Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ






       Με αφορμή τη ραδιοφωνική εκπομπή Go On, που μεταδόθηκε στις 3 Ιουνίου 2017, με θέμα: "Η κατοικία στην ποίηση, παραθέτω μερικά ποιήματα, που έχουν σχέση με το παραπάνω, θέμα. Σπίτια, γειτονιές, πόλεις και μεταφορικές κατοικίες. Καλή ανάγνωση. 




Lacrimae Rerum

Άμοιρη! το σπιτάκι μας εστοίχειωσεν
από την ομορφιά σου την θλιμμένη·
στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα,
από την ομορφιά σου κάτι μένει.


Κάτι σα μόσκου μυρωδιά, κι απλώνεται
και το φτωχό σπιτάκι πλημμυρίζει,
κάτι σα φάντασμα, θολό κι ανέγγιχτο
κι όπου περνά σιγά το κάθε αγγίζει.


Όξω, βαρύ, μονότονο ψιχάλισμα
δέρνει τη στέγη μας· και τότε αντάμα
τα πράματα που αγιάσανε τα χέρια σου
αρχίζουν ένα κλάμα... και ένα κλάμα...


Κι απ' τη γωνιά ο καλός της Λήθης σύντροφος,
τ' αγαπημένο μας παλιό ρολόι,
τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίοντας
ρυθμίζει αργά, φριχτά, το μοιρολόι...


ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ



Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης
σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ‘χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις
η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ 



Κάτω από ένα φωτισμένο παράθυρο

Χάιδεψε με τ’ αντίφεγγό σου, αποσπερίτη,
το πρόσωπο της κόρης π’ αγαπώ,
μου ‘πε πως θα κοιμάται, αλλά το σπίτι
κοίτα πως λάμπει μες στο φως το χαρωπό.

Ίσως και να χορεύει, ποιος το ξέρει,
τους όρκους ποιος πιστεύει τώρα πλια,
θαρρώ τη βλέπω, σπλαχνικώτατό μου αστέρι
να γέρνει μες σε κάποιαν αγκαλιά.

Κι αν ξεγελιέμαι, κι αν εκείνη είν’ άλλη,
ποιος ξέρει αυτή με ποιον κρυφομιλεί,
η σάλα του σπιτιού είναι μεγάλη
κι οι καλεσμένοι είναι πολλοί…

Τι κρύο, αλήθεια, απόψε, ω, τι κρύο
τα λόγια μου, θαρρώ, τα τραγουδώ,
βλέπω κι εσύ πως φεύγεις, άστρο θείο,
όμως εγώ θα μείνω ακόμα εδώ.
  
ΑΛΤΖΕΡΝΟΝ ΤΣΑΡΛΣ ΣΟΥΙΝΜΠΕΡΝ                                  
Μετάφραση: ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ 



Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι.
Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο.
όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί
ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια…
Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ὁ λαός, γεγονότα συνέβησαν…
Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε κι ο πατέρας.
Γι’ αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια.
Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ



Σπίτι με Kήπον                                                                   
 

Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
(βέβαια να βρίσκονται κι αυτά·  είν’ ευμορφότατα)
αλλά για να ’χω ζώα.  A να ’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
και δυό σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
Aπό σκυλιά,  πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
Θα ’θελα και δυό άλογα  (καλά είναι τ’ αλογάκια).
Κ’ εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
τα συμπαθητικά εκείνα ζώα,  τα γαϊδούρια,
να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ 





Το  σπίτι που γεννήθηκα

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.


Το σπίτι που γεννήθηκα ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ᾿ όλα του τα νιάτα.


Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο και αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ 

   
Λεπτομέρειες για σπίτια που παλιώνουν

Κανείς δεν ξέρει πού
κοιτούν
τα σπίτια


μες από τ’ ανοιχτά παράθυρά τους
σαν προβολέα το βλέμμα περιφέρουν
φωτίζοντας ένα δικό τους κόσμο


Τα βράδια
κλείνουν πια τα βλέφαρά τους
βυθίζονται βαθιά στην ύπαρξή τους
νιώθουν κι αυτά το σώμα τους
ακούνε
τις πέτρινες τους φλέβες να φουσκώνουν


μέσα στα κύτταρά τους ξαναζούν
ψίθυροι των νερών
φωνές του ανέμου


Τα σπίτια μοιάζουν κάπως με τους τάφους
όπου νεκροί και ζώντες συνυπάρχουν
ο χρόνος τους ακινητεί
το παρελθόν τους και το μέλλον τους
χωρούν
μες στο πλατύ κι ασάλευτο παρόν τους


Όμως
πεθαίνουν κάποτε κι εκείνα
σωρεύεται στα στήθη τους σκοτάδι
σπάζουν τα κόκαλά τους απ’ το βάρος
και ξαφνικά
μια νύχτα
καταρρέουν
μ’ ένα βαθύ λυγμό που συγκλονίζει


ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ 



Κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

Καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας


με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινο μου βήμα


μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα


και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου
τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει
  

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ 




Άδειο σπίτι

Φοβόσουν να βλέπεις το σπίτι ν' αδειάζει.
Άκουγες τη φωνή του παλιατζή
κι έκρυβες τα κλειδιά της αποθήκης
με το μαγκάλι της γιαγιάς και την πινακωτή.
Σ' άρεσε να κλείνεσαι με τις ώρες στα δωμάτια,
μελετώντας τα πράγματα που μοιράστηκαν τη ζωή μας.
Έπαιρνες το πανί κι εγώ δεν ήξερα
αν ήταν για να τα ξεσκονίσεις
ή για να τα χαϊδέψεις,
προσπαθώντας μάταια κι εσύ να κρατηθείς,
αν και μπορούσες να το βλέπεις καθαρά :
Πριν από τα σπίτια είμαστε εμείς που αδειάζουμε.


ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 




Κατοικώντας στην ελεημοσύνη των ανθρώπινων συνειδήσεων ,
δασκάλεψα τα παιδιά μου να μην πεινάνε.
Εξαργύρωσα την μνήμη μου και την ταυτότητα μου με είδη για τουρίστες.
Προσκύνησα μια κλωστή με κάτι κουκουνάρια , που κάποιοι το είπαν τέχνη.
Έζησα σ ένα σπίτι φορώντας συνέχεια ωτοασπίδες.
Βίωσα την μοναξιά των ανθρώπων που κραύγαζαν τα ψεύτικα γέλια τους.
Και μετά βγήκα στον δρόμο και σας ρώταγα.
Είστε σίγουροι ότι στην Γη ΚΑΤΟΙΚΕΙΤΕ ως Άνθρωποι ;

ΙΩΑΝΝΑ ΑΡΓΥΡΙΟΥ 



Ραστώνη

Μες στην αυγουστιάτικη ραστώνη,
οι απόκληροι αυτής της πόλης
σαν σαλιγκάρια ξεπροβάλουν
μετά από μπόρα καλοκαιρινή
αντί για κέλυφος πόνο και θλίψη κουβαλούν
η πολυκοσμία έπαψε!
και έτσι δυο λόγια παραπάνω θα σου πουν
στην στάση, στο λεωφορείο, στον δρόμο στον καφενέ!
τώρα αυτοί είναι οι κάτοικοι της πόλης!
τώρα η πόλη τώρα τους ανήκει!

ΜΑΡΙΑ ΡΑΧΜΑΝΙΔΟΥ 



Να επιπλεύσουμε

Μια αρκούδα ή ακρίδα με τέσσερα κεριά στη δεξιά της ράχη,
έσκαβε μιά καθημερινή εκατόμβη,
έχοντας στο σαγόνι ένα κόκκινο αρχαίο λείψανο,
που στήριζε μια ξύλινη λαβή περασμένη από το αριστερό αυτί.
Άναψα τα δύο κεριά, μέρα μεσημέρι,
αναστατώνοντας τους περαστικούς.
Κανείς δεν κάνει κάτι τέτοιο, εκτός και αν είναι μεσάνυχτα. 
Τα βλέμματα τους ήταν δακρύβρεχτα και νοσηρά.
Πάνω στον περιοδεύων θίασο, σταλθήκαν όλα τα παιδιά, τρικλίζοντας και χασκογελώντας.
Άλλη μια κραυγή θα βγάλουμε να ακούσουμε στα δευτερεύοντα κράτη και στα πρωτεύοντα θηλαστικά.
Πρόστυχα λερωμένα σακάκια, φορεμένα από χωριάτικες γίδες,
Βραστές και ψητές μέσα στα πιάτα των τουριστών.
Με χτυπημένα δόντια και αριστερά πόδια.
Καταπίνοντας βότσαλα πεταμένα στα ρηχά,
Πιστεύοντας ό,τι κι αν μας πουν οι μεγαλύτεροι,
ό,τι φύλο κι αν είναι.
Τα γεγονότα που δεν μάθαμε και ακόμα περισσότερο
που δεν έγιναν ποτέ,
διαφεντεύουν το διάβα μας και διαποτίζουν το είναι μας
με ψεύτικα χαμόγελα και ανατριχιαστικά κοκαλιάρικα κλαδικά ακούσματα
ανακατεμένα με παιχνιδιάρικα επιφωνήματα.
Δεν μπορούμε να ακούσουμε λόγια ούτε να πούμε κουβέντες καθαρές και δεν θέλουμε  πια.
Η σαφήνεια της έκφρασης της αρκούδας ή της ακρίδας
είναι αυτή που ξεκαθάρισε το μέλλον των γενεών που έρχονται
και το παρελθόν που θα έρθει
από αυτούς που το αποφάσισαν ανάβοντας τα κεριά όπως πρέπει
για να είναι το κοινό χαρούμενο και πειθήνιο
γιατί έτσι μπορούν να επιπλεύσουν.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΑΤΙΣΤΑΣ







Πατρίδες ψυχής

Ανοίγουνε τα όρια και χάνομαι εντελώς
έχουμε μόνο μια ζωή και πρέπει να είμαστε κάτι
δεν έχουμε αρκετές για να μην είμαστε τίποτα
τα σύνορα χαράζονται από μόνα τους και φυλακίζεσαι σ' αυτά
πας να τους ξεφύγεις με το ένα πόδι στον ουρανό και τ' άλλο στο κελί.

Δεν ξέρεις αν όλοι είναι κάτι κι εσύ είσαι τίποτα
ή αν όλοι είναι τίποτα κι εσύ 'σαι όλα
ξέρεις μόνο πως είσαι ένα λάθος του μεγάλου λογιστή'
αυτού που χάραξε τα σύνορα
γιατί δεν μπόρεσε να τα χαράξει και στην καρδιά σου
που την πυροβολούν οι φρουροί κάθε φορά που τα περνάς
κι έχεις γεμίσει αίματα
μόνο νεκρός θα φύγεις από κει μέσα.
 ------------------------------------------------------------------------------------------------------

Εκείνη τη νύχτα ήταν όλα ένα
δεν ήξερες ποια ήσουν εσύ και ποιοι είν' αυτοί
Συνέπειες, αποτελέσματα, συνέχειες ξεχασμένα
μόνο ένας πονοκέφαλος σαν έρθει το πρωί.

Αναμνήσεις, θλίψη, αγάπη όλα ξεχασμένα
δε νιώθεις τίποτα και είσαι όποιος θες
θαρρείς πως είναι όλα ανέκδοτα περασμένα
κάποιος στα είπε, γέλασες, και πάλι στο μηδέν.

Σαν τίποτα να μην ήτανε πραγματικό μα ψέμα
και το συναίσθημα ένας χυδαίος ευφημισμός
γιατί δεν άντεχες να τα θες όλα για σένα
σαν όλα όσα ήθελες να ψάχνανε Θεό.

Ίσως να ήταν τελικά το ίδιο και με σένα
Αυτό που γύρευα και έψαχνα καιρό για να το βρω
θα ήταν άλλος αν εσύ δεν ήσουνα δεν έχει σημασία
απ' το όνειρο το αποτέλεσμα  είναι αλλιώς.

ΦΑΙΗ ΡΕΜΠΕΛΟΥ








Παλιά γειτονιά

Ερήμωσε η παλιά γειτονιά.
Τα σπίτια γέρασαν,
αδειάσανε οι δρόμοι.
Έχουν πολύ καιρό να ακουστούν,
γέλια χαρούμενων παιδιών.
Στους δρόμους κουρασμένα αυτοκίνητα,
στα πεζοδρόμια αποσταμένοι πεζοπόροι.
Κι εγώ βαδίζω κουρασμένος στα στενά της.
Εκεί μεγάλωσα.
Τι κι αν τα χρόνια πέρασαν;
Ξαναγυρνώ συχνά μες στα στενά της.

 ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

Η πρώτη πόλη στον κόσμο 

Ο νεαρός έφερε έναν μυρωδάτο σκούρο καφέ ολόγυμνος τραγουδώντας μια άρια. Μόλις είχα διαβάσει το γράμμα της εφορίας που διέγραφε το χρέος και έκανε επιστροφή καταβαλλόμενων δόσεων. 

Έξω από το καφέ άκουγα τα χαρούμενα επιφωνήματα των ανθρώπων που πανηγύριζαν την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα. 

Οι βλεφαρίδες των ματιών της αδελφής μου είχαν μεγαλώσει μέσα σε λίγα λεπτά και στο κεφάλι της είχαν φυτρώσει κυματιστά ολόξανθα μαλλιά που είχαν πέσει από την χημειοθεραπεία. 

Χαρούμενα προσφυγόπουλα έτρεχαν με ολοκαίνουργια μέλη, χωρίς πατερίτσες, καλοχτενισμένα και με άψογα δόντια. 

Η οικογένειά μου είχε αποδεχτεί τον ομοφυλοφιλισμό μου και η γυναίκα μου είχε δεχτεί να χωρίσουμε συναινετικά, εφόσον η ίδια πήρε το χάπι και θα ξαναγινόταν νέα. 

Η Αθήνα μας, η πρώτη πόλη στον κόσμο που εφάρμοσε τη Συμφωνία Υγείας-Αναπλαστικότητας, Οικονομίας και Διακρατικής Δικαιοσύνης-Ισονομίας ζούσε δοξασμένες μέρες. 

ΚΑΡΙΝΑ ΒΕΡΔΗ 


2.

Κοπάναγε τα πλήκτρα πάνω του
με την φυσούνα άνοιγε και έκλεινε δρόμο
στο κορίτσι με το κύπελλο – που και που
του ‘ριχνε και καμία κλωτσιά – Σιγά μπαμπά
θα μου φας την κοτσίδα τσίριξε– και τότε
σύσσωμο το βαγόνι σήκωσε και από παλάμη
σε παλάμη γύριζε το κορίτσι με την αλογοουρά – ή ποτέ
τίποτε από όλα αυτά δε συνέβη και κανένα κέρμα σε κανένα
κύπελλο δεν έπεσε και κανένα σχολείο κανένα
χαμόγελο κοριτσιού δεν είδε εκείνη τη μέρα μόνο εκείνος που
συνέχιζε να κοπανά τα πλήκτρα και τα βαγόνια
στο συρμό πηγαινοέρχονταν και ο συριγμός
πλεκότανε με τα μαλλιά της ασθμαίνοντας
τ' ακορντεόν προσπάθησε να κρύψει κάπως
τα πληγωμένα του πλήκτρα

ΙΩ ΑΡΜΑΤΑ
Από την θεματική ποιημάτων
junk stories
[ανθυγιεινές ιστορίες πόλεις]