Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΚΟΥΡΛΗΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Θόδωρος Σκουρλής γεννήθηκε στο Κερασοχώρι (Κεράσοβο) το 1906 και πέθανε στην Αθήνα το 1969. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα, το Παρίσι και τη Βόννη, καθώς και Ισπανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια (ΗΠΑ) και στο Μεξικό, όπου το 1949 έκαμε έρευνες πάνω σε θέματα Εθνολογίας των Ινδιάνων της Ν. Αμερικής. Μελέτησε ακόμα τον πολιτισμό των Μάγια και των Αζτέκων. Ταξίδεψε πολύ, έμαθε πολλές ξένες γλώσσες (ακόμα και τη γλώσσα των Κέτσουα). Εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη τελικά, όπου ίδρυσε το περιοδικό "Ατλαντίς" με τον Σόλωνα Βλαστό και τον Βλαδίμηρο Κωνσταντινίδη. Με την ποίηση ασχολήθηκε απ' τα μαθητικά του χρόνια. Δημοσίευσε στο "Νουμά", στα "Νεοελληνικά Γράμματα", τη "Νέα Επιθεώρηση", τον "Κύκλο" κλπ. Ο Θόδωρος Σκουρλής αν και κοσμοπολίτης, δεν ξέχασε ποτέ την Ευρυτανία κι απ' αυτήν είναι εμπνευσμένο ένα μεγάλο μέρος της ποίησης του. Το ποίημα του "Χέρι", γραμμένο το 1923, στάθηκε ένα προσωπικό ορόσημο και χαρακτηρίστηκε σαν "μια ευτυχισμένη στιγμή της νεοελληνικής αγωνιστικής προοδευτικής ποίησης". Σ' όλο το έργο του Σκουρλή οι κοινωνικοί προβληματισμοί είναι εμφανείς.


ΠΗΓΗ: Πρόσωπα των γραμμάτων στην Ευρυτανία


                                                  

                                                      Το χέρι


                                                 Το χέρι ετούτο που άξια μου χαρίζει
μόνο μου βιός και κέρδος, το ψωμί,
Το χέρι ετούτο, εμπόρευμα που αξίζει
κι έχει ξεπέσει τόσο στην τιμή…
Το χέρι ετούτο, χρήσιμο εργαλείο
που σπάει κι ιδρώνει πάντα στη δουλειά,
Είτε κασμά βαράει στο μεταλλείο
είτε σκαλίζει πρόστυχα λιλιά…
Το χέρι ετούτο, που κρατάει δρεπάνι,
πένα, τιμόνι, σίδερο, σφυρί,
Στο δρόμο, στο εργοστάσιο, στο λιμάνι,
που σφίγγει και ματώνει και βαρεί…
Το χέρι ετούτο, που βωμούς υψώνει,
μέγαρα, θρόνους, μπάγκες, εκκλησίες,
Που ανοίγει τον Παράδεισο και στρώνει
πούπουλα και μετάξια κι ομορφιές…
Το χέρι ετούτο, που άνεργο όταν μείνει
και το ψωμί του απλώνει και ζητά,
Βάρβαρος νόμος άδικα το κλείνει
κι η φυλακή στ΄ αλύσια το κρατά…
Το χέρι ετούτο, αλί, κι όταν ορμήσει
κι άγρια υψωθεί με μίσος σε γροθιά,
Ξέρει γερά μαχαίρι να κρατήσει
ξέρει ν΄ ανάψει ακέρια τη φωτιά…
Ξέρει να ρίξει , ως ήξερε να χτίζει
να πλερωθεί το απλέρωτο ψωμί,
Το χέρι ετούτο, εμπόρευμα που αξίζει
κι έχει ξεπέσει τόσο στην τιμή.
Το παιδί 
Μεσ' στην καρδιά μου κλείνω ένα παιδί 
παιδί ζωηρό, παιδί χαριτωμένο 
μα το παιδεύει τόσο η φυλακή 
κι είναι θλιμμένο. 
Κάποτε ορμάει τα σίδερα να σπάσει 
να βγει στους δρόμους που η ζωή κυλά 
θέλει να παίξει, θέλει να γελάσει 
με τα καλά!... 
Μα δεν μπορεί και πέφτει πληγωμένο 
κάθε προσπάθειά του περιττή 
και το παιδί μαραίνεται θλιμμένο 
στη φυλακή.
      




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου