Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ 


Βιογραφικό

Γεννήθηκε στην Aθήνα το 1936, όπου και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Διετέλεσε μέλος της εκδοτικής ομάδας των περιοδικών "Mαρτυρίες" και "Προτάσεις" και υπεύθυνος των εκδόσεων «Έρασμος». Στο περιοδικό «Σημειώσεις» όπου συνεργάστηκε με την ομάδα έκδοσής του, βρίσκεται ο μεγαλύτερος όγκος των έργων του, ενώ συνεργάστηκε επίσης με τη «Bραδυνή», την «Kαθημερινή» και άλλες μεγάλες εφημερίδες. Ασχολήθηκε με επιμέλειες βιβλίων και μεταφράσεις.



Εργογραφία

Έργα του: Yπό ξένην σημαία (1972), Bαρκελώνη (1975), Nόστιμον ήμαρ (1988), Pαγισμένο ταμπούρλο (1991) και άλλα ποιητικά.
Mελέτες του είναι: Aναφορές (1979), H «Pωμιοσύνη» στον Παράδεισο (1983), Mύθος και ποιητική του «Tαξιδιού» N. Kαββαδίας κ.ά. (1990), Mετασολωμικά. Mορφές και ιδέες στα Eπτάνησα κατά τα τέλη του 19ου αιώνα (2001) κ.ά. Mετέφρασε ξένη λογοτεχνία (Tζώρτζ Όργουελ, Γκεόργκ Λούκατς, T.Σ. Έλιοτ, Έρνστ Kασσίρερ και άλλους).

ΠΗΓΗ: ΕΚΕΒΙ


1956
Λάμπουν ακόμα τα λόγια σου
κάθε μέρα πιο καινούργια και πιο μακρινά
λάμπουν ακόμα τα γυμνά σου γόνατα:
μοναδικό μου καταφύγιο
προτού με δυναμώσει η δυστυχία.
Το ημερολόγιο βέβαια
φέρνει τον Αύγουστο κάθε χρόνο ταχτικά
όμως ο μήνας ο δικός μας δεν θα ξαναρθεί
ποτέ δεν θα επιστρέψει ούτε μια μέρα καθαρή
ούτε μια νύχτα
Ούτε μια νύχτα σαν κι αυτές πού φτιάξαμε μαζί.


οδός Σοφοκλέους, 1959
Δεν έχω τίποτα γι’ αυτήν εδώ τη γυναίκα
ούτε λύπη, ούτε κατανόηση, ούτε φωτιά για το τσιγάρο της
- άλλος ανάβει ελπίδες άλλος δυναμίτες
εγώ
δεν ξέρω να παρηγορώ
δεν έχω ελπίδα
δεν έχω φράγκο κύριοι και κυρίες
κι αυτή η γυναίκα θα πεθάνει αύριο
μες στη γλυκειά τουριστική σας πολιτεία.


«ανία»
Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε το θάνατο στο λαρύγγι —
κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη!


Βαρκελώνη
II
Το τρένο θα περάσει κι είμαι μόνος πάνω στις γραμμές
τόσα χρόνια παραμίλαγα κι όλοι ακούγανε το παραμιλητό μου
τόσα χρόνια φώναζα εκείνη που αγαπούσα με άλλα ονόματα
φώναζα εκείνη που αγαπούσα και ήταν πεθαμένη
μέσα στους στίχους μου και μέσα στα φιλιά μου πεθαμένη.
Τώρα το τρένο θα περάσει κι είμαι μόνος πάνω στις γραμμές
οι άλλοι πέσανε μπροστά, μπροστά με τις σημαίες
κραδαίνοντας τη ζωντανή ζωή τους καμάρι του θανάτου
καλότυχοι συντροφικοί νεκροί πιασμένοι χέρι χέρι
τραβώντας με τραγούδια τον ανήφορο
που εγώ θα πάρω άοπλος και μόνος.
  
Το υστερόγραφο ενός έπους

Τα πιο μεγάλα αδέρφια μας
κοιμούνται κάτω από δυο μέτρα λησμονιά.
Όλη τη νύχτα χιόνιζε στ’ άσπιλα μέτωπά τους
όλη τη νύχτα έπεφτε αργά η συκοφαντία
στη μνήμη τους που βούλιαζε σιγά-σιγά στη λάσπη
στη μνήμη τους δεν έπαψε πικρό νερό να πέφτει.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου