Τρίτη 14 Μαΐου 2019

4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ





Γράφει και επιμελείται ο Ειρηναίος Μαράκης
 


       Δέκα μόλις χρόνια χρειάστηκαν για να αφήσει ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης το προσωπικό
του αποτύπωμα στην ελληνική ποίηση και στις νεότερες γενιές των φίλων της ποίησης, κόντρα
σε κάθε αντιξοότητα ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι το έργο του, δεν γνώρισε άμεση
ανταπόκριση. Πολυπράγμονας, από νεανική ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της
φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες. Σπούδασε νομικά στα
πανεπιστήμια της Μπολώνια και της Ματσεράτα, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα. Στην Ιταλία
έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα
στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στους
λογοτεχνικούς κύκλους.
       Η πρώτη του εμφάνιση πραηματοποιήθηκε το 1933 μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Νέα Ζωή με το διήγημα Μάρθας βίος, με το οποίο εισήγαγε στον ελληνικό χώρο το είδος
του γαλλικού αντι-μυθιστορήματος (antiroman) ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη
του ποιητική συλλογή Οι αγάπες του χρόνου. Μπορούμε να δούμε δηλαδή ότι η αυτή
καθεαυτή συγγραφική του παρουσία, εκδοτικά μιλώντας πάντα, κράτησε λιγότερο από δέκα
χρόνια! Το τέλος, ήρθε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940, όπου στρατεύτηκε στην
Αλβανία και αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε λίγους
μήνες αργότερα, το 1941.
       Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οδυσσέας Ελύτης, κι ο οποίος έχει επηρεαστεί από την
συμβολική χρήση της θάλασσας, του ουρανού, της γυναίκας και άλλων στοιχείων που
αξιοποιεί ο Σαραντάρης, έχει αφιερώσει και ποίημα στον πρόωρα χαμένο δημιουργό με ειδική
μνεία, στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον θάνατο του ποιητή
καθώς και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής ότι: Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό
σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα
γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και
να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο
διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο
πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.
       Στα ποιήματα που ακολουθούν -από τον Γ Τόμο της Ποιητικής Ανθολογίας των εκδόσεων
Μαλλιάρη (Θεσσαλονίκη, 1980) που αφορά τις ποιητικές γενιές από το 1920 μέχρι το 1980 σε
εποπτεία του Γ.Κ. Ζωγραφάκη και σε επιμέλεια του Δημήτρη Σταμούλη- προσπαθήσαμε να
αναδείξουμε μέσα στον περιορισμένο χώρο της παρούσας δημοσίευσης τόσο την αισθαντική
δύναμη της ποίησης του Γιώργου Σαραντάρη και την αγάπη του για τη γυναίκα και τη φύση,
ίσως να μην είναι τυχαίο που κι οι δύο αυτές ιδιότητες είναι γένους θηλυκού, όσο και την
πλέρια φιλοσοφική και φιλοσοφημένη θέση του, αποτυπωμένη μέσα από μια απλή, καθαρή εικονοποιία και η οποία αντανακλά ξεκάθαρα την διάθεση και το ταλέντο ενός ποιητή που θα
είχε να δώσει πολλά ακόμα.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια

είταν γιομάτη θόρυβο

Είχε το πρόσωπο ξανθό

απ' το μεθύσι

Τα μαλλιά

της σκέπαζαν τον ύπνο

Είχε τρέξει στο δάσος

και ονειρεύονταν τον ουρανό

Γιατί λυπότανε

που δεν της έμειναν λουλούδια

Να χαρίσει

στον ουρανό

Τα είχε χαρίσει όλα

στην καρδιά μας

Και είχε φύγει

να μην την ξαναδούμε

Να μη ζητάμε πια

να μη θέλουμε πια

Δικό της δώρο.

 

Έχω δει τον ουρανό 

 

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
με τη γλώσσα μου μίλησε
γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε
στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
σα να είταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι.

 

Της ομορφιάς 

 

Η πιο γλυκειά παρθένα
στολίζει το δωμάτιο
ευφραίνει την περισυλλογή

Ας πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Κι είναι η σειρά μας

να βρεθούμε αθάνατοι
να φιλήσουμε την ομορφιά
στα χείλη
και στο λεπτό της φόρεμα.

 

Κύκνειον άσμα 

 

Ο θάνατος, μονάχα αυτός 
λέρωσε την ψυχή μας
που είχε τα μάγουλα λευκά
σαν της αυγής τα δώρα

Η λάσπη επλήγωσε τ' αβρά χέρια

που φέρανε αγάπη να πονούν
στο ρόδινο πρόσωπο και σώμα 
μιας εύπιστης ευρύχωρης ημέρας.

(Με στοιχεία από το διαδίκτυο)






 

4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗ





Γράφει και επιμελείται ο Ειρηναίος Μαράκης
 


       Δέκα μόλις χρόνια χρειάστηκαν για να αφήσει ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης το προσωπικό
του αποτύπωμα στην ελληνική ποίηση και στις νεότερες γενιές των φίλων της ποίησης, κόντρα
σε κάθε αντιξοότητα ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι το έργο του, δεν γνώρισε άμεση
ανταπόκριση. Πολυπράγμονας, από νεανική ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της
φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες. Σπούδασε νομικά στα
πανεπιστήμια της Μπολώνια και της Ματσεράτα, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα. Στην Ιταλία
έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα
στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στους
λογοτεχνικούς κύκλους.
       Η πρώτη του εμφάνιση πραηματοποιήθηκε το 1933 μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Νέα Ζωή με το διήγημα Μάρθας βίος, με το οποίο εισήγαγε στον ελληνικό χώρο το είδος
του γαλλικού αντι-μυθιστορήματος (antiroman) ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη
του ποιητική συλλογή Οι αγάπες του χρόνου. Μπορούμε να δούμε δηλαδή ότι η αυτή
καθεαυτή συγγραφική του παρουσία, εκδοτικά μιλώντας πάντα, κράτησε λιγότερο από δέκα
χρόνια! Το τέλος, ήρθε κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940, όπου στρατεύτηκε στην
Αλβανία και αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε λίγους
μήνες αργότερα, το 1941.
       Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οδυσσέας Ελύτης, κι ο οποίος έχει επηρεαστεί από την
συμβολική χρήση της θάλασσας, του ουρανού, της γυναίκας και άλλων στοιχείων που
αξιοποιεί ο Σαραντάρης, έχει αφιερώσει και ποίημα στον πρόωρα χαμένο δημιουργό με ειδική
μνεία, στο έργο του Ανοιχτά Χαρτιά (Ίκαρος 1974) όπου αναφέρει για τον θάνατο του ποιητή
καθώς και για την σχέση του με τα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής ότι: Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό
σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα
γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και
να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο
διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο
πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.
       Στα ποιήματα που ακολουθούν -από τον Γ Τόμο της Ποιητικής Ανθολογίας των εκδόσεων
Μαλλιάρη (Θεσσαλονίκη, 1980) που αφορά τις ποιητικές γενιές από το 1920 μέχρι το 1980 σε
εποπτεία του Γ.Κ. Ζωγραφάκη και σε επιμέλεια του Δημήτρη Σταμούλη- προσπαθήσαμε να
αναδείξουμε μέσα στον περιορισμένο χώρο της παρούσας δημοσίευσης τόσο την αισθαντική
δύναμη της ποίησης του Γιώργου Σαραντάρη και την αγάπη του για τη γυναίκα και τη φύση,
ίσως να μην είναι τυχαίο που κι οι δύο αυτές ιδιότητες είναι γένους θηλυκού, όσο και την
πλέρια φιλοσοφική και φιλοσοφημένη θέση του, αποτυπωμένη μέσα από μια απλή, καθαρή εικονοποιία και η οποία αντανακλά ξεκάθαρα την διάθεση και το ταλέντο ενός ποιητή που θα
είχε να δώσει πολλά ακόμα.



ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια 

Η άνοιξη σαν έκλεισε τα μάτια

είταν γιομάτη θόρυβο

Είχε το πρόσωπο ξανθό

απ' το μεθύσι

Τα μαλλιά

της σκέπαζαν τον ύπνο

Είχε τρέξει στο δάσος

και ονειρεύονταν τον ουρανό

Γιατί λυπότανε

που δεν της έμειναν λουλούδια

Να χαρίσει

στον ουρανό

Τα είχε χαρίσει όλα

στην καρδιά μας

Και είχε φύγει

να μην την ξαναδούμε

Να μη ζητάμε πια

να μη θέλουμε πια

Δικό της δώρο.

 

Έχω δει τον ουρανό 

 

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
με τη γλώσσα μου μίλησε
γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε
στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
σα να είταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι.

 

Της ομορφιάς 

 

Η πιο γλυκειά παρθένα
στολίζει το δωμάτιο
ευφραίνει την περισυλλογή

Ας πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Κι είναι η σειρά μας

να βρεθούμε αθάνατοι
να φιλήσουμε την ομορφιά
στα χείλη
και στο λεπτό της φόρεμα.

 

Κύκνειον άσμα 

 

Ο θάνατος, μονάχα αυτός 
λέρωσε την ψυχή μας
που είχε τα μάγουλα λευκά
σαν της αυγής τα δώρα

Η λάσπη επλήγωσε τ' αβρά χέρια

που φέρανε αγάπη να πονούν
στο ρόδινο πρόσωπο και σώμα 
μιας εύπιστης ευρύχωρης ημέρας.

(Με στοιχεία από το διαδίκτυο)






 

Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ







       Το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι" παραπέμπει από τον τίτλο του και μόνο σε θρησκευτικό ποίημα, αλλά αν κανείς το διαβάσει προσεχτικά θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για ένα αιρετικό ποίημα καθώς ο ποιητής μιλάει περισσότερο για τα ανθρώπινα πάθη και τα συγκρίνει ουσιαστικά με τα θρησκευτικά. 
       Το ποίημα διηγήται μια ιστορία: Στο μοναστήρι του Όσιου Λουκά έχει μαζευτεί κόσμος για να γιορτάσει την Ανάσταση. Εδώ ο Χριστός αναφέρεται και σαν πεθαμένος Άδωνης και αυτό έχει σημασία γιατί πολλοί σύγχρονοι μελετητές, που αμφισβητούν τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο, υποστηρίζουν ότι δεν είναι άλλος από τον ομηρικό Άδωνη. 
       Την ώρα που αρχίζει το "Χριστός Ανέστη" μπαίνει ο Βαγγέλης, ο οποίος έχει χάσει το πόδι του στον πόλεμο και το έχει αντικαταστήσει με ένα ξύλινο. Αν και ο Σικελιανός έζησε και τους δύο παγκόσμιους πολέμους, η δικά του εμπειρία ήταν από τους Βαλκανικούς, που πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης. 
      Στη συνέχεια του ποιήματος υπάρχει μια συγκλονιστική εικόνα, που η μάνα του Βαγγέλη τρέχει και αγκαλιάζει το ξύλινο πόδι και θρηνεί. Σύντομα ο θρήνος απλώνεται σε όλη την εκκλησία. 
      Συνολικά το ποίημα αφήνει να φανεί ότι τα ανθρώπινα πάθη είναι μεγαλύτερα από το "θείο δράμα", που θυμόμαστε κάθε Πάσχα και με την ξεχωριστή πένα του Άγγελου Σικελιανού ο ανθρώπινος πόνος δίνεται ανάγλυφα. 

Παρακάτω παραθέτουμε το συγκεκριμένο ποίημα: 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…





ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΠΑΘΗ ΣΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ







       Το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι" παραπέμπει από τον τίτλο του και μόνο σε θρησκευτικό ποίημα, αλλά αν κανείς το διαβάσει προσεχτικά θα ανακαλύψει ότι πρόκειται για ένα αιρετικό ποίημα καθώς ο ποιητής μιλάει περισσότερο για τα ανθρώπινα πάθη και τα συγκρίνει ουσιαστικά με τα θρησκευτικά. 
       Το ποίημα διηγήται μια ιστορία: Στο μοναστήρι του Όσιου Λουκά έχει μαζευτεί κόσμος για να γιορτάσει την Ανάσταση. Εδώ ο Χριστός αναφέρεται και σαν πεθαμένος Άδωνης και αυτό έχει σημασία γιατί πολλοί σύγχρονοι μελετητές, που αμφισβητούν τον Ιησού ως ιστορικό πρόσωπο, υποστηρίζουν ότι δεν είναι άλλος από τον ομηρικό Άδωνη. 
       Την ώρα που αρχίζει το "Χριστός Ανέστη" μπαίνει ο Βαγγέλης, ο οποίος έχει χάσει το πόδι του στον πόλεμο και το έχει αντικαταστήσει με ένα ξύλινο. Αν και ο Σικελιανός έζησε και τους δύο παγκόσμιους πολέμους, η δικά του εμπειρία ήταν από τους Βαλκανικούς, που πήρε μέρος ως απλός στρατιώτης. 
      Στη συνέχεια του ποιήματος υπάρχει μια συγκλονιστική εικόνα, που η μάνα του Βαγγέλη τρέχει και αγκαλιάζει το ξύλινο πόδι και θρηνεί. Σύντομα ο θρήνος απλώνεται σε όλη την εκκλησία. 
      Συνολικά το ποίημα αφήνει να φανεί ότι τα ανθρώπινα πάθη είναι μεγαλύτερα από το "θείο δράμα", που θυμόμαστε κάθε Πάσχα και με την ξεχωριστή πένα του Άγγελου Σικελιανού ο ανθρώπινος πόνος δίνεται ανάγλυφα. 

Παρακάτω παραθέτουμε το συγκεκριμένο ποίημα: 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι 

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…





Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ








Γράφει ο Νίκος Σουβατζής 


 


       Συχνά γεννάται το ερώτημα: «Σε τι χρησιμεύει η ποίηση;». Το ερώτημα αυτό απασχολεί όχι μόνο όσους ασχολούνται με την ποίηση ως ποιητές και αναγνώστες, αλλά και ανθρώπους που είναι παντελώς άσχετοι με αυτή. Οι δεύτεροι διατυπώνουν το ερώτημα σε μια προσπάθεια απαξίωσης της ποίησης, αφού για αυτούς η απάντηση είναι εύκολη και απόλυτη. Πιστεύουν ότι η ποίηση δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση δεν έχει κάποια πρακτική εφαρμογή στην καθημερινή ζωή όπως ο τροχός, ο ηλεκτρισμός ή το τηλέφωνο. Επίσης, δεν μπορεί να σώσει ζωές όπως ένα εμβόλιο, ένα ιατρικό τεστ ή ένα φάρμακο. Είναι επίσης αλήθεια ότι δεν μπορεί να καλύψει κάποια βασική ανθρώπινη ανάγκη όπως η τροφή, το νερό και ο ύπνος. Μήπως λοιπόν οι επικριτές της έχουν δίκιο; Μήπως όλοι εμείς που διαβάζουμε και γράφουμε ποίηση ματαιοπονούμε; Μήπως η ποίηση είναι μια περιττή πολυτέλεια; Με μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει θετικά στις παραπάνω ερωτήσεις. Όμως με μια πιο σοβαρή προσέγγιση διαπιστώνει κανείς ότι δεν είναι καθόλου έτσι.

       Η γέννηση της ποίησης χάνεται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας. Πριν ακόμα ανακαλύψει τη γραφή, ο άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφραστεί ποιητικά για να υμνήσει τη γενναιότητα στη μάχη, την ομορφιά της ζωής, την αδελφική φιλία, να εξιστορήσει ηρωικά κατορθώματα και να θρηνήσει τον θάνατο προσφιλών προσώπων. Στην παράδοση σχεδόν όλων των λαών υπάρχει η προφορική ποίηση, συνήθως επική, που πολλές φορές είναι συλλογική δημιουργία και η οποία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά και αποτυπώθηκε γραπτά αιώνες μετά τη δημιουργία της. Τη συνέχεια αυτής της παράδοσης τη βλέπουμε στο δημοτικό τραγούδι, χιλιάδες χρόνια μετά. Απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, συνήθως αναλφάβητοι, εξέφρασαν την ευαισθησία τους μέσω αυτού του είδους τέχνης.

       Η ποίηση λοιπόν δεν γεννήθηκε στα σαλόνια και στην αυλή κάποιου βασιλιά. Αυτοί οι, ανώνυμοι στην πλειοψηφία τους, ποιητές δεν ήταν κάποιοι πλούσιοι αργόσχολοι που δημιούργησαν ποίηση για να περάσουν την ώρα τους, έχοντας λύσει όλα τα προβλήματά τους. Και αν και αργότερα η ποίηση κατέκτησε τη θέση που της αξίζει στα πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες, ποτέ δεν έπαψε να συντροφεύει τον άνθρωπο στις πιο δύσκολες και στις πιο τραγικές στιγμές του. Στους αγώνες για ψωμί κι ελευθερία, σε φυλακές, εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης, στον δρόμο της προσφυγιάς, στον πόλεμο, στην κατοχή, στην πείνα, στον θρήνο, η ποίηση έδινε πάντα το παρόν. Ο Αλέκος Παναγούλης, στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο κελί του, έγραφε ποιήματα με το αίμα του. Ο Φώτης Αγγουλές, στη φυλακή και την εξορία, έγραφε ποιήματα και τα έκρυβε απ' τους δεσμοφύλακες στις πιο απίθανες κρυψώνες. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ποίηση για κάποιους ανθρώπους είναι οξυγόνο. Ακόμα κι όταν βασανίζονται, ακόμα κι όταν αντιμετωπίζουν τον θάνατο.
       Ποιητές όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Νίκος Καββαδίας και συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Θάνος Μικρούτσικος έβαλαν την ποίηση στα χείλη των ανθρώπων του μόχθου. Η ποίηση έγινε κομμάτι του αγώνα για την καθημερινή επιβίωση και οι ποιητές εξέφρασαν με την πένα τους τους καημούς εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν είχαν φωνή. Η ποίηση λοιπόν κάθε άλλο παρά περιττή πολυτέλεια είναι. Δίνει δύναμη στους ανθρώπους να συνεχίσουν να αγωνίζονται για τη ζωή τους. Και όσο πιο δύσκολη είναι η ζωή κάποιου ανθρώπου, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει την ποίηση.  







ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ








Γράφει ο Νίκος Σουβατζής 


 


       Συχνά γεννάται το ερώτημα: «Σε τι χρησιμεύει η ποίηση;». Το ερώτημα αυτό απασχολεί όχι μόνο όσους ασχολούνται με την ποίηση ως ποιητές και αναγνώστες, αλλά και ανθρώπους που είναι παντελώς άσχετοι με αυτή. Οι δεύτεροι διατυπώνουν το ερώτημα σε μια προσπάθεια απαξίωσης της ποίησης, αφού για αυτούς η απάντηση είναι εύκολη και απόλυτη. Πιστεύουν ότι η ποίηση δεν χρησιμεύει σε τίποτα. Η αλήθεια είναι ότι η ποίηση δεν έχει κάποια πρακτική εφαρμογή στην καθημερινή ζωή όπως ο τροχός, ο ηλεκτρισμός ή το τηλέφωνο. Επίσης, δεν μπορεί να σώσει ζωές όπως ένα εμβόλιο, ένα ιατρικό τεστ ή ένα φάρμακο. Είναι επίσης αλήθεια ότι δεν μπορεί να καλύψει κάποια βασική ανθρώπινη ανάγκη όπως η τροφή, το νερό και ο ύπνος. Μήπως λοιπόν οι επικριτές της έχουν δίκιο; Μήπως όλοι εμείς που διαβάζουμε και γράφουμε ποίηση ματαιοπονούμε; Μήπως η ποίηση είναι μια περιττή πολυτέλεια; Με μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει θετικά στις παραπάνω ερωτήσεις. Όμως με μια πιο σοβαρή προσέγγιση διαπιστώνει κανείς ότι δεν είναι καθόλου έτσι.

       Η γέννηση της ποίησης χάνεται στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας. Πριν ακόμα ανακαλύψει τη γραφή, ο άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να εκφραστεί ποιητικά για να υμνήσει τη γενναιότητα στη μάχη, την ομορφιά της ζωής, την αδελφική φιλία, να εξιστορήσει ηρωικά κατορθώματα και να θρηνήσει τον θάνατο προσφιλών προσώπων. Στην παράδοση σχεδόν όλων των λαών υπάρχει η προφορική ποίηση, συνήθως επική, που πολλές φορές είναι συλλογική δημιουργία και η οποία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά και αποτυπώθηκε γραπτά αιώνες μετά τη δημιουργία της. Τη συνέχεια αυτής της παράδοσης τη βλέπουμε στο δημοτικό τραγούδι, χιλιάδες χρόνια μετά. Απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, συνήθως αναλφάβητοι, εξέφρασαν την ευαισθησία τους μέσω αυτού του είδους τέχνης.

       Η ποίηση λοιπόν δεν γεννήθηκε στα σαλόνια και στην αυλή κάποιου βασιλιά. Αυτοί οι, ανώνυμοι στην πλειοψηφία τους, ποιητές δεν ήταν κάποιοι πλούσιοι αργόσχολοι που δημιούργησαν ποίηση για να περάσουν την ώρα τους, έχοντας λύσει όλα τα προβλήματά τους. Και αν και αργότερα η ποίηση κατέκτησε τη θέση που της αξίζει στα πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες, ποτέ δεν έπαψε να συντροφεύει τον άνθρωπο στις πιο δύσκολες και στις πιο τραγικές στιγμές του. Στους αγώνες για ψωμί κι ελευθερία, σε φυλακές, εξορίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης, στον δρόμο της προσφυγιάς, στον πόλεμο, στην κατοχή, στην πείνα, στον θρήνο, η ποίηση έδινε πάντα το παρόν. Ο Αλέκος Παναγούλης, στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς στο κελί του, έγραφε ποιήματα με το αίμα του. Ο Φώτης Αγγουλές, στη φυλακή και την εξορία, έγραφε ποιήματα και τα έκρυβε απ' τους δεσμοφύλακες στις πιο απίθανες κρυψώνες. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ποίηση για κάποιους ανθρώπους είναι οξυγόνο. Ακόμα κι όταν βασανίζονται, ακόμα κι όταν αντιμετωπίζουν τον θάνατο.
       Ποιητές όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Νίκος Καββαδίας και συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Θάνος Μικρούτσικος έβαλαν την ποίηση στα χείλη των ανθρώπων του μόχθου. Η ποίηση έγινε κομμάτι του αγώνα για την καθημερινή επιβίωση και οι ποιητές εξέφρασαν με την πένα τους τους καημούς εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν είχαν φωνή. Η ποίηση λοιπόν κάθε άλλο παρά περιττή πολυτέλεια είναι. Δίνει δύναμη στους ανθρώπους να συνεχίσουν να αγωνίζονται για τη ζωή τους. Και όσο πιο δύσκολη είναι η ζωή κάποιου ανθρώπου, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει την ποίηση.  







Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ 








ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: 

Η Βικτωρία Θεοδώρου (1926-2019) γεννήθηκε στα Χανιά Κρήτης το 1926, κόρη πλανόδιου αγιογράφου από τη Σερβία. O πρόωρος θάνατος του πατέρα της -ήταν μόλις οχτώ χρονών- και η φτώχεια της Xανιώτισσας μητέρας την υποχρέωσαν να μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο στο Hράκλειο. Στα δεκάπεντε της χρόνια διέκοψε τις σπουδές της για να πάρει μέρος στην Εθνική Aντίσταση. Mε την απελευθέρωση (1944) ήρθε στην Aθήνα, τέλειωσε το Γυμνάσιο και γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή (φιλολογικό τμήμα). Tον Mάιο του 1948, ξεκίνησε για τη Βικτωρία Θεοδώρου ο κύκλος των φυλακών και των εξοριών (Xίος, Tρίκερι, Mακρόνησος), μέχρι το 1952, οπότε επέστρεψε στην Aθήνα ως αδειούχος εξόριστη. Παρουσιάστηκε στα γράμματα από το περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης".
Το πρώτο της βιβλίο εκδόθηκε το 1957. Έκτοτε καλλιεργούσε την ποίηση, αλλά κυρίως συνεργαζόταν με πολλά περιοδικά. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: "Ποιήματα", "Eγκώμιο", "Kατώφλι και παράθυρο", "Bορεινό προάστιο", "Tο λαγούτο", "H εκδρομή", "Oυρανία", " Άρειος ύπνος", "H νυχτωδία των συνόρων", "Mειλίγματα", "Xρονικό", "Eυνοημένοι"· τα πεζογραφήματα "Στρατόπεδα γυναικών" και "Γυναίκες εξόριστες στα στρατόπεδα του εμφυλίου"· το αφήγημα "O Tράικο"· τη νουβέλα "Γαμήλιο δώρο" και το μυθιστόρημα "Oι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου". Έχει μεταφράσει ποιήματα και πεζά από από τα γαλλικά και από σλαβικές γλώσσες. Ένα μέρος του έργου της παραμένει ανέκδοτο, ενώ την επιμέλεια του αρχείου της έχει αναλάβει ο Θάνος Φωσκαρίνης. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, "Βικτωρία Θεοδώρου, Ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα: στο μεταίχμιο ελευθερίας και δέσμευσης", κ.ά. κείμενα, στο αφιέρωμα του περιοδικού "Μανδραγόρας" στην ποιήτρια. 


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ: 

Ποίηση: 

Εγκώμιο, 1957  
Κατώφλι και παράθυρο (1962) 
Βορεινό Προάστειο (1966) 
Το λαγούτο (1971) 
Η εκδρομή (1973) 
Ουρανία (1978) 
Άρειος Ύπνος (1983) 
Η νυχτωδία των συνόρων (1986) 
Μειλίγματα (1990) 
Χρονικό (1994) 
Ευνοημένοι (1998) 
Καταλόγι για τον μάστορα (2008) 
Βικτώρια Θεοδώρου, Ποιήματα (2010) , συγκεντρωτική έκδοση των 12 ποιητικών συλλογών (Γαβριηλίδης)



Πεζογραφία: 

Στρατόπεδα γυναικών (1975) 
Ο Τράϊκο (1982) 
Γαμήλιο δώρο (1995) 
Οι δεσποινίδες της οδού Λαμψάκου (2005) 
Πελαγινή (2010) 
Δραπέτις (2011)



Μεταφράσεις: 


Το μεταφραστικό έργο της Βικτωρίας Θεοδώρου περιλαμβάνει ανθολογίες γαλλόφωνηςκαι σλαβόφωνης ποίησης, όπως: 
- Εκλογή από τα δημο­τικά τραγούδια της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας του Τόμε Σάζντωφ (Δί­φρος, 1979), 
-Τα άλογα τηςνεράιδας του Ντούσκο Νανέφσκι (Κέδρος,1981), Ποιητές της γαλλόφωνης Ελβετίας (Νεφέλη, 1999), 
- Ανθολογία του Αίμου (έκδοση Φίλων του περιοδικού ΑΝΤΙ, 2007) κ.ά. 


Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένα ποιήματά της: 


Στο τάγμα της μνήμης υπηρετώντας... 

Σ΄είδα απ΄τ΄αμπέλια ν΄ανεβαίνεις
τα κλήματα περίπαθα μπλεγμένα στις ακτίνες σου -
σ΄είδα από τα νερά τα κύματα να σε φθονούνε,
από της φυλακής το παραθύρι σου φώναξα το χαίρε,
από τους ώμους του έρωτα κι ανάμεσα από τα φιλιά,
πάνω από τους καπνούς της μάχης.

Στ΄αλήθεια ευτύχησα γιατί δεν έγινα
δούλος κι αφέντης κανενός,
σ΄απόκτησα ξέροντας πως ανήκεις
σ΄όλα τα μάτια που σε βλέπουν.



 Πεπρωμένο

Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή
κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι.
Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός
και θ΄αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.

Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα
- Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου –
και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.

Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα
κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου
και να πάω με τους ανθρώπους.

Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους
και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.

Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας. 



Τσακίζω τις λιανές ελιές

Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.

Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε

Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;

Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.



 Βασιλική Κ.

Ας ήμουν άξια να ΄στηνα τραγούδι
μεγάλο, ωσάν καράβι αρματωμένο
άφοβο του καιρού.
Τραγούδι για την ομορφιά σου, για τα νειάτα σου
και για τη μοναξιά σου,
και να ειπώ :
Το πώς εδέχτης ν΄αποθάνεις και δεν έρριξες
βλέμμα για τον Απρίλη πικραμένο
το πώς σηκώθηκες μονάχη σου
και στάθηκες μ΄ολάνοιχτα τα μάτια.

Μπροστά σου εφτά τουφέκια
πίσω σου το χάραμα
με τα τριαντάφυλλα και με τους κρόκους,
τι σούδινε κουράγιο, τι σε φτέρωνε
τι κύταζαν τα μάτια σου πέρα-μακριά
κι ήτανε τόσο ξάστερο το μέτωπό σου
ποιαν Ευτυχία, ποιαν Άνοιξη είδες να ξημερώνει
πίσω από τα τειχιά κι από τα σίδερα.
Γίνε οδηγός μου πνέμα ηρωϊκό!
Κάνε ν΄αστράψει και για μένα αναλαμπή
από τη φλόγα που σε συνεπήρε. 




Όλγα Καμπανιέρη 

Ένα όνειρο, μια παιδιακίσια σκανταλιά
με τις μικρές εργάτισσες μπροστά στις μηχανές
ξεχάστηκε …
Γύρισε η λουρίδα ξαναγύρισε λεπίδα και τσεκούρι αλύπητο
της χώρισε το μπράτσο.
Δεξιά της τώρα ένα μανίκι αδειανό ανεμίζει
απ΄ τα ζερβά το χέρι της το μοναχό·
με τούτο μόνο πέρασε στ΄αντάρτικο κι εβάσταξε τουφέκι
με τούτο πάλεψε τα βάσανα της φυλακής
μ΄αυτό κεντούσε τα προικιά που δεν εχάρηκε
ποτέ της …



 Και χωρίς εμάς

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ΄αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς 



Τοπίο Β΄  
Είδα το Βέλες
από τα χιόνια του να φέγγει
στους γυμνούς λόφους κρατημένο
όπως παιδί στης μάνας του το στήθος
ώρα πολέμου, ώρα αποκλεισμού.

Στάζουν οι στέγες του και κρύσταλλα
ματώνουν το μουντό πρωί
στις ράγες στο σταθμό χειμώνας
στους ώμους του Άγγελου το χιόνι.

Τον Κόστα Ράτσιν
είδα να ταλαντεύεται να πέφτει
καθώς πουλί, την τουφεκιά ν΄αντιλαλεί
να τον θρηνούν του Λόπουσνικ οι οξιές
όχι στον ύπνο μου – ύπνο δεν έχω.

Το Βέλες σκέφτομαι
κι αυτόν τον μοιρασμένο ποταμό του
που παρασύρει ατάραχος τους ρύπους
περιφρονά τις έριδες, τις βίζες.
Ενωτικός, αγαθοδαίμων.



 
Σ΄αυτούς που δόθηκε "το χάρισμα κι η μοίρα"


Σαν βρεις στο δρόμο σου το γόρδιο δεσμό,
δε γίνεται να στρίψεις πια
δεξιά, αριστερά ή και πίσω ακόμα,
προσποιούμενος άλλο ταξίδι.
Δεν σου μένει άλλη επιλογή από τη λύση
των μπερδεμάτων του πανάρχαιου κόμπου.
Οσαδήποτε μάγια ή ξεραμένα δάκρυα
κι αν κρύβει στους κύκλους του.
Οσηδήποτε ζωή ή θάνατο
κι αν χρειαστείς στο σταθμό του.



Παλιό τραγούδι  

Επάνω σε μια τάβλα την έχουν ξαπλωμένη
τ΄άσπρα της χέρια σέρνουνται στο χώμα, στα χαλίκια
σέρνεται κι η πλεξούδα της στη σκόνη
κι η φούντα της σαν σκούπα ολόχρυση το δρόμο καθαρίζει
και σκουπισμένο τον αφήνει απ΄ τ΄ αγκαθόξυλα
για να περνούν ξυπόλητοι και ποδεμένοι,
όσοι την παν νεκροί να την πομπέψουνε
στου Κλαδισού την ποταμιά.
Θανάτου αέρας σήκωσε τα σωθικά της
ξωπίσω της πολλοί, κι αδέλφια ακόμα, τηνε περιγελούν
και την πρησμένη της κοιλιά κεντούν μ΄ ένα καλάμι …
Τ΄ αχείλι της σκισμένο δεν σαλεύει
να δώσει πάλι δίκια απόκριση στα όσα της λέγαν
σε μας παράδωσε το μετερίζι της τιμής της.
Ήταν εκεί κι η μάνα μου κι άλλες μανάδες
όπου πρωί-πρωί τις σύρανε να δούνε την ντροπή
να δούνε τι μας καρτερεί και μας που ανταρτέψαμε
μα κείνες τήνε κλάψανε και τη μοιρολογήσανε
την τρυφερή της παρθενιά σπαραχτικά εμαρτύρησαν
στις λυγαριές και στα πουλιά του ποταμού,
για θυγατέρα τους την ελογάριασαν·
με τ΄ ακριβό σταμνί του δρόμου της επλύναν
το κέρινό της πρόσωπο το παιδιακίσιο με τα δυο
γεφυρωτά της φρύδια απ΄ όπου εδιάβηκεν
η Λευτεριά με την Αγάπη για να παν αντίπερα
σ΄ άλλους καιρούς καλύτερους κι ειρηνεμένους.
Μα εκείνοι μανιασμένοι κι άσπλαχνοι
παίρνουν σπαθί και κόβουν το κεφάλι της
και σε κοντάρι το καρφώνουνε με την πλεξούδα
να σειέται στον αέρα και να γνέφει αδιάκοπα
κι φούντα της ολόχρυση να διώχνει τα πουλιά της φρίκης.

Περαστικός ας ήταν να τη δει τραγουδιστής
για να της πει τ΄ αξέχαστο τραγούδι,
εγώ είμαι ένα μικρό πουλί μέσα στην καλαμιά
δε τραγουδώ, δεν κλαίω, μόνο θυμίζω
σημάδι έχω τη φωλιά μου εδώ, δε φεύγω
μαζί με τ΄ άλλα τα πουλιά για να ξεχειμωνιάσω …



 
Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα
 

Πρέπει να προφυλάξω τη μητέρα
να την προετοιμάσω για τα γηρατειά.
Την πείρα μου δεν έχει, βιάστηκε
ν΄αποδημήσει πριν ασπρίσουν
τα ωραία της μαλλιά.

Στον ύπνο μου τη βλέπω νέα
στις αρρώστιες, στις θλίψεις μου να με παρηγορεί
στους φόβους μου να με καθησυχάζει :
δεν είναι αλήθεια να με βεβαιώνει
γι αυτά που ακούς να λένε.
Θάνατος, κάτω κόσμος δεν υπάρχει
ποτέ δε συναντήσαμε το μαύρο καβαλάρη.

Αύρες είμαστε, αγέρας
στα φύλλα κατοικούμε
γι αυτό φθινόπωρο να΄σαι προσεκτική ...



Εκδρομή (απόσπασμα)


Τόσα γκρεμνά, με κρεμαστά νερά
για τέλος σίγουρο, αλλά δεν έπεσε καμιά
ο Λαοκράτης μόνο, εφτά χρονώ παιδί
παρμένος από κοχύλι που γυαλοκοπούσε
μέσʼ στο βυθό, ζαλίστηκε και χάθηκε.
Σμήνος μαύρο, τρέξαν οι μάνες να τον αναρπάσουν
μα κείνος πάει για του βυθού τα θαύματα.
Εδώ, μέσα στʼ αρμυρολούλουδα κοιμάται.

Αχ, πώς φυσάει μαγιάτικος ο μπάτης
λες θα τον ξυπνήσει κάθε χρόνο όπως φυσάει
με μια αναστάσιμη πνοή του
κι όπως το δικαιούται, τόσο άγουρος επέθανε
κι ανάβαθα τον έθαψαν στο κοκκινόχωμα. 



Δος μου όνομα

Ποια είμαι; Ποια είμαι; μα την αλήθεια, δε θυμάμαι. Μάργωσε η μνήμη μου, έρχεται χιόνι τ’ ακούω, απ’ τα βουνά που κατεβαίνει ριγούν οι ευκάλυπτοι. Ποιο τ’ όνομά μου;
Δος μου εσύ όνομα που’ σαι άγγιχτος και νέος.
Η μέλλει της να φύγει και να ξεχαστεί, η αχόρταγη είμαι των ήχων και των λόγων, η ώριμη πριν να μεστώσει, η άγουρη στην ωριμότητά της, η αμφίβια όπου πατάει κι όπου πετάει μαζί.
Η μέλλει της να ξεχαστεί.