μύθου ότι το αίμα της Μασαχουσέτης αποτελεί κάτι σαν ανεπίσημο αποδεικτικό ευγένειας. Ο λόγος ήταν η ταχεία εισαγωγή, μετά το 1635, μιας άθλιας τάξης εκφυλισμένων σκουπιδιών του Λονδίνου ως υπηρετικού προσωπικού δεσμευόμενου από μακροχρόνια συμβόλαια. Αυτό το αποφύγαμε στο Ροντ Άιλαντ, επειδή αρχικά ήμαστε υπερβολικά φτωχοί για να έχουμε πολλούς υπηρέτες, ενώ αργότερα χρησιμοποιούσαμε Ινδιάνους και νέγρους (τους δεύτερους του εισήγαμε σε μικρούς αριθμούς από τις Δυτικές Ινδίες πριν αρχίσει το δικό μας "τριγωνικό εμπόριο") αντί κατώτερους λευκούς. Αλλά η Μασαχουσέτη χρειάσθηκε γρηγορότερα υπηρέτες και δεν είχε τη δική μας τάση προς τον εξωτισμό· εξ ου (πέρα από το σκλάβωμα μερικών ντόπιων Ινδιάνων της Καραϊβικής από τις Δυτικές Ινδίες) προχώρησε στην εισαγωγή σε ευρεία κλίμακα "δέσμιας" Αγγλικής εργατικής δύναμης -φτωχών, καταδίκων, αλητών, κ.τ.λ. Δεν είχαν μάθει το μάθημα ότι ανάμεσα στα εκφυλισμένα σκουπίδια μιας ανώτερης φυλής υπάρχει μεγαλύτερη αντι-κοινωνική διαστροφή απ' όσην υπάρχει ανάμεσα στους διανοητικά και σωματικά υγιείς τύπους μιας κατώτερης ράτσας. Μπορούμε να φαντασθούμε το αποτέλεσμα αυτού του διαστρεβλωμένου, δίχως αναστολές, ελεύθερου εκφυλισμένου στοιχείου, του υποκειμένου πια στη δεσποτεία της σιδηρόφρακτης πουριτανικής θεοκρατίας και στον ηθικό ζουρλομανδύα. [...] Στη Νέα Υόρκη, επίσης, και στο Νιου Τζέρσι -όπου οι κατώτεροι λευκοί αναμίχθηκαν με τους νέγρους και τους Ινδιάνους και επιβιώνουν ακόμα ως ημι-βάρβαροι στο Catskills και στο Ramapos. Αλλά αυτός ο διαχωρισμός δεν έλαβε χώραν στη Μασαχουσέτη παρά αφού πρώτα οι εκφυλισμένοι προκάλεσαν πολλές περιπλοκές...»



Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ

     
    Ενδιαφέρον προκαλούν οι παρατηρήσεις του Λάβκραφτ στην επιστολή 61 [381] προς τον Γούντμπερν Χάρις (9 Νοεμβρίου 1929) όπου δηλώνει ότι:

«...Παρά την τεράστια μηχανική πρόοδο της ανθρωπότητας, η ποσότητα της ευφυΐας της ικανής να ασχοληθεί με μη-άμεσα και μη-συγκεκριμένα προβλήματα δεν είναι μεγαλύτερη στις μέρες μας απ' όσο στην εποχή του Ιούλιου Καίσαρα. Η σκέψη δεν είναι ποτέ η δύναμη που κινεί την αγέλη -μονάχα το συναίσθημα. Στην εποχή μας, με τα σημερινά εκπαιδευτικά δεδομένα, δεν υπάρχουν περισσότεροι απ' ό,τι υπήρχαν με τα εκπαιδευτικά δεδομένα των προηγούμενων εποχών που να κυβερνιούνται από το μυαλό (σε διάκριση από τους πληροφορημένους διανοητικά ή προικισμένους), ώστε να παραγάγουν έστω και μια επί πλέον χαρακιά στην τυφλή ντετερμινιστική πορεία της παγκόσμιας ιστορίας, που τη διαμορφώνουν τα εξωλογικά συναισθήματα της απέραντης συναισθηματικής πλειοψηφίας -καλλιεργημένης και μη. Το είδος της πνευματικής ενέργειας που σχεδιάζει δυναμό & δυνάμεις πώλησης δεν είναι το ίδιο με εκείνο που μπορεί να ζυγίσει βαθύτερες αξίες και να κάνει ομάδες διαφορετικές συναισθηματικά να θέλουν όλες το ίδιο πράγμα & να εργασθούν για την πραγμάτωση του ίδιου σκοπού. Το να φαντάζεται κανείς ότι κάθε πιθανότητα πολέμου μπορεί να εξαλειφθεί απλώς και μόνο επειδή γνωρίζουμε τα καταστροφικά του αποτελέσματα, είναι εξίσου αφελές με το να φαντάζεται ότι ο μανιώδης χαρτοπαίκτης θα σταματήσει να παίζει απλώς και μόνο επειδή θα αναλογισθεί τις απώλειες που έχουν προηγηθεί.

[...] Θα συνοψίσω τη θέση μου λέγοντας ακριβώς αυτό που έχω ήδη πει δεκάδες φορές -ότι νομίζω πως η μηχανική κουλτούρα είναι κατώτερη από τη δική μας επειδή υψώνει μιαν απολύτως δίχως νόημα ομάδα ιδιοτήτων -την ταχύτητα, την ποσότητα, τη βιομηχανία για τη βιομηχανία, τον πλούτο, την επίδειξη, κ.τ.λ. - στο βάθρο των πρωταρχικών αρετών, επειδή καταστρέφει τις φυσιολογικές σχέσεις μνήμης με το περιβάλλον & τις λαϊκές παραδόσεις, επειδή υπερτονίζει τη σημασία της ομοιογένειας αντί της ατομικότητας & επειδή το καθαρό της εξαγόμενο είναι ένας φαύλος κύκλος δραστηριότητας που δεν οδηγεί πουθενά & εξαντλεί συνεχώς τα φυσιολογικά ιδεώδη της ποιότητας, της περιπέτειας, της προσωπικότητας & της ολοκληρωμένης έκτασης του ανθρώπινου πνεύματος εξωθώντας το προς έναν περίπλοκο ρεαλισμό απομακρυσμένο από τη ζωώδη απλότητα...»


ΓΙΑ ΤΟ "ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ"

      
    Ο Λάβκρφτ στην επιστολή 117 [876] προς τον Κένεθ Στέρλινγκ (τον αποκαλεί "Ακατανίκητο Booleywag) γράφει:

«...Διάβασα το παλαιό Κομμουνιστικό Μανιφέστο πριν από πολλά χρόνια & παρ' όλο που τότε δεν του είχα την παραμικρή συμπάθεια, εντυπωσιάσθηκα από κάποια μεμονωμένα σημεία που έφερνε στην επιφάνεια. Σήμερα θα συμφωνούσα στο περισσότερα σημεία -ωστόσο και πάλι δε θα το επιδοκίμαζα 100%. Δεν υπάρχει αμφιβολία για την απέραντη ευφυΐα των Μαρξ & Ένγκελς, & για τη διορατικότητα τους, καθώς & για τη θεμελιακή σημασία των ευρέων οικονομικών νόμων που ανακάλυψαν & διατύπωσαν. Το μοναδικό σφάλμα είναι να πιστεύει κανείς ότι η κάθε λεπτομέρεια που ανέπτυξαν & το κάθε συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν με βάση αυτές τις αρχές είναι αλάθητα ακριβές & ότι του αρμόζει η πιο δουλική προσκόλληση υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Η μείζων ανακάλυψη ως προς τη γενική πορεία είναι λογική –αλλά το παράγωγο σύστημα του «διαλεκτικού υλισμού» με τις απίστευτες οικονομικές ερμηνείες των πάντων, με τις συσχετίσεις εντελώς διαφορετικών πεδίων (τέχνη, επιστήμη, κ.τ.λ.) προς την οικονομία & τις υποθέσεις του (που αδιαφορούν για δεκάδες ισχυρούς, ιστορικούς & ψυχολογικούς παράγοντες) σχετικά με το απόλυτα αναπόφευκτο ορισμένων πορειών, δεν μπορεί να υιοθετηθεί χωρίς κριτικό πνεύμα όσο δεν μπορούνε να υιοθετηθούνε οι συγγενικές του φιλοσοφικές γενικεύσεις των μεσαιωνικών σχολαστικών. […] Η αντίληψη ότι το διεθνές εμπόριο θα παίξει ρόλο ειρηνευτή είναι ολοφάνερη ψευδαίσθηση –ενώ το ρηθέν ότι η επανάσταση θα ερχόταν πρώτα σε μια χώρα με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης αντιστράφηκε άμεσα από τα γεγονότα. Η αντίληψη περί κοινοκτημοσύνης των γυναικών είναι απλό όνειρο –το απέρριψε η Ρωσία & πιθανότατα δεν την υιοθετούν παρά οι Ισπανοί αναρχικοί […].»



ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΛΣΤΟΙ ΚΑΙ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ…

44[255]. ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΝΤΕΡΛΕΘ


Αγαπητέ μου κε Ντέρλεθ:-


...Διάβασα την Άννα Καρένινα πριν από χρόνια, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως και τίποτα άλλο του Τολστόι. Κατά τη γνώμη μου ο Τολστόι είναι αρρωστημένα κλαψιάρης και συναισθηματικός, με ένα διασκεδαστικά δυσανάλογο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά και ηθικά πράγματα. Φυσικά κατά έναν τρόπο αυτό είναι χαρακτηριστικό όλης της Σλαβικής λογοτεχνίας, αλλά άλλοι Ρώσοι συγγραφείς επιδεικνύουν πολύ λιγότερα ποσοστά αυτής της δακρύβρεκτης συναισθηματικότητας, ανάλογα με τη μεγαλοφυΐα τους και τη διεισδυτικότητά τους στο θέμα των ανθρώπινων χαρακτήρων. Αν θέλετε την Ρωσία στην καλύτερη πλευρά της, δοκιμάστε τον Ντοστογιέφσκι, το Έγκλημα και Τιμωρία του οποίου είναι πραγματικά επικό επίτευγμα...


Εγκάρδια και ειλικρινά δκς Σας. ΧΦΛ




…ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

 3[10]. [ΕΠΙΣΤΟΛΗ] ΣΤΟΝ ΡΑΪΝΧΑΡΝΤ ΚΛΑΪΝΕΡ*



[...] Όπως εικάζετε, είμαι αφοσιωμένος φίλος της κινηματογραφίας, αφού μπορώ να δω παραστάσεις όποτε θελήσω, ενώ η κακή μου υγεία σπάνια μου επιτρέπει να προμηθευτώ προκαταβολικά εισιτήρια του πραγματικού θεάτρου. Αξίζει κανείς να δει μερικές σύγχρονες ταινίες, αν και όταν τις πρωτογνώρισα, η μοναδική τους αξία ήταν να καταστρέφουν το χρόνο. Ο Τσάπλιν είναι απείρως διασκεδαστικός -υπερβολικά καλός για τα μάλλον χυδαία φιλμ στα οποία εμφανιζόταν- και ελπίζω ότι στο μέλλον θα γίνει υποστηρικτής της πιο εκλεπτυσμένης κωμωδίας. Είδα την ταινία Τρίλμπι, αλλά μου φάνηκε ατελής επειδή έχω παρακολουθήσει και το θεατρικό έργο και θεωρώ πραγματικά σημαντική τη βαθιά, πλούσια σε κολασμένους υπαινιγμούς φωνή του Σβενγκάλι. [...]



ΕΠΙΛΟΓΟΣ



     Σε αυτό το σημείο θα κλείσουμε το αφιέρωμά μας. Πολλά ακόμα αποσπάσματα θα μπορούσαν να έχουν θέση σε αυτό, όλα θα συνηγορούσαν στο άρρηκτο δεσμό του συγγραφέα και του ιδεολόγου που τις κοινωνικές φοβίες και ανησυχίες του, τις έκανε λογοτεχνία και μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογη και διαχρονικά επιδραστική. Ο υπαινιχτικός τρόμος και η κοσμική φρίκη του λαβκραφτιανού έργου δεν είναι βέβαια ένα πολιτικό μανιφέστο, εάν διαβαστεί έτσι το έργο του θα χαθεί μεγάλο μέρος της μαγείας του –και κανείς δεν το διαβάζει έτσι είναι η αλήθεια. Είναι όμως μια αλληγορία ενός μεταβατικού κόσμου, με πολλές αιχμές, κάπου έντονα αμφισβητήσιμες ή λανθασμένες και κάπου αλλού ιδιαίτερα επίκαιρες. Από την πλευρά μας ίσως να επανέλθουμε στο μέλλον με περισσότερα αποσπάσματα από τις Επιστολές του Λάβκραφτ και με δικά μας εκτενέστερα σχόλια, ελπίζουμε πριν ο μεγάλος Κθούλου κάνει την τελική του εμφάνιση.





*Reinhardt Kleiner, ποιητής