Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ



      Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος γεννήθηκε στα 1945 στη Νίκαια Πειραιά και κατάγεται από τον Πλάτανο του Αιγίου. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στην Αθήνα.  Με την ποίηση ασχολείται από πολύ μικρός. Στίχους του πρωτοδημοσίευσε στη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας «Η Βραδυνή», που την επιμέλειά της είχε ο αξέχαστος Μπάμπης Κλάρας. Η πρώτη ποιητική συλλογή του εκδόθηκε όταν ήταν 21 χρονών και είχε τίτλο «Προβολή στον ΄Ηλιο».
         Από τα φοιτητικά του χρόνια πήρε μέρος στην έκδοση περιοδικών κοινωνικού προβληματισμού και έχει δημοσιεύσει πάνω από εφτακόσια κείμενα σε διάφορα έντυπα.
         ΄Εχει λάβει μέρος με εισηγήσεις και ομιλίες του σε πολλά συνέδρια, συμπόσια και ημερίδες λογοτεχνικού και ευρύτερα κοινωνικού χαρακτήρα και έχει παρουσιάσει το έργο πολλών ομοτέχνων του.
         Είναι μέλος της Πανελλήνιας ΄Ενωσης Λογοτεχνών και για πολλά χρόνια μέλος του Δ.Σ. της, Ιδρυτικό μέλος του Νέου Πνευματικού Κύκλου Καλλιθέας και αντιπρόεδρος στο πρώτο Δ.Σ. του, καθώς και συντάκτης  των καταστατικών και νομικός παραστάτης γνωστών λογοτεχνικών σωματείων.
         Για την παρουσίαση του ποιητικού του έργου έχουν οργανωθεί εκδηλώσεις  από τον Επιμορφωτικό Σύλλογο Παιανίας (19-5-1990), από την εφημερίδα «Φρυκτωρία» (23-11-1990), από τη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Ηλιούπολης» (20-11-1994), από τη Διεθνή Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών (25-4-1996),  από το περιοδικό «Νέα Σκέψη» (13-12-2000), από το περιοδικό «Αλεξίσφαιρο» (10-6-2010), από τη λογοτεχνική συντροφιά του βιβλιοπωλείου «Ρήγας» (6-11-2010) και πολλές άλλες από σημαντικούς πολιτιστικούς φορείς, ενώ ποιήματά του έχουν περιληφθεί στις Ανθολογίες : «Νέα Γενιά» των εκδόσεων «Κέδρος» (1971), Δικηγόρων Ποιητών του Παν. Παναγιωτούνη (εκδ. «Πιτσιλός»), κ.ά. Επίσης                                                            έχουν γίνει αρκετές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές                   εκπομπές. Από το 1997 - με μικρές διακοπές - γράφει κριτικά σημειώματα στο   περιοδικό «Αιολικά
Γράμματα».
          ΄Αλλα βιβλία που έχει εκδώσει είναι :
-         «Εισαγωγή στην ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη» (μελέτη 1979).
-         «Υπόγεια Διαδρομή» (ποιήματα, 1986).
-         «Αντιδογματισμός και ιδεολογική καθαρότητα» (δοκίμια, 1987).
-         «Καθημερινή Λεηλασία» (ποιήματα, «Διογένης», Αθήνα, 1989).
-         «Εκτός Προγράμματος» (ποιήματα, «Διογένης», Αθήνα, 1991).
-         «Πληγές Χωρίς Αίμα» (ποιήματα, «Διογένης», Αθήνα, 1992).
-         «Ο Τυφλός με το Μπαστούνι» (ποιήματα, 1994).
-         «Τα Άλλα Εμπόδια» (ποιήματα, 1997).
-         «Καλή Κρυψώνα» (ποιήματα, 2007).
-         «Δοκίμια» (Αθήνα, 2010).
          Καθώς και αρκετές μπροσούρες πολιτικοκοινωνικού περιεχομένου, ενώ έχει συμμετάσχει σε κριτικές επιτροπές λογοτεχνικών διαγωνισμών.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ:

Ευγενία Γερολυμάτου: Ο ποιητής Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, "Νέα Σκέψη", 1995
Στάθης Γ. Αρμενιάκος: Ο ποιητής Αντώνης Παπαδόπουλος, "Έκφραση", 1995
Κατερίνα Ν. Θεοφίλη: Κριτική προσέγγιση στην ποίηση του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου, ΡΕΩ 2010
Νίκη Πολίτου: Γνωριμία με το έργο του ποιητή Αντώνη Παπαδόπουλου, περ. "Μοριάς", τευχ. 42, Απρίλιος-Ιούνιος 1997, σελ. 437.
Κώστας Καρούσος: Αντώνης Παπαδόπουλος-Ο ποιητής της σύντομης, της αυτούσιας και της φωτογραφικής καταγραφής, περ. "Μοριάς", τευχ. 62, Απρίλιος-Ιούνιος 2002, σελ. 179.
Αντώνης Χ. Κούρος: Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Εφήμ. "Δικηγορικός κόσμος", αρ. φυλ. 359, Ιούλιος 2005, σελ. 2.
Κωνσταντίνος Θ. Γκέκας: Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος "Ο τυφλός με το μπαστούνι", περ. "Δευκαλίων ο Θεσσαλός", τευχ. 33, Ιούνιος-Αύγουστος 2011, σελ. 103.

ΑΣΗΚΩΤΟ ΒΑΡΟΣ 

Σκληρές οι μέρες 
εκδικούνται τον ποιητή, 
για τους στίχους που γράφει τις νύχτες. 
Το φως κουράζει. 
Θαμπώνει το μάτι κι αυτό δακρύζει 
για ν' αμυνθεί. 
Συχνά γυρίζει την πλάτη, 
μα όλο και κάτι θα δει να ξεχωρίζει 
σκούρο μέσα στο φως. 
Όταν τα δάχτυλα δείχνουν 
σίγουρα είναι ένοχος ή θα γίνει 
κι όταν ανοίξει το βήμα μπροστά 
η φωνή που θ' ακούσει πίσω του, 
σίγουρα θα φωνάζει: Πιάστε τον. 
Οι στίχοι πάνω στο χαρτί 
δένονται κόμπος στο λαιμό και τον πνίγουν. 
Αν σβήσει το φως, 
δε θα χαθούν στο σκοτάδι. 
Ακόμα κι αν κάψει τα χαρτιά, 
πάλι οι στίχοι δε θα χαθούν. 
Θα μένουν για πάντα μέσα του ασήκωτο βάρος. 

ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ ΑΜΜΟΣ 

Τα πρόλαβε όλα ν' ανεβαίνουν. 
Είδε το σπίτι του ψηλά, 
το βαθμό και το μισθό του να ψηλώνουν, 
όπως κι εκείνο τον κόμπο στο στομάχι 
ν' ανεβαίνει ψηλά στο λαιμό. 
Κάποια νύχτα δε μπόρεσε να γυρίσει. 
Χάθηκε με τ' αυτοκίνητο βουλιάζοντας. 
Γιατί παντού μπορούμε να βουλιάξουμε. 
Κινούμενη άμμος κι εδώ το τσιμέντο και η άσφαλτος. 

ΑΔΕΙΟ ΣΠΙΤΙ 

Φοβόσουν να βλέπεις το σπίτι ν' αδειάζει. 
Άκουγες τη φωνή του παλιατζή 
κι έκρυβες τα κλειδιά της αποθήκης 
με το μαγκάλι της γιαγιάς και την πινακωτή. 
Σ' άρεσε να κλείνεσαι με τις ώρες στα δωμάτια, 
μελετώντας τα πράγματα που μοιράστηκαν τη ζωή μας. 
Έπιανες το πανί κι εγώ δεν ήξερα 
αν ήταν για να τα ξεσκονίσεις 
ή για να τα χαϊδέψεις, 
προσπαθώντας μάταια κι εσύ να κρατηθείς, 
αν και μπορούσες να το βλέπεις καθαρά: 
Πριν από τα σπίτια 
είμαστε εμείς που αδειάζουμε. 

ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ 

Εμβρόντητος κρατούσε τα χειρόγραφα που του 'δειξα 
κι όχι για λάθη, κάποια πεζότητα των στίχων ίσως. 
Πρόσεχε μόνο τα κόκκινα γράμματα, 
συστήνοντάς μου αμήχανα κανονικό μελάνι. 

Στάθηκε λίγο στην υγεία των ματιών, 
στον κίνδυνο των κόκκινων γραμμάτων, 
αν και το βλέπαμε κι οι δυο 
πόσο κενά ηχούσαν τέτοια λόγια, 
καθώς κρατούσε με δέος τα χειρόγραφα 
και δάκρυζαν τα μάτια του θωρώντας με ωχρό, 
σάμπως να το 'χε καταλάβει ξαφνικά 
πως γράφεται η ποίηση. 

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ 

Ζήσαμε σε μιαν άλλη εποχή 
ψιθυρίζοντας στίχους τ' ουρανού και της θάλασσας. 
Καθόμαστε στην πλατεία με τα χαμόσπιτα, 
χαζεύοντας τις γελαστές πόρτες 
που ανοιγόκλειναν δειλά. 
Τώρα οι τοίχοι έχουν ψηλώσει. 
Η πλατεία βάθυνε σιγά-σιγά 
λιγοστεύοντας πάνω μας τον ουρανό. 
Κάποιος θα μίλαγε για πηγάδι. 
Για ένα πηγάδι 
ξερό. 

ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ 

Μου 'λεγες πως οι τοίχοι έχουν αυτιά 
κι εγώ χαιρόμουνα που κάποιος 
θα μπορούσε να μ' ακούσει. 
Από τότε έμαθα να κλείνομαι σπίτι νωρίς. 
Ξεκρέμασα τα κάδρα 
για να μην υπάρχουν εμπόδια 
κι αφήνω τα λόγια ν' απλωθούν 
στις λευκές επιφάνιες 
έτσι που όταν παίρνει να νυχτώνει 
οι τοίχοι φωταγωγούν την αγρύπνια μου. 
Τώρα μπορώ να σας το πω: 
Τους πιο καλούς μου στίχους δεν τους έγραψα. 
Πάνω σ' αυτούς εδώ τους τοίχους 
τους έχω ακουμπήσει. 

ΠΡΩΙΜΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 

Τόνε θυμάμαι τόσο δα καμαρωτό 
με τ' άλλα τα παιδόπουλα να τρέχει 
παίζοντας μπάλα, πόλεμο, κρυφτό 
κι ιδρώτα τη μπλουζίτσα του να βρέχει. 

Χαρούμενες φωνές, ξεφωνητά 
στης γειτονιάς τους δρόμους αντηχούσαν. 
Χαιρότανε κανείς να τα κοιτά 
στου παιχνιδιού τον οίστρο πως μεθούσαν. 

Μα εκείνο τ' ομορφούλι το μικρό 
έρημο κι ορφανό πια έχει μείνει, 
γιατί ήρθαν δίσεχτοι καιροί και το πικρό 
ποτήρι ολάκερη τη ζήση του θα πίνει. 

Κι ως ανεξίτηλα πικράθηκε η καρδιά 
με φρίκη μπόρεσε συμπέρασμα να βγάλει 
τι ήταν ο πόλεμος που παίζανε παιδιά 
και τι ο πόλεμος που κάνουν οι μεγάλοι. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου