Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ 

 

 Βιογραφικό

Ο ποιητής Τάσος Πορφύρης γεννήθηκε στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου Ιωαννίνων το 1931. Μέλος της εκδοτικής ομάδας των περιοδικών Μαρτυρίες, Προτάσεις, Σημειώσεις. Συνεργάτης πολλών λογοτεχνικών περιοδικών (Μαρτυρίες, Σημειώσεις, Φηγός, Ηπειρωτικά Χρονικά, Ηπειρωτικά Ημερολόγια, Ζωσιμάδες, Οροπέδιο, Πλανόδιον κ.ά.). Μετέφρασε E. Pound, T.S. Eliot, D. Thomas κ.ά.

Εργογραφία

Πρόσφατες εκδόσεις (πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ):

Έρημα. Αθήνα, Ύψιλον, 2008. Σελ.: 45.
ISBN: 978-960-17-0239-1

Η δοντάγρια. Αθήνα, Σοκόλη, 2006. Σελ.: 139.
ISBN: 960-8264-68-5, ISBN-13: 978-960-8264-68-7

Σώμα κινδύνου. Αθήνα, Ύψιλον, 2004. Σελ.: 46.
ISBN: 960-17-0123-0, ISBN-13: 978-960-17-0123-3

Τα λαβωμένα. Αθήνα, Έρασμος, 1996. Σελ.: 63.

Άλλα έργα:
Ποίηση: Νεμέρτσκα (Γεμεντζόπουλος, 1961), Το εγκαταλειμμένο σπίτι (Θεσμός, 1968), Flash back (Λύσεις, 1971), Τοπείο (Λύσεις, 1973), Η πέμπτη έξοδος (Σημειώσεις, 1980), Τα λαβωμένα (Έρασμος, 1996), Σώμα κινδύνου (Ύψιλον, 2004).
Πεζά: Η δοντάγρια (Σοκόλης, 2006).
Μεταφράσεις

Έχει μεταφράσει, σε συνεργασία με τον Στέφανο Ροζάνη, Ezra Pound, T.S. Eliot, Dylan Thomas. Jean Tardieux, σε συνεργασία με την Ρένα Κοσσέρη. Επίσης: Antonin Bardusek, Viteoslav Nezval, Zosef Hanglik.
Άλλες Εκδόσεις

"Πολυφωνικόν", ανθολογία Ηπειρώτικης ποίησης. Ιωάννινα, Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, 2002.
"Ανθολογία της βροχής", ποιήματα από το έργο 107 ποιητών, Ελλήνων και ξένων. Αθήνα, Τροπικός-Παπαδόπουλος, 2003.

ΠΗΓΗ: ΕΚΕΒΙ



J. R.
Χιονίζει στα παιδικά μου χρόνια
Ποιος άνοιξε το παράθυρο για να την δω;
Στο δρόμο την προλάβαν οι νιφάδες
Παίζαν οι νιφάδες με την κάπα της
Κι ο δρόμος πίσω της γέρος κι έρημος
Χειρονομούσε απελπισμένος
Τώρα περνούνε τραίνα και σφυρίζουν
Περνούνε τραίνα και με κάνουνε κομμάτια
Πέφτουν νιφάδες και παγώνουν την καρδιά μου
Χιονίζει στα παιδικά μου χρόνια.

 Αύρα

Είχα ξεθαρρέψει το περασμένο καλοκαίρι
Έλεγα πως όλα τέλειωσαν τραγουδούσα κάθε πρωί
Κολυμπούσα μ' ένα δελφίνι πλάι μου
Ώσπου έφτασε κείνη η συντροφιά
Με το μελαχρινό κορίτσι
Που 'χε τα χέρια της φωλιές πουλιών
Και τα μαλλιά της ορμητήρια ανέμων
Με συνεπήρε ο καημός κι άρχισα πάλι να γράφω στίχους
Ξενυχτούσα μαζεύοντας αστέρια για τα μαύρα της μαλλιά
Την άλλη μέρα τα πετούσα
Σκούριαζαν
Μου 'παν πως τα πείραζε η υγρασία της θάλασσας
Φανταζόμουν τα δάχτυλά μου καταρράχτες στο κορμί της
Διάλεγα έρημες ακρογιαλιές
Και δεν θυμάμαι τι άλλο
Πάνε τόσοι μήνες ξανάρθαν οι ήσυχες μέρες
Με τα αισθήματα στη χειμωνιάτικη νάρκη τους
Με το κορμί τυλιγμένο στη μοναξιά του
Με τις πληγές του έρωτα επουλωμένες
Με σχέδια για τ' άλλο καλοκαίρι



Πληγή
Μνήμη Ευθαλίας Γεράση
Σε πρόλαβε η Αυγή στο δρόμο ζαλωμένη
Λίγο-λίγο λιγόστευε το σπίτι η πείνα
Η  λειψή ζωή μας πήρε παράταση ένα μήνα
Απ’ την εικόνα: «Χαίρε Μαρία Κεχαριτωμένη»
Άδειασε το εικονοστάσι το θαμπό καντήλι
Τσιτσιρίζει στο σκοτάδι δίχως στάλα λάδι
Οι συμφορές περίσσεψαν καλπάζουνε ομάδι
Τα δάκρυά σου δέν χωράνε στο μαντίλι
Ο πόνος δεν χωράει στην καρδιά σου
— Η πέτρα που ξαπόσταινες μονάχα σε θυμάται —
Η Ρουψιά λαχτάρα κι έγνοια σου κοιμάται
Στην αγκαλιά της καταχνιάς και στη ματιά σου
Μπουμπουκιασμένη Άνοιξη στα δέντρα κρεμασμένη
Μαύρα κοτσύφια στης αυλής τις άσπρες πλάκες
Οι δρόμοι που μας πήρανε σπαρμένοι νάρκες
Κι η Λευτεριά στο μέλλον ανατιναγμένη.



ΔΙΟΤΙ ΤΙ ΣOΪ ΠΟΙΗΤΗΣ…
Διότι τί σόι ποιητής θα ήσουν φίλε μου αν
Δεν έκρυβες δυό άσσους στο μανίκι σου και
Δεν τους έριχνες στην τσόχα την ώρα πού
Φαίνονταν πώς όλα είχαν τελειώσει ό κερδι-
σμένος είχε απλώσει τα χέρια του κι έμεινε
Αποσβολωμένος όπως ό αναγνώστης σου όταν
- Διασχίζοντας ένα ανθισμένο λιβάδι-
Αντικρίσει ξάφνου την άβυσσο και μείνει
Με το ένα πόδι στα λουλούδια και το άλλο
Κρεμασμένο στο κενό.



ΠΑΛΙΑ ΠΟΙΗΣΗ
Η έννοια μου δεν είναι πού ξενοκοιμάσαι αλλά μην
Τυχόν και μου κρυολογήσεις γιατί οι στίχοι των
Περισσότερων ποιητών μπάζουν μη μου αρρωστήσεις
Και δεν αντέχω τα νοσοκομεία τις μυρωδιές τους
Και το βήχα από φυματικές ομοιοκαταληξίες.


ΣΩΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Ι.
Ύστερα από σαράντα τόσα χρόνια συνειδητοποιείς
Πώς ακουμπάς με τον ίδιο τρόπο το ποτήρι στο δίσκο
Περνάς τα δάχτυλα στα μαλλιά σου -τα κάτασπρα πια-
¬Λαχταράς τό βλέμμα των γιων σου και δεν μπορείς
Να ολοκληρώσεις μια πρόταση με αγαπημένα πρόσωπα σε
Ανταμώματα και χωρισμούς χωρίς να σε πνίγει ό λυγμός
Ο ίδιος εκείνος πού τράνταζε το στέρνο του πατέρα σου.
ΙΙ.
Τώρα πού πέσανε και τα τελευταία φύλλα φάνηκαν
Οι φωλιές οι έρημες φωλιές κάτω από έναν γκρίζο
Ετοιμόρροπο ουρανό παρατημένες στο έλεος του
Βοριά και των αχόρταγων βλεμμάτων μας προστατευμένες
Τον καιρό της αναπαραγωγής από την πολύβουη ανθοφορία
Και τα εαρινά δρομολόγια των τραίνων με ανοιχτούς
Γιακάδες βιαστικές χειραψίες κι ένα «χαίρω πολύ»
Κλεμμένα από το χρόνο πού καταβροχθίζει φωλιές εποχές και
Βιαστικές αμαξοστοιχίες με ανυποψίαστους επιβάτες.
ΙΙΙ.
Ανοίγεις το συρτάρι κι απ’ τα παλιά χειρόγραφα
Λέξεις πεταλούδες σ’ αιφνιδιάζουν καθώς πετώντας
Πολυχρωμούν το δωμάτιο κι ή χειροβομβίδα πού
Ακούμπησες βιαστικά -για να προλάβεις τί ;-σ’ ένα
Στρώμα σκουριάς τυλιγμένη χωνεμένη φωτιά με
Ακυρωμένες όλες τις μελλοντικές της εκρήξεις.
IV.
Όποτε τα ‘φερνε δύσκολα δανειζόταν λέξεις από το μεγάλο
Απόθεμα πού κουβαλούσε μέσα του έφτασε όμως στο σημείο
Με το συχνό δανεισμό να μειωθεί επικίνδυνα το ανεξάντλητο
Νταμάρι με λίγα λόγια έτρωγε απ’ τα έτοιμα ενώ θα μπορούσε
Να αρκεστεί στο ένα μοναδικό ποίημα αντί να σπαταλάει εδώ
Κι εκεί στίχους του ποντάροντας σε μιαν επισφαλή προσπάθεια
Αναγνώρισης του ταλέντου του από ευκαιριακούς αναγνώστες.


ΒΡΟΧΗ
Να κι’ ή βροχή πού μας θυμήθηκε
Στη μοναξιά μας μια διακριτική
Βροχή χτυπάει στον τσίγκο για νάρθει
Συντροφιά στα ονειρά μας!
Βρέχει στους παλιομοδίτικους στίχους
Τούς ιαμβικούς στη γριά έμπνευση
Με προσοχή μήπως σαπίσει
Σκάλες και τοίχους
Αποκαμωμένη βροχή από θητείες
Σε φυματικά φθινοπωρινά τοπία
Ξυπόλυτη βροχή αποκλεισμένη σε
Στρατιωτικά νεκροταφεία
Καρφώνει σπόρους λουλουδιών
Στο χώμα πού ‘χε καρπίσει εμβατήρια
Ονόματα και χρονολογίες κι’ ή λησμονιά
Χιονίζει σιωπητήρια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου