Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2020

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

 



       Παρακάτω παραθέτω ορισμένα ποιήματα για την αυτοκτονία. Δεν είναι όλα τα ποιήματα, που έχουν γραφτεί για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά προσωπικές μου επιλογές. 


Η φαρμακωμένη 


Τα τραγούδια μου τα `λεγες όλα,
τούτο μόνο δε θέλει το πεις,
τούτο μόνο δε θέλει τ’ ακούσεις
αχ! Τη πλάκα του τάφου κρατείς.

Ώ παρθένα! Αν ημπόρειαν οι κλάψες
πεθαμένου να δώσουν ζωή,
τόσες έκαμα κλάψες για σένα,
που ‘θελ’ έχεις τη πρώτη πνοή.

Συμφορά! Σε θυμούμαι καθόσουν
στο πλευρό μου με πρόσωπο αχνό.
"Τι έχεις;" σου `πα κι εσύ μ’ αποκρίθης:
"Θα πεθάνω, φαρμάκι θα πιω".

Με σκληρότατο χέρι το πήρες,
ωραία κόρη κι αυτό το κορμί,
οπού του `πρεπε φόρεμα γάμου,
πικρό σάβανο τώρα φορεί.

Το κορμί σου `κεί μέσα στο τάφο
το στολίζει σεμνή παρθενιά
του κακού σ’ αδικούσεν ο κόσμος
και σου φώναζε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια αν ημπόρειες ν’ ακούσεις,
οχ το στόμα σου τι ’θελε βγει;
"Το φαρμάκι που πήρα κι οι πόνοι
δεν εστάθηκαν τόσο σκληροί".

Κόσμε ψεύτη! Τες κόρες τες μαύρες
κατατρέχεις όσο είν’ ζωντανές,
σκληρέ κόσμε και δε τους λυπάσαι
τη τιμήν όταν είναι νεκρές.

Σώπα, σώπα! Θυμήσου πως έχεις
θυγατέρα, γυναίκ', αδελφή
σώπα! Η μαύρη κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Θα ξυπνήσει την ύστερη μέρα,
εις το κόσμον εμπρός να κριθεί,
και στο Πλάστη κινώντας με σέβας
τα λευκά της τα χέρια, θα πει:

"Κοίτα μέσα στα σπλάχνα μου, Πλάστη!
Τα φαρμάκωσ’ , αλήθεια, η πικρή,
και μου βγήκε οχ το νου μου, Πατέρα,
που πλασμένα μου τα `χες Εσύ!

Όμως κοίτα στα σπλάχνα μου μέσα,
που το κρίμα τους κλαίνε και πες,
πες του κόσμου που φώναξε τόσα,
εδώ μέσα αν ειν’ άλλες πληγές".

Τέτοια, `μπρός εις το Πλάστη κινώντας
τα λευκά της τα χέρια, θα πει.
Σώπα, κόσμε! Κοιμάται στο μνήμα,
και κοιμάται παρθένα σεμνή. 

Διονύσιος Σολωμός 


Ανακεφαλαίωση 

Tο ακουαφόρτε είναι πικρό,
σου καίει το λαρύγγι.
Το ξυραφάκι κοφτερό
και η θηλιά σε σφίγγει.
Τα όπλα είναι παράνομα
και τα χαπάκια επίσης.
Βρωμάει το γκάζι άσχημα.
Καλύτερα να ζήσεις.

Ντόροθι Πάρκερ 

Μετάφραση: Γ. Νίκας 


Στη μικρούλα που αυτοκτόνησε 

Στο φέρετρό της η φτωχή μικρούλα
κρατά δυο άνθη που μαζί της θα σαπίσουν:
μιαν ανεμώνη του βουνού, που πρόφτασε να κόψει
και της ζωής της τα δεκάξι μόλις χρόνια.
Σαν χελιδόνι που αντίκρυσε θύελλα μήνα Μάη
άνοιξε τα φτερούγια της γοργά και πάει...

Το ξαφνικά χαμένο του παιδί βαρύς
στην κάσα μέσα ο πατέρας αγκαλιάζει:
-Ποιος σούφταιξε, κορούλα μου φωνάζει.
Τον καταράστηκες τουλάχιστο πριν σκοτωθείς;

Και κείνη με χαμόγελο αέρινο στα χείλη
και μ'αναστεναγμό ελαφρό στα στήθη,
σχεδόν ευτυχισμένη,ν'απαντήση αρνήθη.

Τζοβάνι Πάσκολι 

Μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παππά-Νίκος Παππάς. 

 

Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο (μαθητή του Βούδα) 

Aνεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Aτζεσιβάνο. K’ ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.
Kι όπως κυλά, από τ’ άδυτα του αδύτου
των ουρανών, μες στη νυχτιά έν’ αστέρι,
ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’ τα στήθη πέταξε η πνοή του.

Xαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.
Γιατί μονάχα εκείνοι π’ αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία,
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία! 

Άγγελος Σικελιανός 


Ιδανικοί αυτόχειρες 

Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.

Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.

Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.

Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.

Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.. 

Κώστας Καρυωτάκης 


Σ' ένα νέο που αυτοκτόνησε 

Αυτόν τον κατεδίωκε ένα πνεύμα
στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.
οι ασχολίες του, οι χαρές του σ’ ένα νεύμα
προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

Τα ωραία βιβλία οι σκέψεις,ένα ορμητήριο
λίγες στιγμές ΄βίαιος στον έρωτά του.
Κι ύστερα γεμίζει η όψη του μυστήριο
και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν
ανάμεσά μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.
την υποψία μας δε μας την αρνιόταν
πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους
που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.
Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους
σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη
τον βρήκανε νεκρό μ’ ένα σημάδι
στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,
σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,
μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!
Όλος μια ευχαριστία σαν να `χε γίνει.
κι η αιτία του κακού σημαδεμένη. 

Μαρία Πολυδούρη 


William George Allum 

Εγνώρισα κάποια φορά σ’ ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ’ το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ’ ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή...

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ’ άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές...
Του κάκου· γνώριζεν αυτός καθώς το ξέρουμ’ όλοι
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές...

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,
μ’ ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: "θέλησε το στίγμα του να σβήσει"
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί. 

Νίκος Καββαδίας 


Καφάρ 

Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να `χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ’ το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι το ίδιο πια να μένεις στην Ελλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν
είν’ ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στην Ταϊτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

Η αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά
κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει. 

Νίκος Καββαδίας 


Σταυρός του νότου 

Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.
 
Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.
 
Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά.
 
Άλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό.
 
Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή.
 
Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής.

 

Νίκος Καββαδίας 


Επίγραμμα σ' αυτόχειρα 

Πήρε μια σφαίρα και τη φύτεψε
σε μια γλάστρα άδεια
του'χανε πει πως ο θάνατος
βγάζει ωραία λουλούδια.

Κώστας Ταχτσής 

 

Αυτοκτονία στο Γκρίνουιτς Βίλατζ 

Τα χέρια τεντωμένα
Οι παλάμες πιέζουν τα πλευρά του παράθυρου
Κοιτάζει κάτω
Έχει στο μυαλό τον Μπάρτοκ, τον Βαν Γκογκ
Και τις γελοιογραφίες στο Νιου Υόρκερ

Πέφτει
Την παίρνουν μʼ ένα φύλλο της Ντέϊλυ Νιους ριγμένο στο πρόσωπο
Και ο μαγαζάτορας ρίχνει καυτό νερό στο πεζοδρόμιο. 

Γκρέγκορι Κόρσο 


Χρόνιος αυτόχειρας 

Κάθε τόσο
αφήνω τον καμβά
που κρέμεται στην πλάτη
ενός σκαντζόχοιρου
φιγούρες παλιάτσων
και χυδαίων εραστών
θέλω να βλέπω
τον εαυτό μου στον καθρέφτη.

Τα έκλυτα βράδια
οι φιγούρες ζωντανεύουν
γεμίζουν κηλίδες στην αντανάκλαση
έχω χρόνια να πλυθώ.

Οι βελόνες με πονούν
μα φοβάμαι να σπάσω τον καμβά
το σκοινί που μας ενώνει
κρατά όρθια την καρέκλα
της κρεμάλας που 'χω περάσει στο λαιμό. 

Δημήτρης Δημητριάδης 

 

Η φυγή

 

Δεν άντεχε άλλο σ' αυτή την πρέσσα 

-λέω για το δωμάτιο 

που μύριζε χαλασμένα φρούτα και μοναξιά. 

Ώρες-ώρες ένιωθε σφίξιμο στα πλευρά 

κι ένα στημόνι να σκαλώνει ανάμεσά τους. 

Έπαιρνε να στηλώνει τότε το βλέμμα 

καρφώνοντας το πάτωμα 

ώρες ολόκληρες, 

μέρες ολόκληρες 

κι η σκέψη του τριβότανε αργά-αργά 

στον πάτο του σταχτοδοχείου. 

Κάποτε πια τ' αποφάσισε. 

Ξέφυγε βγαίνοντας στο μπαλκόνι. 

Πρόλαβα για λίγο να τον δω καθώς πετούσε. 

 

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος 

 

Ηλιοβασίλεμα 

 

Ο ήλιος πέφτει,

το χρώμα του χλομιάζει,

χλομός και συ τη δύση του κοιτάς.

Σουρούπωνε σαν πήρες το μαχαίρι,

κόκκινη ανταύγεια στον ορίζοντα,

σαν ανοιχτή πληγή.

Ο ήλιος έπεσε

ήρθε σκοτάδι

τα μάτια κλείσανε,

η νύχτα απλώθηκε παντού. 

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος 

 

Καημός 

 

Πολύτιμο κρασί μες το ποτήρι.

Πίνεις γουλιά – γουλιά κι απολαμβάνεις,

ξεχνιέσαι και δεν ξέρεις πια τι κάνεις

κι αρχίζει στο μυαλό σου πανηγύρι.

 

Χτυπάς με τη γροθιά σου το τραπέζι,

ποτήρι και μπουκάλι παρασέρνεις,

θες να πεις κάτι δεν τα καταφέρνεις

και βλαστημάς τη μοίρα που σ’ εμπαίζει.

 

Σώνεται το κρασί μες το ποτήρι.

Η πίκρα πιο βαριά ξαναγυρίζει.

αρρώστια το κορμί σου το θερίζει

κι ο νους ψάχνει να βρει κάπου να γείρει.

 

Σπασμένο το μπουκάλι σε κοιτάζει,

ματώνει το κορμί σου το μαχαίρι,

που κάρφωσες με το ‘να σου το χέρι

μη διώξεις τον καημό που σε σπαράζει. 

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος 

 

Το γέλιο   

 

Σιγά – σιγά νυχτώνει,

πολύχρωμα φώτα ανάβουν,

ζωντανεύει η μουσική,

κι εσύ γελάς.

Γέλιο τρελό.

Το σκόρπισε η νύχτα στον αέρα,

 ξεχύθηκε μέσα στα σοκάκια,

 φώλιασε στα αυτιά.

 Γέλιο χειρότερο από κλάμα,

δεν έμεινε να κάνεις τίποτα άλλο,

τώρα που είσαι ένα με τη νύχτα.

Τα ρούχα στάζουν αίμα και πονάνε. 

Κι αυτό το γέλιο ακόμα ν’ αντηχεί

μέσα στη νύχτα. 

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος 

 

Ο δρόμος 

 

Αυτός ο δρόμος,

δεν έχει γυρισμό,

δεν έχει τέρμα.

Αμέτρητα χιλιόμετρα,

τρέχεις μονάχος με το αμάξι.

Τώρα το ξέρεις,

όλα χάθηκαν

κι αφού δεν έμεινε,

καρδιά ν’ αντέξεις τη ζωή,

πατάς το γκάζι σαν τρελός στη λεωφόρο. 

 

Θεοχάρης Παπαδόπουλος 

 


 Η κατηγορία

 

Εσύ με σκότωσες θυμάσαι;  

Εσύ με έσπρωξες, ήσυχη να κοιμάσαι.

Εσύ κρατούσες το όνειρο, τώρα γιατί φοβάσαι?

Γιατί κλαις? σταματά να θυμάσαι.

 

Πρώτα με άφησες εσύ, και εγώ μετά εμένα,

κουραστικά πια να ακροβατώ σε αισθήματα κλεμμένα.

Πέταξα έφυγα μακριά, στα φύλλα τα γερμένα,

στα κρίνα εκείνα τα λευκά σε μέρη μαγεμένα.

 

Μην λυπάσαι το σώμα ποια δεν πονά, δεν έχει πια ψυχή,

μια μάζα είναι από κρέας που κείτεται στην γη.

Που ξέρεις μπορεί να σε ξανά δω σε μια άλλη ζωή,

όμως δεν το επιθυμώ γιατί θα καταλήξει πάλι εκεί.

 

Στο κενό στο κενό που με έριξε η αγάπη σου,

στο κενό που μέτρησα τα λάθη σου,

μα πια δεν πονώ και η αγάπη έγινε νερό

να ξεπλυθώ, και να ελευθερωθώ.

 

Ανδριάνα Μπιρμπίλη 

 

Σκέψεις, ο μόνος φόβος!

 

Φοβάσαι; Πλάκα μου κάνεις!

Ξέρεις τι έχω περάσει;  Ξέρεις τι ζω;

Ξέρεις τι είναι να πέφτεις, και να αρχίζεις από το μηδέν;

Δεν φοβάμαι! Φοβάμαι τις σκέψεις!

Κοιτάζω, το χθες και βάζω με επιείκεια, μηδέν!

Μηδέν στην ζωή! Μηδέν στην αγάπη! Μηδέν στην ύπαρξη!

Ξέρω τι είναι η μοναξιά. Τι να φοβηθώ;

Τον θάνατο, τον έχω μέσα μου!

Η ζωή, αυτή μόνο μου έχει λείψει.

Ζωή, που να κατοικεί άραγε; Πόσο βάζω στο σήμερα;

Στο σήμερα βάζω θαυμαστικό,

και ανάβω ένα τελευταίο τσιγάρο, κοιτάζοντας το κενό!

 

Ανδριάνα Μπιρμπίλη 


 

Η δροσερή κούκλα,

η φτιαγμένη με γύρη,

θα χαθεί το επόμενο πρωί .

Απαλλάξου από τον πόνο σου,

της λένε οι φίλες της που παίζουν μαζί της.

Μα αυτή είναι πολύ θλιμμένη,

ο αγαπημένος της αυτός,

θα πει τη μόνη λέξη,

πού τόσο πολύ επιθυμεί;

Για να φύγει η χλομάδα από το ωραίο της πρόσωπο.


Gregory Kremastas