Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ 
 

Βιογραφικό Σημείωμα
Ο Θανάσης Κωσταβάρας γεννήθηκε στην Ανακασιά του Βόλου το
1927  όπου πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια. Αποφοίτησε
από την Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1954
και εργάστηκε ως οδοντίατρος. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής
κατοχής εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση. Για την αγωνιστική
του δράση, την οποία συνέχισε και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου
διώχτηκε και φυλακίστηκε. Στο χώρο της λογοτεχνίας παρουσιάστηκε
το 1956 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής Αναζήτηση.
Ασχολήθηκε επίσης με την πεζογραφία και το θέατρο.
Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, πολωνικά και γερμανικά. Πέθανε το 2007.
Εργογραφία
Ι.Ποίηση
Αναζήτηση. 1956.
Αναβίωση. 1957.
Έξοδος. Αθήνα, 1957.
Κοντσέρτο για κυκλάμινα και ορχήστρα ωρών. Αθήνα, 1958.
Ρωμαίικη σουίτα. 1959.
Ο γυρισμός. 1963.
Κατάθεση. 1965.
Συμπληρώματα. 1970.
Κήποι στον Παράδεισο. Αθήνα, Καστανιώτης, 1990.
Το ημερολόγιο της αυριανής εξορίας. Αθήνα, Νεφέλη, 1995.
ΙΙ.Πεζογραφία
Το ρήγμα (διηγήματα). 1966.
Ο λάκκος (διηγήματα). 1972.
 ΙΙΙ.Θέατρο
Το Φαγκότο ή Το τραγικό τέλος του Νικηφόρου Φωκά
 και η ηρωική ζωή του Π.Ν.Πάστη. 1971


Ενδεικτική Βιβλιογραφία


• Αργυρίου Αλεξ., «Θανάσης Κωσταβάρας», Η πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αθήνα, Σοκόλης, 1982 (στη σειρά Η Ελληνική ποίηση. Ανθολογία – Γραμματολογία).
• Κοτσέτσου Λούλα, «Κωσταβάρας Θανάσης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Κουλουφάκος Κώστας, «Θανάση Κωσταβάρα: Έξοδος», Επιθεώρηση ΤέχνηςΣτ΄, ετ.Γ΄, 8/1957, αρ.32, σ.142-143.
• Κώτσιου Ν., «Ξορκίζοντας το μέλλον», Διαβάζω363, 5/1996, σ.145.
Αφιερώματα περιοδικών
• Ελί-τροχος3, Φθινόπωρο 1994, σ.5-85.

ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ξέρω ποιος είμαι.
Δε θα μπορώ να χτίσω ένα λόγο
να ψελλίσω ένα πρόσωπο.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’μαι μόνο πολύ λυπημένος.
Θα ’μαι χαμένος σ’ έναν κόσμο ξένο για μένα
θα ’χω κιόλας απ’ αυτόν ξεχαστεί.
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χω τίποτε ωραίο να σου χαρίσω.
Θα κλείσω μόνο τα μάτια
Και θα προσπαθήσω να σε δω μ’ έναν τρόπο αλλιώτικο.
Μα ούτε τα ριγηλά σκιρτήματα του κορμιού σου
θα μπορέσω να θυμηθώ
ούτε τα φλογερά μας οράματα
θα είμαι σε θέση να τραγουδήσω.
Κι έτσι όπως ήρθα, ξένος κι απελπισμένος
θα κινήσω να φύγω.
Θα γυρίσω πάλι σε κείνο το σκοτεινό τίποτα
χωρίς να κρατώ τίποτα πάνω μου.
έξω μόνο απ’ τα βαθιά σημάδια που θα ’χουν αφήσει στο σώμα μου
τα εγκαυστικά φιλιά σου.
Κι απ’ της φωνής σου τα χάδια που είναι χαραγμένα στους στίχους μου.
Μ’ αυτά, μόνο απ’ αυτά
εκεί που θα πάω, ίσως
μπορέσω να με γνωρίσουν.

 

Η ΜΟΙΡΑ ΜΙΑΣ ΓΕΝΙΑΣ
Η φωνή μας
σαν τα τσαλακωμένα χαρτιά που τα παίρνει ο άνεμος.
Σαν πουλιά σκοτωμένα, φιμωμένοι οι στίχοι μας.
Κι όμως, κάτι κατορθώσαμε κάποτε.
Κάτι πιστέψαμε πως χρωστάμε ακόμα.
Γι’ αυτό, έστω και με κομμένη τη γλώσσα
δίχως μιλιά
δεν σταματάμε
να τραγουδάμε.
Έξω από το τραγούδι, ο άνθρωπος
δεν είναι παρά ένα φοβισμένο αγρίμι.
Μέσα στο τραγούδι η καρδιά του χτυπάει πιο ανθρώπινα.
Ανάβει μυστικά φεγγάρια στα σκοτεινά, στα έρημα βράδια
κρατάει συντροφιά στους ξένους, στους κυνηγημένους
δίνει στους απελπισμένους κουράγιο.
Ας το πούμε μια φορά ακόμα: δίχως Ποίηση
δεν ξέρω αν υπάρχει ελπίδα στον κόσμο.
Πάντως δίχως τραγούδι
δεν υπάρχει Ομορφιά.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΥΣ ΣΤΟ ΥΠΑΙΘΡΟ
Στρωμένα τραπέζια στη σειρά, με τη λιακάδα στον κήπο.
Άσπρα τραπεζομάντιλα, φαγητά και κρασιά
και φρέσκα λουλούδια στα βάζα.
Και το γραμμόφωνο παίζοντας αποσπάσματα από όπερες.
Ξαφνικά περνάει γρήγορα ένα κοπάδι πουλιά.
Κι ένα μαύρο σάλεμα στον αέρα, σαν προμήνυμα μπόρας.
Κι απ’ το βάθος
φαίνεται να προβαίνει αργά
ο απρόσκλητος επισκέπτης.
Παράξενος άντρας, φορώντας άσπρο κοστούμι ξεχειλωμένο
και το πρόσωπο αθέατο.
Κρυμμένο πίσω απ’ τα φύλλα.
Μοιάζει πάντως κανένας να μην τον γνωρίζει.
Ίσως μόνο ο πατέρας, που τον κοιτάζει μ’ ένα φόβο αόριστο.
Εκείνος τον πλησιάζει και του απλώνει το χέρι.
Σαν να του λέει κιόλα κάτι, σαν να τον καλεί για έναν περίπατο.
Κι όπως, τελείως απρόθυμος, ο πατέρας σηκώνεται
αρχίζουν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες.
Όχι δυνατή όμως βροχή, μια σιγανή ψιχάλα, περίπου αθόρυβη.
Παγερή σιωπή σφραγίζει τώρα τα χείλη.
Από το γραμμόφωνο δεν ακούγεται παρά το ξύσιμο της βελόνας.
Όλος ο κήπος μυρίζει βρεγμένο χώμα, όλοι έχουν πια σηκωθεί.
Μερικοί ανοίγουν ομπρέλες.
Μια λύπη απλώνεται λίγο λίγο πάνω σ’ όλα τα πρόσωπα.

 
 ΣΑΝ ΤΑ ΕΡΗΜΙΚΑ ΔΕΝΤΡΑ
Έπρεπε να περάσουν τόσα και τόσα χρόνια
τόσοι μαύροι χειμώνες, τόση αφόρητη μοναξιά
για να φτάσει κάποτε σε κείνη τη γενναία πραότητα
που έχουν τα δέντρα.
Όχι όλα τα δέντρα.
Εκείνα που μέσα στην ερημιά μεγαλώνουν αφρόντιστα μόνα τους.
Και γεμίζουν φύλλα και κλώνους και δίνουν καρπούς που, αλίμονο
δεν έρχεται να τους μαζέψει κανένας.
Ώσπου αρκούνται να περιμένουν κάποιον οδοιπόρο τουλάχιστον
να του προσφέρουν τον ίσκιο τους.
Έτσι και κείνος.
Τόσο πολύ τον είχε πλουτίσει η βασανισμένη ζωή του
που τον έκανε ποιητή.
Και περίμενε χρόνια κάποιον να του μιλήσει η ποίησή του.
Να του χαρίσει έστω τον ίσκιο της.
Κι έτσι να ξοφλήσει κάτι απ’ το χρέος του.
Γιατί είχε τόσον πλούτο αθησαύριστον μέσα του
που μια ζωή ονειρευόταν
να του δοθεί κάποτε η χάρη με τη ζεστή του φωνή να ντύσει
όλη τη γυμνή ανθρωπότητα.

ΜΟΝΟ ΜΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ
 
Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να επιζήσω.
Να μη χαθώ μέσα στο μαύρο δάσος.
Ν’ αψηφήσω τον άγριο σκύλο
που μ’ ακολουθεί σα’ να ‘ναι ο ίσκιος μου.
Μόνο με την Αγάπη σου.
Να χτίσω ένα άλλο πρόσωπο.
Να γίνω πάλι ένα μικρό αγόρι.
Αθώο σαν το τρεχούμενο νερό.
Και να γνωρίζω τον κόσμο
μ’ ένα καινούργιο θάμπωμα.
Μόνο με την Αγάπη σου
μπορώ να λέω τραγούδια από άλλους, άγνωστους
τόπους.
Να γίνομαι ένας γρύλος άγρυπνος
και να κεντώ τ’ όνομα σου, με στίχους αέρινους.
Να μιλώ μόνο για σένα.
Να σε καλημερίζω μ’ έναν φοβισμένο κορυδαλλό
κρυμμένον στο στήθος μου
και να μου αποκρίνεσαι μ’ ένα ξεχασμένο μου ποίημα.
Μόνο για την Αγάπη σου.
Μπορώ να περνάω την κάθε μου μέρα
απαγγέλλοντας τους πικρούς στεναγμούς
και αγιογραφώντας τους αίνους
απ’ το μέγα θαύμα του Έρωτα.
Να σου λέω τέλος καληνύχτα
και να με παίρνεις μαζί σου, στον ύπνο σου.
Για να με σεργιανίσεις μεθυσμένον
στα μαγεμένα σου όνειρα.
Μόνο με και για την Αγάπη σου
μπορώ να γίνομαι όλο και πιο ανθρώπινος.
Να φαίνομαι όλο και λιγότερο λυπημένος.








Η αγάπη δεν είναι ζάλη.
Δεν είναι άνθος που μεθάει απ' το φιλί της άνοιξης.
Μυρωμένο τραγούδι που απλώνεται πάνω στη σάρκα γλυκά.
Η αγάπη είναι φόβος.
Δεν είναι σώμα που ζητάει να βρει παρηγοριά.
Τρυφερή αύρα που λικνίζει τα νοσταλγικά απογεύματα.
Είναι ποτάμι που περνάει μέσα από τα μαύρα λιβάδια.
Άγριος αγέρας που σπάζει τα κλαδιά στους κήπους και στα όνειρα.
Δεν είναι ζάλη η αγάπη. Δεν είναι σιγανή φωτιά.
Ούτε χωράει στα κλειστά, στα σίγουρα βράδια.
Βγαίνει έξω και χτυπιέται με το δαίμονα.
Παλεύει όλη νύχτα στ' αναμμένα αλώνια.
Βαδίζει στα τυφλά πάνω στο τεντωμένο σύρμα.
Όταν κάτω απ' τα πόδια ανοίγονται τα κοφτερά φαράγγια.
Όμως δεν είναι ζάλη η αγάπη.
Αγάπη είναι ο τρόμος που η ζωή μετράει το ανάστημά της.
Μετριέται με το άδειο πρόσωπο που βγαίνει απ' το σκοτάδι.

2 σχόλια: