Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΡΙΔΗΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 

Ο Κώστας Γαρίδης γεννήθηκε στους Δολούς της Μεσσηνιακής Μάνης το 1919, περάτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Μεσσήνη και συνεργάστηκε από νωρίς σε πελοποννησιακά περιοδικά και εφημερίδες και αργότερα σε περιοδικά της Αθήνας, όπου εγκαταστάθηκε. Η ποιητική του εμφάνιση σημειώθηκε στην περίοδο της Κατοχής και συνεχίστηκε με σοβαρότητα και συνέπεια. Μεγαλωμένος σε δύσκολες περιόδους, προσάρμοσε την έμφυτη λυρική του διάθεση στο μεταπολεμικό κλίμα, διατηρώντας μια εγκαρτέρηση και μια λύπη, που διαβρέχουν τους στίχους του. Πηγαίος, με δροσερή φαντασία και εικονοπλαστική λιτότητα, τραγουδάει με εκφραστική σαφήνεια τη ρευστότητα της ζωής, τη φυσική ομορφιά και τις αποχρώσεις μιας προβληματιζόμενης εσωτερικότητας. Πέθανε το 1984.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ: 

Νοσταλγίες, 1943
Η σιωπή και οι άνθρωποι, 1955
Δύσκολες ώρες, 1957
Ανακωχή με τη σιωπή, 1960
Στώμεν καλώς, 1963
Η Παναγιά των μελτεμιών, 1965
Φολέγανδρος, 1966
Τετράδια μοναξιάς, 1971
Εαρινή επίσκεψη, 1972
Ενδοσκόπιο, 1973
Ζήτημα πλεύσεως, 1975
Ο χρόνος και η διάσταση, 1976
Τα ερωτικά, 1977
Στο μπαλκόνι του απογεύματος, 1978.

ΠΗΓΗ: ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΡΑΝΘΗ

Αυτός ο ήλιος 

Αυτός ο ήλιο σήμερα δεν είναι
ήλιος που να μπορεί κανείς να σου τον στείλει.
Είν' ένας ήλιος κίτρινος βασανισμένος ήλιος
ήλιος που τον σταυρώσανε καταμεσίς στον ουρανό
μια κουστωδία μικρών παιδιών, παίζοντας την αγάπη.

Τραγούδι 

Μου φωνάζει ο άνεμος.
Μου φωνάζει ο άνεμος πως με γυρεύεις.
                        Τόσο νύχτα τι με θέλεις;
Βγαίνω έξω και βλέπω.
Τ’ αστέρια μονάχα, τ’ αστέρια κι η νύχτα
                                    τ’ αστέρια κι η θάλασσα.
Κι ο άνεμος φεύγει παίζοντας φλάουτο.

Ταξίδι στο Αιγαίο 

Λέω να ταξιδέψω πάλι για το Αιγαίο, 
Σίκινο ή Φολέγανδρο να επισκεφθώ. 
Όμως, μπορεί στην Αμοργό, να πάω. 
Είν' οι Κυκλάδες τόπος που αγαπάω. 

Λέω να πάω με το "Αιγαίο" ή το "Σφενδόνη". 
Όμορφα πλοία ταχύπλοα και στα κύματα 
πολύ αναπαυτικά. Τον Καραντώνη 
μόνο που σκέφτομαι και τα ύδατα 
τα χωρικά του Ελύτη. 

Μα το να μείνεις πάλι σπίτι 
ενώ το Αιγαίο σε προκαλεί, αμαρτία μεγάλη. 
Έτσι, που αποφάσισα και πάλι 
να μπω ένα πρωινό στο πλοίο "Σφενδόνη" 
κι άστον να λέει τον κύριο Καραντώνη. 

Σύντομο ελεγείο στη μικρή κόρη της φάμπρικας 

Ξυπνούσε τη νύχτα. Την έβλεπα 
κάθε πρωί στο μουντό φως να γυρίζει στους δρόμους 
σαν ένα φεγγάρι που χάνει το δρόμο του. 
Σαν ένα φεγγάρι που το δέρνουν οι άνεμοι 
και το πνίγουν τα σύννεφα. Τα χοντρά της παπούτσια 
θορυβούσαν περίεργα, λες και περνούσαν 
νικηφόροι στρατοί. Ήταν ένα κλωνάρι 
λυγαριάς που δε μέστωσε. Εκείνη την ώρα 
ξυπνούσαν οι φάμπρικες με χοντρά μαύρα χέρια 
για να πνίξουν τον ήλιο. Ένα τέταρτο δρόμος. 
Ώσπου ν' άνοιγε η μια πόρτα έκλεινε η άλλη 
και ντουβάρια που ψήλωναν για να κρύψουν τον ήλιο. 
Ένα τέταρτο δρόμος. 
Κι η μέρα δεν ήταν παραπάνω από τέταρτο. 
Τα χοντρά της παπούτσια 
μετρούσαν τις μέρες και τα χρόνια με τέταρτα. 
Μετρούσαν τον ήλιο και το φως με στιγμές. 
Πόσος ήλιος και πόσο φως καθρεφτίστηκε 
στα μεγάλα της μάτια; Πόσο πήρε μαζί της; 
χαιρετίσματα στ' άλλα μικρότερ' αδέρφια της 
που κοιμούνται στη γη; 

Το ναυάγιο της χαράς 

Έτσι πρέπει να ήταν. Μάλωνε 
το φεγγάρι, κάποια νύχτα, με τα σύννεφα 
με τους ανέμους μάλωνε και προχωρούσε 
στον ουρανό τρεκλίζοντας. Πρέπει έτσι 
να ήταν, ή μπορεί και να έβρεχε πολύ. 
Ήτανε, πάντως, νύχτα όταν βυθίστηκε 
το πλοίο "Χαρά" στη θάλασσα της Απόγνωσης. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου