Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

ΜΙΚΡΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΑΤΙΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ (Α)











Εξομολόγηση

-Παπά, μια κόρη αγάπησα
και μ’ αγαπούσε σαν τρελλή·
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά, τι συλλογάσαι ;

-Αν την αγάπησες πολύ,

συχωρεμένος να ’σαι.

-Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε

στην αγκαλιά μου ντροπαλή
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά, τι συλλογάσαι ;

-Αν την αγάπησες πολύ,

συχωρεμένος να ’σαι.

-Μια μέρα την παράτησα

την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μήτ’ αγκαλιά, μήτε φιλί.
Παπά, τι συλλογάσαι ;

-Δεν την αγάπησες πολύ,

καταραμένος να ’σαι !

Ιωάννης Πολέμης




Αμοιβαίος Έρως

Αχ! τι αμοιβαίος έρως!
πως να μη ζηλεύουν όλοι!
'Κείνη ανοίγει την καρδιά της,
και αυτὸς… τὸ πορτοφόλι!


Κωνσταντίνος Σκόκος

  

Σε φτωχή κηδεία γιατρού  

Σαν πέθανε, δε βρέθηκαν
να τον ξεβγάλουν φίλοι.
Όλους ο αθεόφοβος
τους είχε ξαποστείλει.

Κωνσταντίνος Σκόκος



Επιτύμβιο παντρεμένου

Εξήντα χρόνια έζησε
το όλον, ο καημένος!
Τα είκοσι, σαν άνθρωπος,
σαράντα, παντρεμένος.

Κωνσταντίνος Σκόκος  





Ειδύλλιον Ανδρογύνου

Σαν πρωτογνωριστήκανε,
τι ερωτικό καμίνι!
Μιλούσε κείνος τρυφερά
κι άκουγεν εκείνη.

Και σαν αρραβωνιάστηκαν,
τι γλύκα η κάθε φράση!
Μιλούσε κείνη κι άκουγε
εκείνος εν εκστάσει.

Μ' αφότου παντρευτήκανε,
ω βάσανα κι ω πόνοι!
Μιλούνε και οι δυο μαζί
κι ακούνε οι γειτόνοι...

Κωνσταντίνος Σκόκος







Στις ακακίες

Προς χάριν της κυκλοφορίας
των  ευγενών μας των ποδών
εκόψαμεν τας ακακίας
εις του Σταδίου την οδόν.
Ήσαν οι δόλιες α-κακίες
κι εθεωρούντο περιττές·
αν ήτανε κι αυτές κακίες,
δεν θα τις κόβαμε ποτές.

Πολύβιος Δημητρακόπουλος 




Ποιος είδε κράτος λιγοστό

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ’ αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που ‘χει
στο ‘να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!

Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Γεώργιος Σουρής 




Φόροι

Βάλετε φόρους, βάλετε εις την πτωχήν μας ράχη,
ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα
σεις το κρασί και τον καπνό που πίνετε μονάχοι
κι εμείς να σας κοιτάζομε με μάτι σαν γαρίδα
Βαριά φορολογήσετε και το νερό που τρέχει
βάλετε φόρους, βάλετε, η πλάτη μας αντέχει.

Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει
στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα
μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει
φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα
του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα
και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα.

Ο,τι κι αν τρώγουν οι πτωχοί το έθνος ας τα τρώγει
ό,τι κι αν πίνουν οι πτωχοί το έθνος ας τα πίνει
χορταίνετε σαν Λούκουλοι μ’ εμάς το σκυλολόγι
κι εμείς θα σας γνωρίζουμε γι’ αυτό ευγνωμοσύνη.
Τέτοιοι χωριάτες που ‘μαστε αντέχουμε εις όλα
και ούτε τόσον εύκολα τινάζουμε τα κώλα.

Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι
και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι
Πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι
και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι
Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη
κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει.

Μ’ αυτόν τον νόμον έζησε ο κόσμος και θα ζήσει
τη δύναμή του προσκυνά η κάθε κοινωνία
Δεν ημπορεί καθένας μας βεβαίως να πλουτίσει
γιατί του κόσμου έπειτα χαλά η αρμονία
Φτώχεια και πλούτος – ζήτημα του καθενός αιώνος:
Ιδού το τέλος κι η αρχή του φοβερού αγώνος.

Λοιπόν κανένας πρόστυχος κεφάλι μη σηκώσει
για τόσα νομοσχέδια μη βγάλει τσιμουδιά
Εις της πατρίδας τον βωμόν το αίμα του ας δώσει
χωρίς ν’ αφήσει στεναγμόν η μαύρη του καρδιά.
 
Κι αν τώρα πάλι έπεσεν επάνω του ο κλήρος
Πρέπει και πάλι να φανεί γενναίος – μάρτυς – ήρως. 

Γεώργιος Σουρής





Ο Ρωμηός

Στον καφενέ απ’ όξω σαν μπέης ξαπλωμένος,
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανέναν δεν κοιτάζω, κανέναν δεν ψηφώ.

Σε μία καρέκλα το’ να ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μίαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.

Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί ουρανός ! τί φύσις !
Αχνίζει ομπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μου αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νουν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα Ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
απάνω στα τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Στον καφετζή ξεσπάω... φωτιά κι εκείνος παίρνει.
αμέσως άνω κάτω τού κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος... δεν πληρώνω δεκάρα τον καφέ.

Γεώργιος Σουρής 




Η Παπαδιά

Η κυρά ενός παπά
ένα διάκο αγαπά
και πολύ μ' αυτόν τα έχει... 
Και ο άντρας της κοιτά
τα πολλά της χωρατά
και για τούτον πέρα βρέχει.

Επερνούσαν μια χαρά
έως ότου μια φορά
έγινε παπάς βαρβάτος
και ο διάκος ο αφράτος.

Κι ο παπάς της ο φτωχός
διόλου δεν εφθόνησε,
και ο ίδιος μοναχός
τον εχειροτόνησε.

Τίγκι, τούγκ! - μεγάλη σχόλη.
«Άξιος!» φωνάζουν όλοι,
νέοι, γέροι και παιδιά.
Μα με όλο της το νάζι
«Υπεράξιος!» φωνάζει
τρεις φορές κι η παπαδιά.

Γεώργιος Σουρής 


Εις φιλάρεσκον 

Αν θέλετε νάν' ελαφρό το χώμα που κοιμάται, 
στην πλάκα μη διαβάζετε τα χρόνια της, διαβάται!...


Γεώργιος Στρατήγης



Εις φθονερόν 

Χτες φίδι τον εδάγκωσε και σήμερα μαθαίνω, 
πως πέθανε... Ποιος απ' τους δυο; Το φίδι το καημένο!... 


Γεώργιος Στρατήγης 





Η προσευχή του ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά και μάτι δεν μας βλέπει
βρέχε σωρό διορισμούς στην ταπεινή μου τσέπη.
Την προσευχή μου, Κύριε, σου λέω με προθυμία
καμιά ψυχή δεν έβλαψα, μονάχα τα Ταμεία.

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήσαν αγαπημένοι.
Που να μην την εβούτηξα θέση καμιά δε μένει.
Ήσυχα εγώ κι αθόρυβα τα έργα μου έχω πράξει
κι από Γραικύλους και Γραικούς το σύμπαν έχω αρπάξει

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αέρα
κι όλες εγώ τις χτύπησα (δουλειά μου κάθε μέρα).
Ήμουνα των μικρών παιδιών και των σκυλιών ο φίλος
κι όλων εγώ των αρχηγών πιστός χαδιάρης σκύλος.

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.
Αφού το κράτος πλήρωνε, ζήτω η γλυκειά Πατρίδα!
Σ’ ευχαριστώ που μου’ δωκες χωρίς να μου ανήκει
τη θέση της Εκδοτικής και την Πινακοθήκη.

Για την καπατσοσύνη μου οι εχθροί θα με μισήσουν.
Ευδόκησε ν’ αφανιστούν χωρίς να ξαναζήσουν.
Με τρόπο της Ποιήσεως δώσε μου, Κύριε, τώρα
τα πενήντα χιλιάρικα, τ’ αληθινά «θεία δώρα».

Κώστας Βάρναλης (ψευδώνυμο Καρχαρίας Παπαφαταούλας)




Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον

Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο,
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιός τελευταίος θα γελάσει;

Κώστας Καρυωτάκης 



 Ιφ 
(κουτσαβάκικο) 

                            του Αλέξ. Πάλλη 

Έλα να φύγουμε μαζί 
μωρή Μαργκόλφω κοπελιά, 
και μη με βάλεις σε μπελιά, 
να ζη η μανούλα σου, να ζη, 
έλα να φύγουμε μαζί. 

Τι μούρθε νάρθω να σταθώ
στο παραθύρι σου καρσί; 
Περσότερο κι από κρασί, 
το πρόσωπό σου το ξαθό 
με κάνει φως μου και μεθώ. 

Περνούν οι νύχτες του χειμώ 
κ' οι κοντινές του Γιαλινού, 
κι όπως μου σήκωσες το νου, 
κ' είμαι σα νάμαι για χαμό, 
στιγμή δε βρίσκω αναπαμό. 

Με τη ρεπούμπλα μου στραβά 
και το ζωνάρι απολυτό, 
ξεμολοϊμένος περβατώ, 
μ' όποιος με βλέπ' αλλού τραβά 
γιατί μπλατσάζω παλαβά. 

Ιφ, κι α δεν κάμεις ράι, ναρθείς 
απόψε βράδυ στο στενό, 
μα το Σταυβρό, που προσκυνώ, 
ταχιά δε θα ξημερωθείς, 
και θα χαθώ, μα θα χαθείς. 

Ε, ρε Μιστόκλη φουκαρά, 
και πρώτε μ' αδερφοποιτέ, 
το πίστεβες αυτό ποτέ, 
να δεις εμέ τον ταγλαρά, 
να μη σταλίζω σε χλωρά; 

Δο μου το δίκοπο, μωρέ, 
και τη φουντούκω τη διπλή, 
κι α δε τη στρώσω σα γαλί, 
κι α δε στην κάμω με πουρέ,
 να μη με λένε Γιαρερέ. 

Μιλτιάδης Μαλακάσης 

 


Μποναμάς

Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.


Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.


Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)


Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…


Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες»
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».


ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ
(Διά το γνήσιον Κώστας Βάρναλης)