Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ"

ΑΦΙΕΡΩΜΑ








       Το παρακάτω αφιέρωμα περιλαμβάνει ποιήματα, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Μαρτυρίες".
       Το περιοδικό "Μαρτυρίες" κυκλοφόρησε την περίοδο 1962-1966 και ήταν έντυπο κριτικής και λογοτεχνίας. Οι "Μαρτυρίες", υπό την καθοδήγηση του Μανόλη Λαμπρίδη (αδελφός του Βύρωνα Λεοντάρη), ήταν επίσης φορέας έκφρασης μιας ομάδας φίλων, ποιητών και κριτικών (ανάμεσά τους ο Βύρων Λεοντάρης, η Ζέφη Δαράκη, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Τάσος Πορφύρης, ο Μάρκος Μέσκος, κ.ά.), ενώ από το 1971 και έπειτα μετεξελίχθηκαν στο περιοδικό "Σημειώσεις". 


                 4
Δεν ήταν τ' όνειρο αυθεντικό 
αλλιώς γιατί, Χριστέ μου, σάπισε σα πτώμα; 
Το πρόσωπο της πολιτείας πολύ γλυκό 
μια κούραση αβάσταχτη στο στόμα 

Ανόητες παγίδες φεγγαριού 
τις γύρισε η άσφαλτος κομμάτια. 
Ανέβα τ' άστρο του πνιγμού 
με φλογισμένα απ' την αγρύπνια μάτια 

Ανέβα τ' άστρο του πνιγμού 
αίμα αδέξια χυμένο 
η νύχτα φύτρωσε παντού 
άλλο μη λες: "Θα επιμένω"

Ψάχνοντας στο μέτωπο του δρόμου 
τις φλέβες τόσων υποσχέσεων 
τα νύχια μάκρυναν του τρόμου 
εις τον "συνήθη" τόπο εκτελέσεων. 

Ωραίο κύμα... πώς ξεψύχησες 
σκαλίζοντας στο βράχο μονοπάτι 
που πίστεψες πολύ. Τι πίστεψες; 
Χαθήκαμε! Χάθηκε το σκαλοπάτι 

Λόγια μείναν ανεκπλήρωτα 
Τα ποιήματα κατάντησαν να λεν αντίο. 
Είναι ν' αφήνεις τα μάτια σου ανοχύρωτα 
Μοναξιά, κλείσ' τα σα δύσκολο βιβλίο. 

Μάριος Αφεντόπουλος (Μαρκίδης) 

 
  
Ο γυρισμός του εξόριστου 

Δεν ήρθε άλλη στιγμή από τότε. 
Πυκνή ομίχλη ο χρόνος γύρω μου 
και τα παράθυρα διεσταλμένα στη μνήμη. 
Ανέγγιχτα άφησα τα πράγματά σου 
στην παιδική σου αφή καθηλωμένα 
και γω από κυπαρίσσι της σιωπής ακουμπισμένη 
στο θάνατο μετρούσα που γυρόφερνε 
στενεύοντας τον κύκλο γύρω μου 
στενεύοντας τον κύκλο... 

Ανέγγιχτα άφησα τα πράγματά σου 
κ' η στιγμή πούφυγες 
πουλί παγιδευμένο στο ρολόι. 
...Μα γιατί στέκεις έτσι ξεχασμένος 
μες στα παλιά σου ενθύμια; 

Είναι φριχτό μα δε σ' αναγνωρίζουν 
μήτε και συ τ' αναγνωρίζεις πια... 
Φύλλο νεκρό το παρελθόν, παιδί χαμένο, 
μαρμαρωμένος ο παλιός σου ο κόσμος, πάει, 
και συ με νέο πρόσωπο έχεις γυρίσει 
από μιαν άλλη γνώση φαγωμένο. 

Ζέφη Δαράκη 


Παράλογες προφυλάξεις 

Η μπόρα, 
του εφετινού Σεπτέμβρη με βρήκε κατάμονο στο σπίτι. 
Προσπάθησα, βέβαια, να προφυλαχτώ, 
να κλείσω τα παράθυρα και τις πόρτες. 
Όμως το σπίτι είναι παλιό, με χαλασμένα κεραμίδια, 
γκρεμισμένους τοίχους, χαραμάδες, 
στα πατώματα και τη σκεπή. 

Τάσος Κόρφης

 
Ανασύνδεση 

        Ι 
Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι 
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού 
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο 
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης 
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες. 

Πάνω απ' τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι 
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια 
στεγνά σαν κάνες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια 
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο. 

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια 
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο 
μ' ένα τραγούδι αλουλούδιστο στα μάτια μας 
με τα κεραυνωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια 
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα; 

Το αίμα στο αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό 
άδειος εδιάβηκε ο καιρός κανένα θάμα... 
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια 
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα 
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας που τραβάει 
αυτός ο δρόμος που περνάει 
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες. 

                  ΙΙ
Μέρες που δεν σε θέλουν πια 
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί 
αφρόντιστα ξοδεύτηκες 
μέρες που δεν σε ξέρουν πια 
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου 
κι όλο μακραίνουμε και προχωρούν χωρίς εσένα 
            -μα που πάνε;- 
Μόνος, σκοτάδι και τ' απόμακρά τους βήματα 
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου 
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα. 

Πλατείες που δε σ' αναγνωρίζουν πια 
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ' τα πόδια σου 
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν 
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι. 

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση 
ξένος στον κόσμο απόμεινες 
βλέμματα, λόγια, αφές, 
γεφύρια που σ' ενώναν με τους άλλους, 
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου - κι αν θα φωνάξεις, η φωνή σου 
ομίχλη πήζει γύρω σου. 

Μέρες που δεν σε θέλουν πια, 
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα 
κάτι άλλο ψάχνουν - μα τι να ΄ναι αυτό; 
κάτι άλλο πιο μακριά απ' την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος 
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους 
λειώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ' την αίσθηση 
καθώς το νιώθεις πια 
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο 
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου. 

Βύρων Λεοντάρης


Οι σκλάβοι 

Σκάνε τα κομπρεσέρ μ' άγρια μανία 
μες το μυαλό τους δυναμίτες της κραυγής 
πίνουμε σκόνη στα νταμάρια ολημερίς 
πίνουμε κάρβουνο βαθιά μες τα ορυχεία. 
Κολλούν τα χέρια μας στα πτυελοδοχεία 
βρωμούν τα μάτια στους υπόνομους της γης 
και κατεβαίνουμε στον κόσμο της σιωπής 
αγκαλιασμένοι στο βυθό την ασφυξία. 
Νιβόμαστε το αίμα μέσα στα σφαγεία 
ρίζες δενόμαστε στη γης με το τσαπί 
ρουφάμε τη σαπίλα στα βυρσοδεψεία 
σκλάβοι της μηχανής στη βιομηχανία 
σκλάβοι της θάλασσας στ' αμπάρια και στα πλοία 
κι άλλοι μαζεύουν· στάλα ιδρώτας και φλουρί. 

Παναγής Λευκαδίτης 

 
Ραγισμένο ταμπούρλο 

           ΙΙΙ 
Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι 
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός 
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι 
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως. 

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά 
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι 
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά 
σβησμένες οι σημαίες μου κ' η νιότη μου σαλπάρει 

τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου 
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί 
προσπάθειες που τέλειωσαν, λυωμένη μουσική 
λυωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου... 

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος          


Αντιδιαστολή 

Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι. 
Τη μέρα εκείνη κάποιος υπουργός 
κάποιος πρίγκιπας ή βασιλιάς 
ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων θάφτανε στην πόλη. 
Απ' το πρωί στον ιστό οι σημαίες 
η φτώχεια των μικρών παιδιών παραταγμένη στα πεζοδρόμια 
και η μουσική και τα ξίφη 
κι από τα μεγάφωνα η πρόσκαιρη υποβολή. 

...................................................................................................
Αυτός, πήρε το σώβρακό του 
και τράβηξε για το ποτάμι 
να κολυμπήσει. 

Μάρκος Μέσκος 

 
Σχέδιο 


Για τις κολόνες που γλίτωσαν απ' το χαλασμό 
και προσμένουν ανυπόμονα το καινούργιο γεφύρι 
τις ράγες που καλύπτουν 
το όριο διαστολής απ' τη λαχτάρα τους 
στο μακρινό σφύριγμα του τραίνου 
στους στοιβαγμένους καρπούς στο κελάρι 
σαν ανιχνεύουν για μια χούφτα χώμα 
τη φωνή μου που αντιστέκεται 
στις ετικέτες για αναισθητικά και παυσίπονα 
τις νύχτες που ετοιμάζουν 
τον έσχατο κίνδυνο για την Αφεντιά σας 
και για τον αυριανό ήλιο 
που θα μαζεύει τις σκιές τραγουδώντας 
για να τραγουδώ. 

Τάσος Πορφύρης 

          
               γ 
Μην ξεγελιέστε που μιλώ με τέτοιο πάθος 
στο βάθος είμαι και γω όπως εσείς, μια θλιβερή 
ασήμαντη ιστορία, μια μηχανή που τη σταμάτησαν 
στην ορισμένη ώρα δίχως πολλές διατυπώσεις. 


Μη με κοιτάτε που μιλώ· μπορεί και να νοστάλγησα 
όπως εσείς κι έκλεψα την καρδιά του διπλανού μου. 


Γέλασα και παραμόρφωσα το πρόσωπό μου γιατί δε βρήκα άλλη 
      εκδίκηση να με γεμίσει. 

Κι είναι δική μου η εκδίκηση, ολόδική μου, τώρα που τριγυρνώ 
       κι αναρωτιέμαι. Θα σπάσει επιτέλους αυτό το τζάμι πότε 
       θα σπάσει. 

Κι είναι δική μου η εκδίκηση τώρα που γίναν άχρηστα τα όπλα 
       γιατί δε βλέπω γύρω μου εχθρούς. 

Και προσπαθώ ν' ανάψω μια φωτιά γράφοντας ποιήματα. 

Στέφανος Ροζάνης 





ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ"

ΑΦΙΕΡΩΜΑ








       Το παρακάτω αφιέρωμα περιλαμβάνει ποιήματα, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Μαρτυρίες".
       Το περιοδικό "Μαρτυρίες" κυκλοφόρησε την περίοδο 1962-1966 και ήταν έντυπο κριτικής και λογοτεχνίας. Οι "Μαρτυρίες", υπό την καθοδήγηση του Μανόλη Λαμπρίδη (αδελφός του Βύρωνα Λεοντάρη), ήταν επίσης φορέας έκφρασης μιας ομάδας φίλων, ποιητών και κριτικών (ανάμεσά τους ο Βύρων Λεοντάρης, η Ζέφη Δαράκη, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, ο Στέφανος Ροζάνης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Τάσος Πορφύρης, ο Μάρκος Μέσκος, κ.ά.), ενώ από το 1971 και έπειτα μετεξελίχθηκαν στο περιοδικό "Σημειώσεις". 


                 4
Δεν ήταν τ' όνειρο αυθεντικό 
αλλιώς γιατί, Χριστέ μου, σάπισε σα πτώμα; 
Το πρόσωπο της πολιτείας πολύ γλυκό 
μια κούραση αβάσταχτη στο στόμα 

Ανόητες παγίδες φεγγαριού 
τις γύρισε η άσφαλτος κομμάτια. 
Ανέβα τ' άστρο του πνιγμού 
με φλογισμένα απ' την αγρύπνια μάτια 

Ανέβα τ' άστρο του πνιγμού 
αίμα αδέξια χυμένο 
η νύχτα φύτρωσε παντού 
άλλο μη λες: "Θα επιμένω"

Ψάχνοντας στο μέτωπο του δρόμου 
τις φλέβες τόσων υποσχέσεων 
τα νύχια μάκρυναν του τρόμου 
εις τον "συνήθη" τόπο εκτελέσεων. 

Ωραίο κύμα... πώς ξεψύχησες 
σκαλίζοντας στο βράχο μονοπάτι 
που πίστεψες πολύ. Τι πίστεψες; 
Χαθήκαμε! Χάθηκε το σκαλοπάτι 

Λόγια μείναν ανεκπλήρωτα 
Τα ποιήματα κατάντησαν να λεν αντίο. 
Είναι ν' αφήνεις τα μάτια σου ανοχύρωτα 
Μοναξιά, κλείσ' τα σα δύσκολο βιβλίο. 

Μάριος Αφεντόπουλος (Μαρκίδης) 

 
  
Ο γυρισμός του εξόριστου 

Δεν ήρθε άλλη στιγμή από τότε. 
Πυκνή ομίχλη ο χρόνος γύρω μου 
και τα παράθυρα διεσταλμένα στη μνήμη. 
Ανέγγιχτα άφησα τα πράγματά σου 
στην παιδική σου αφή καθηλωμένα 
και γω από κυπαρίσσι της σιωπής ακουμπισμένη 
στο θάνατο μετρούσα που γυρόφερνε 
στενεύοντας τον κύκλο γύρω μου 
στενεύοντας τον κύκλο... 

Ανέγγιχτα άφησα τα πράγματά σου 
κ' η στιγμή πούφυγες 
πουλί παγιδευμένο στο ρολόι. 
...Μα γιατί στέκεις έτσι ξεχασμένος 
μες στα παλιά σου ενθύμια; 

Είναι φριχτό μα δε σ' αναγνωρίζουν 
μήτε και συ τ' αναγνωρίζεις πια... 
Φύλλο νεκρό το παρελθόν, παιδί χαμένο, 
μαρμαρωμένος ο παλιός σου ο κόσμος, πάει, 
και συ με νέο πρόσωπο έχεις γυρίσει 
από μιαν άλλη γνώση φαγωμένο. 

Ζέφη Δαράκη 


Παράλογες προφυλάξεις 

Η μπόρα, 
του εφετινού Σεπτέμβρη με βρήκε κατάμονο στο σπίτι. 
Προσπάθησα, βέβαια, να προφυλαχτώ, 
να κλείσω τα παράθυρα και τις πόρτες. 
Όμως το σπίτι είναι παλιό, με χαλασμένα κεραμίδια, 
γκρεμισμένους τοίχους, χαραμάδες, 
στα πατώματα και τη σκεπή. 

Τάσος Κόρφης

 
Ανασύνδεση 

        Ι 
Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι 
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού 
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο 
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης 
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες. 

Πάνω απ' τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι 
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια 
στεγνά σαν κάνες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια 
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο. 

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια 
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο 
μ' ένα τραγούδι αλουλούδιστο στα μάτια μας 
με τα κεραυνωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια 
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα; 

Το αίμα στο αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό 
άδειος εδιάβηκε ο καιρός κανένα θάμα... 
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια 
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα 
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας που τραβάει 
αυτός ο δρόμος που περνάει 
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες. 

                  ΙΙ
Μέρες που δεν σε θέλουν πια 
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί 
αφρόντιστα ξοδεύτηκες 
μέρες που δεν σε ξέρουν πια 
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου 
κι όλο μακραίνουμε και προχωρούν χωρίς εσένα 
            -μα που πάνε;- 
Μόνος, σκοτάδι και τ' απόμακρά τους βήματα 
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου 
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα. 

Πλατείες που δε σ' αναγνωρίζουν πια 
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ' τα πόδια σου 
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν 
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι. 

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση 
ξένος στον κόσμο απόμεινες 
βλέμματα, λόγια, αφές, 
γεφύρια που σ' ενώναν με τους άλλους, 
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου - κι αν θα φωνάξεις, η φωνή σου 
ομίχλη πήζει γύρω σου. 

Μέρες που δεν σε θέλουν πια, 
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα 
κάτι άλλο ψάχνουν - μα τι να ΄ναι αυτό; 
κάτι άλλο πιο μακριά απ' την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος 
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους 
λειώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ' την αίσθηση 
καθώς το νιώθεις πια 
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο 
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου. 

Βύρων Λεοντάρης


Οι σκλάβοι 

Σκάνε τα κομπρεσέρ μ' άγρια μανία 
μες το μυαλό τους δυναμίτες της κραυγής 
πίνουμε σκόνη στα νταμάρια ολημερίς 
πίνουμε κάρβουνο βαθιά μες τα ορυχεία. 
Κολλούν τα χέρια μας στα πτυελοδοχεία 
βρωμούν τα μάτια στους υπόνομους της γης 
και κατεβαίνουμε στον κόσμο της σιωπής 
αγκαλιασμένοι στο βυθό την ασφυξία. 
Νιβόμαστε το αίμα μέσα στα σφαγεία 
ρίζες δενόμαστε στη γης με το τσαπί 
ρουφάμε τη σαπίλα στα βυρσοδεψεία 
σκλάβοι της μηχανής στη βιομηχανία 
σκλάβοι της θάλασσας στ' αμπάρια και στα πλοία 
κι άλλοι μαζεύουν· στάλα ιδρώτας και φλουρί. 

Παναγής Λευκαδίτης 

 
Ραγισμένο ταμπούρλο 

           ΙΙΙ 
Ανάσαινα το δέρμα σου ευλύγιστο ποτάμι 
κυμάτισε στα βλέφαρα ο ήσυχος λυγμός 
όταν κουράστηκε η φωνή και βρήκε μαξιλάρι 
όταν η μέρα εράγισε και βούλιαξε το φως. 

Έχασα τους συντρόφους μου με πήρε η λησμονιά 
με πήρε η γλυκιά βροχή το μαλακό σκοτάδι 
έχασα τους συντρόφους μου χιονίζει λησμονιά 
σβησμένες οι σημαίες μου κ' η νιότη μου σαλπάρει 

τα οράματά μου αράζουνε αργά στα γόνατά σου 
μικρά ναυάγια που διψούν της άμμου το φιλί 
προσπάθειες που τέλειωσαν, λυωμένη μουσική 
λυωμένα δάχτυλα κρυμμένα στα μαλλιά σου... 

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος          


Αντιδιαστολή 

Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι. 
Τη μέρα εκείνη κάποιος υπουργός 
κάποιος πρίγκιπας ή βασιλιάς 
ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων θάφτανε στην πόλη. 
Απ' το πρωί στον ιστό οι σημαίες 
η φτώχεια των μικρών παιδιών παραταγμένη στα πεζοδρόμια 
και η μουσική και τα ξίφη 
κι από τα μεγάφωνα η πρόσκαιρη υποβολή. 

...................................................................................................
Αυτός, πήρε το σώβρακό του 
και τράβηξε για το ποτάμι 
να κολυμπήσει. 

Μάρκος Μέσκος 

 
Σχέδιο 


Για τις κολόνες που γλίτωσαν απ' το χαλασμό 
και προσμένουν ανυπόμονα το καινούργιο γεφύρι 
τις ράγες που καλύπτουν 
το όριο διαστολής απ' τη λαχτάρα τους 
στο μακρινό σφύριγμα του τραίνου 
στους στοιβαγμένους καρπούς στο κελάρι 
σαν ανιχνεύουν για μια χούφτα χώμα 
τη φωνή μου που αντιστέκεται 
στις ετικέτες για αναισθητικά και παυσίπονα 
τις νύχτες που ετοιμάζουν 
τον έσχατο κίνδυνο για την Αφεντιά σας 
και για τον αυριανό ήλιο 
που θα μαζεύει τις σκιές τραγουδώντας 
για να τραγουδώ. 

Τάσος Πορφύρης 

          
               γ 
Μην ξεγελιέστε που μιλώ με τέτοιο πάθος 
στο βάθος είμαι και γω όπως εσείς, μια θλιβερή 
ασήμαντη ιστορία, μια μηχανή που τη σταμάτησαν 
στην ορισμένη ώρα δίχως πολλές διατυπώσεις. 


Μη με κοιτάτε που μιλώ· μπορεί και να νοστάλγησα 
όπως εσείς κι έκλεψα την καρδιά του διπλανού μου. 


Γέλασα και παραμόρφωσα το πρόσωπό μου γιατί δε βρήκα άλλη 
      εκδίκηση να με γεμίσει. 

Κι είναι δική μου η εκδίκηση, ολόδική μου, τώρα που τριγυρνώ 
       κι αναρωτιέμαι. Θα σπάσει επιτέλους αυτό το τζάμι πότε 
       θα σπάσει. 

Κι είναι δική μου η εκδίκηση τώρα που γίναν άχρηστα τα όπλα 
       γιατί δε βλέπω γύρω μου εχθρούς. 

Και προσπαθώ ν' ανάψω μια φωτιά γράφοντας ποιήματα. 

Στέφανος Ροζάνης 





Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

6 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

       Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" έκλεισε 6 χρόνια ζωής. Την έκτη χρονιά αναρτήθηκαν: 

       Α: Μικρή ανθολογία σατιρικής ποίησης χωρισμένη σε δύο μέρη. 
       Β: Δύο κριτικές ποιητικών συλλογών, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τον Ειρηναίο Μαράκη. 
       Γ: Μικρή ανθολογία ποιημάτων με τίτλο: Ποίηση και χρόνος.
      Δ: Τα Καβαφικά: Μικρή ανθολογία ποιημάτων καβαφικού στυλ από τους σύγχρονους του Καβάφη μέχρι σήμερα. 
      Ε: Μία κριτική ποιητικής συλλογής, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο. 
    ΣΤ: Ένα ποίημα του Frank Zappa και ένα σχόλιο από τον Ειρηναίο Μαράκη. 
      Ζ: Έκτακτα αφιερώματα στους πρόσφατα εκλιπόντες: Μάνο Ελευθερίου, Γιώτα Αργυροπούλου, Χρίστο Ρουμελιωτάκη. 
      Η: Αφιέρωμα στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου. 
      Θ: Μια προσέγγιση στο "Γυμνό Γεύμα" του Ουίλιαμ Μπάροουζ από τον Ειρηναίο Μαράκη. 

       Στην αρχή της χρονιάς, που πέρασε καλωσορίσαμε στη σύνταξη του Blog τον Ειρηναίο Μαράκη. Την καινούργια χρονιά καλωσορίζουμε τον Νίκο Σουβατζή. 
       Οι αναρτήσεις αυτής της χρονιάς ήταν λίγο περισσότερες. Οι συνολικές προβολές ξεκινώντας από τις 46000 έφτασαν πάνω από 89000. Ευχαριστούμε και συνεχίζουμε με καινούργιες και ανανεωμένες αναρτήσεις. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση.

  
     

6 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

       Το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ" έκλεισε 6 χρόνια ζωής. Την έκτη χρονιά αναρτήθηκαν: 

       Α: Μικρή ανθολογία σατιρικής ποίησης χωρισμένη σε δύο μέρη. 
       Β: Δύο κριτικές ποιητικών συλλογών, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τον Ειρηναίο Μαράκη. 
       Γ: Μικρή ανθολογία ποιημάτων με τίτλο: Ποίηση και χρόνος.
      Δ: Τα Καβαφικά: Μικρή ανθολογία ποιημάτων καβαφικού στυλ από τους σύγχρονους του Καβάφη μέχρι σήμερα. 
      Ε: Μία κριτική ποιητικής συλλογής, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Θεοχάρη Παπαδόπουλο. 
    ΣΤ: Ένα ποίημα του Frank Zappa και ένα σχόλιο από τον Ειρηναίο Μαράκη. 
      Ζ: Έκτακτα αφιερώματα στους πρόσφατα εκλιπόντες: Μάνο Ελευθερίου, Γιώτα Αργυροπούλου, Χρίστο Ρουμελιωτάκη. 
      Η: Αφιέρωμα στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου. 
      Θ: Μια προσέγγιση στο "Γυμνό Γεύμα" του Ουίλιαμ Μπάροουζ από τον Ειρηναίο Μαράκη. 

       Στην αρχή της χρονιάς, που πέρασε καλωσορίσαμε στη σύνταξη του Blog τον Ειρηναίο Μαράκη. Την καινούργια χρονιά καλωσορίζουμε τον Νίκο Σουβατζή. 
       Οι αναρτήσεις αυτής της χρονιάς ήταν λίγο περισσότερες. Οι συνολικές προβολές ξεκινώντας από τις 46000 έφτασαν πάνω από 89000. Ευχαριστούμε και συνεχίζουμε με καινούργιες και ανανεωμένες αναρτήσεις. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση.

  
     

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟ "ΓΥΜΝΟ ΓΕΥΜΑ" ΤΟΥ ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΠΑΡΟΟΥΖ









Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης



       Πως αντιμετωπίζεις ένα βιβλίο-θρύλο της αμερικάνικης και παγκόσμιας λογοτεχνίας; Να ποιά ήταν η πρώτη σκέψη μου, τελειώνοντας την δεύτερη (ή τρίτη, δεν θυμάμαι) ανάγνωση του θρυλικού «Γυμνού Γεύματος» του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Στη συνέχεια, πίνοντας μια μπυρίτσα στο Φαγκότο, το ιστορικό τζαζ μπαρ στο ενετικό λιμάνι των Χανίων, ανάμεσα σε ντόπιους και τουρίστες και σε ωραίες μουσικές, σκέφτηκα πάλι πως ίσως δεν είναι όλοι ικανοί να αντιμετωπίσουν, πάει να πει να υπολογίσουν την αξία του βιβλίου με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Έτσι κι αλλιώς, τούτο το βιβλίο είναι φτιαγμένο ειδικά για να μην μπαίνει σε καλούπια. Αργότερα ή νωρίτερα, ούτε τώρα θυμάμαι, τι πειράζει, έτσι είναι αυτά, σε μια ροκ συναυλία ξανασκέφτηκα με δυο τρεις πάλι μπύρες και κάτι ρακές αργότερα, πως τι στο καλό κάθομαι κι αναρωτιέμαι, το «Γυμνό Γεύμα» είναι τόσο ροκ που καμιά αντιμετώπιση, κανείς υπολογισμός, όσο και αν είναι ευφυής, δεν αρκεί για να το περιγράψει.


       Όμως, τι ευλογία και κατάρα που είναι ετούτο το συναίσθημα, ο λογιστής μέσα μου επέμενε, πως ναι ρε αδερφέ, κι όμως κάποια πράγματα εύκολα, σχεδόν αβίαστα, θα το δεις, μπορούν εύκολα να βγουν διαβάζοντας το βιβλίο. Έτσι λοιπόν, για να ικανοποιήσω την αδάμαστη πείνα για ορθολογισμό του άλλου μου εαυτού (κι εντάξει, και το δικό μου ψώνιο), προχωράω (αλλάζοντας ή έτσι νομίζοντας τη γραφή μου) στις ακόλουθες γραμμές, δυο τρία πράγματα σημειώνοντας (και βάζοντας πολλά άλλα στοιχεία στην άκρη):



       Α) Η ηρωίνη, να ποια είναι, η πραγματική συγγραφέας του «Γυμνού Γεύματος». Η ηρωίνη, το λογικό παράλογο, ο απόλυτος εθισμός σε αυτή την ουσία, που κάποτε τη θεωρούσαν φάρμακο, και κατά συνέπεια η παρακμή που αυτή επιφέρει στον χρήστη. Ναι, δεν είναι ένα απλό ναρκωτικό η ηρωίνη, δεν είναι για να το πούμε πολύ απλά κι ακόμα πιο πρόχειρα, ένα τσιγαριλίκι (έτσι, δεν λέγεται;) που κάνεις μια στο τόσο με την παρέα σου, έτσι για να χαλαρώσεις, έχοντας επίγνωση πως ύστερα από λίγο πάλι θα γυρίσεις στην σκληρή πραγματικότητα.



       Εδώ έχουμε μια νέα πραγματικότητα, μια ζωή που μοιάζει υπερρεαλιστική αλλά που στην πραγματικότητα αποτελεί ανάγνωση και βίωση της τωρινής ζωής μέσα από ένα πρίσμα που προσπαθεί να βοηθήσει τον χρηστή να ξεφύγει από τα προβλήματα του, δημιουργώντας του άλλα χειρότερα. Η ηρωίνη, γενικά αλλά και στο «Γυμνό Γεύμα» λειτουργεί και απελευθερωτικά και δεσμεύοντας τους πρωταγωνιστές του βιβλίου σε μια αλλοτρίωση χωρίς επιστροφή. Εκτός και αν θεωρηθεί επιστροφή το να σε κυνηγάει η Ομοσπονδιακή Αστυνομία για να σε κλείσει, για μια ζωή και πάντα, σε κάποιο καθαρό, λευκό και αποστειρωμένο Ομοσπονδιακό Άσυλο…



       Β) Έχει ειπωθεί πως το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένα «ταξίδι του μυαλού δίχως χάρτη». Θα έλεγα μάλλον πως είναι ένα ταξίδι βασισμένο σ’ ένα χάρτη που φτιάξαν πειρατές, με πολλές διαδρομές και με πολλά εμπόδια προς την αναζήτηση του θησαυρού και με αποτέλεσμα φρικτό, δηλαδή το αιώνιο ναυάγιο σε μια αναζήτηση από αρχή χαμένη. Ή, μάλλον, αυτή η αναζήτηση έχει ένα σκοπό, που φαίνεται να πέτυχε απόλυτα μέσα στην πορεία των χρόνων και παρατηρώντας πόσους ανθρώπους και καλλιτεχνικά ρεύματα επηρέασε ή και δημιούργησε κι αυτός ο σκοπός δεν είναι άλλος από τη βίαιη και όχι χωρίς τραύματα, συχνά ανεπούλωτα, της συνείδησης του αναγνώστη.



       Γ) Εξέγερση! Επίθεση! Αυτό ζητάει το βιβλίο, συνειδητά και ασυνείδητα, ενάντια στην ίδια την πραγματικότητα, στον εθισμό που οδηγεί στην τρέλα και στην προσωπική, ψυχική και συναισθηματική, εξαθλίωση, ενάντια στη δέσμευση της γλώσσας και των λέξεων και κυρίως ενάντια στη δέσμευση των στρωτών και κανονικών περιγραφών, στην κοινωνική κι ερωτική απραξία, ενάντια στις περιστασιακές εκτονώσεις ανθρώπων χαμένων μέσα στην καθημερινή αλλοτρίωση και φυσικά, ενάντια στο αμερικάνικο όνειρο, στις καλοχτενισμένες νοικοκυρές και στους καθωσπρέπει κυρίους που διαβάζουν εφημερίδα στα μεταπολεμικά χρόνια, που κρύβει εφιάλτες, τόσο τρομακτικούς που οτιδήποτε προηγούμενο θα μοιάζει χαρούμενη ανάμνηση. Ναι, είναι ένα αίτημα αυτό, τόσο φανερό που οποιαδήποτε αναλυτικότερη παρουσίαση το προσβάλλει και το υποτιμά, που ανέδειξε το βιβλίο αυτό ως ένα βιβλίο που δεν πρέπει να δει το φως της δημοσιότητας.



       Δεν ξεχνάω, πως το βιβλίο αυτό, σύρθηκε στα δικαστήρια και ότι χρειάστηκε  το Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης, στις 7 Ιουλίου 1966, να αποφασίσει να επιτρέψει την κυκλοφορία του βιβλίου…



       Δ) Με βάση τα προηγούμενα το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένα πολιτικό βιβλίο. Είναι επίσης, όπως και έγινε στη συνέχεια, ίσως ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, κι ένα μανιφέστο. Αν υπάρχει μια κεντρική ιδέα (όπως μας έμαθαν στο… σχολείο) πίσω από αυτό το εθιστικό, λογοτεχνικό παραλήρημα, αυτή δεν είναι άλλη από την αναγνώριση πως αυτός ο κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο από υποχείριο μιας παγκόσμιας συνομωσίας που επιβάλλει σχεδόν μεταφυσικά μια πραγματικότητα κυριαρχημένη από δυνάμεις (οικονομικές, πολιτικές και πάει λέγοντας) και σκληρούς, σκοτεινούς μηχανισμούς που δεν παίρνουν γενική διόρθωση αλλά που μπορούμε να τους κοροϊδέψουμε, να τους σατιρίσουμε και να δημοσιοποιήσουμε, όσο μπορούμε και όσο αντέχουμε, την υποκρισία τους ή μάλλον την καλοκαρδισμένη συνομωσία τους.



       Αυτή η ρεαλιστική, σκληρή κι ολοζώντανη περιγραφή, σ’ ένα κατά βάση ονειρικό και παραληρηματικό λογοτέχνημα, μοιάζει και είναι στις μέρες μας, τόσο επίκαιρη που προβληματίζει. Από αυτή την άποψη το «Γυμνό Γεύμα» είναι κι ένα προφητικό βιβλίο.



     E) Προφητικό, ονειρικό, παραληρηματικό, μεταφυσικό, αιρετικό, πολιτικό, εξωφρενικό, άρρωστο, αυτό το βιβλίο μπορεί να περιγραφεί με όποιο επίθετο θέλετε, όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι πίσω από το «Γυμνό Γεύμα» κρύβεται ή μάλλον δεν κρύβεται και τόσο, ο ίδιος ο συγγραφέας: εθισμένος στην ηρωίνη, γνώστης της πραγματικότητας των σανατορίων και της ζωής σε δρόμους και σε υπόγεια ή σοφίτες αισχρών κατοικιών, οξυδερκής παρατηρητής ενός κόσμου που παραπαίει χαρούμενος και φοβισμένος αγκαλιά με την διαφθορά του, που βάζει σε σωστές δόσεις την παράνοια να συνδιαλέγεται με το γκροτέσκο και το εφιαλτικό οδηγώντας τον αναγνώστη να ζήσει με κάθε ακρίβεια το ζοφερό τοπίο που αναπτύσσεται ή αν θέλετε, αναπτύχθηκε ο σημερινός Δυτικός πολιτισμός. Μόνο και μόνο αυτό αρκούσε για να αναδειχθεί το μεγαλείο του Μπάροουζ και της άσεμνης, απόλυτα βιωματικής του, λογοτεχνικής του παρέμβασης.



       ΣΤ) Το «Γυμνό Γεύμα» θα ήταν λιγότερο αξιόλογο εάν δεν συμπεριλάμβανε έντονα τα σεξουαλικό στοιχείο και ιδιαίτερα εάν δεν είχε αναφορές, που έχει και μάλιστα πλούσιες κι έντονες, στην καταπιεσμένη κυρίως ομοφυλοφιλία των πρωταγωνιστών του, στη αναζήτηση μιας πρόσκαιρης διεξόδου μεταξύ της ηρωίνης και του βιαστικού αγχώδους σεξ. Βλέπετε λοιπόν, ότι και μόνο αυτή η αναφορά αρκούσε για να συμπεριληφθεί το βιβλίο στα απαγορευμένα και στα αιρετικά της λογοτεχνίας. Σωστά;



Συμπέρασμα



       Χμ τελικά φαίνεται πως είχα δίκιο. Ω, ναι, είχα δίκιο! Είναι τελικά απόλυτα προβληματικό να αντιμετωπίζεις ένα βιβλίο τέτοιου μεγέθους αποκλειστικά με τα δικά σου μέτρα και σταθμά. Έτσι το αντιμετώπισα κι εγώ ή μάλλον, όπως είπα στην αρχή, έτσι το αντιμετώπισε ο λογιστής εαυτός μου. Θα μου πείτε βέβαια, και μάλλον πως δεν θα διαφωνήσω, πως κι ο Μπάροουζ έτσι ακριβώς αντιμετώπισε το βιβλίο του, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι άγνωστο άλλωστε πως η ίδια του η πολύπαθη ζωή αποτέλεσε παράδειγμα και οδηγό όχι μόνο για το χαοτικό «Γυμνό Γεύμα» αλλά και για το πιο στρωτό λογοτεχνικά «Τζάνκι». Οι χορταστικές κι ενίοτε χορταστικές αναφορές στην ομοφυλοφιλία τ5ων πρωταγωνιστών σε αυτά και στα άλλα βιβλία του συγγραφέα, νομίζω πως το αποδεικνύουν. Υποθέτω μάλιστα πως αυτή (μπορεί να) ήταν και η επιθυμία του ίδιου του συγγραφέα: μια ανάγνωση χωρίς καθοδήγηση. Αλλά αυτό κι όλα τα παραπάνω, ε’ιναι απλά υποθέσεις. Τι λέτε κι εσείς;



       Υ.Γ.: Αν και όπου βρείτε πουθενά «οδηγούς ανάγνωσης» για αυτό ή και άλλα βιβλία, απλά προσπεράστε τους. Μακριά! Δεν βοηθούν σε τίποτα, αντίθετα δυσχεραίνουν την απόλαυση. Και ναι, το «Γυμνό Γεύμα» είναι ένοχα, τουλάχιστον για τους καθωσπρέπει αναγνώστες, ανάγνωσμα –για μένα είναι απλά απολαυστικό.