Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ





Βιογραφικό

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γεννήθηκε στη Μεσσήνη το 1951, αλλά από το 1965 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε οικονομικά και στατιστική. Παράλληλα με την ποίηση γράφει λογοτεχνικές κριτικές και άλλα κείμενα σε περιοδικά και εφημερίδες. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1968 με την ποιητική συλλογή «Έβδομη συμφωνία».
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1982, ενώ κατά το διάστημα 1984-1986 υπηρέτησε και ως μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου.

Εργογραφία

Ποιητικά έργα 

Έβδομη Συμφωνία, Αθήνα 1968
Οκτώ συν ένα εύκολα κομμάτια και η κεφτουριά του κάτων κόσμου, Αθήνα 1973, εκδόσεις Κούρος
Η θλίψις του προαστίου, Αθήνα 1976, εκδόσεις Κέδρος
Οι πυροτεχνουργοί, Αθήνα 1979, εκδόσεις Εγνατία/Τραμ
Ποιήματα 1968-1976, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1980
Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, Αθήνα 1987, εκδόσεις Υάκινθος
Ποιήματα 1969-1987, συγκεντρωτική έκδοση Αθήνα 1992
Η φοβερή πατρίδα μου, Αθήνα 1994
Μη σκεπάζεις το ποτάμι, Αθήνα 1998, εκδόσεις Κέδρος.
Κρυφός Κυνηγός, Αθήνα 2010, εκδόσεις Κέδρος.

Δοκίμια 

Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Α', Αθήνα 1991, εκδόσεις Ρόπτρον
Εκδρομή στην άλλη γλώσσα Β', Αθήνα 1994, εκδόσεις Νεφέλη
Λευτέρης Ιερόπαις - Μια παρουσουσίαση, Αθήνα 1999, εκδόσεις Γαβριηλίδης
Ιστορικό κέντρο, Αθήνα 2005
Η ποίηση του Τάσου Λιβαδίτη, Αθήνα 2009, εκδόσεις Εκάτη



ΠΗΓΗ: ΕΚΕΒΙ 

Τα ποιήματα, ένα ποτάμι, ο ποιητής 

Τα ποιήματα είναι τόσο δύσκολα, το ξέρετε. 
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα 
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες. 

Ένα ποτάμι είναι ένας ξένος που κρύβεται, το ξέρετε. 
την ημέρα πηγαίνει στη θάλασσα. 
Το απόγευμα λουφάζει ακίνητο 
σαν αγρίμι που πέρασαν δίπλα του κυνηγοί. 

Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος 
που κρύβει τα χέρια τους στις τσέπες. 

Απόγευμα Μαΐου Κυριακής 

Ένας άνθρωπος λιαζόταν στο ταρατσάκι. 

Και βέβαια, έτσι που καθόταν, 
έμοιαζε σαν να είχε πεθάνει εδώ και χιλιάδες χρόνια. 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας γυμνή στο κρεβάτι μου. 
Τα μάγουλά της βαμμένα 
και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο. 

Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι 
που ο μαραγκός δεν ήξερε από που να αρχίσει. 

Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα. 

Το πρόσωπό της μισό 
είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν. 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας. 

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους 
την ερημιά του μάστορα. 

Υποταγή 

Θα 'ρθω κοντά σου πάλι. 
σαν παιδί που το αγαπούν οι γυναίκες. 

Είσαι το πλατύ ποτάμι. 

Στην ερημιά σου 
να 'ρχονται το απόγευμα οι βοσκοί 
να πλένουν τη φωνή τους. 

Τυμβωρύχος 

Στις λαϊκές συνοικίες, 
με τα μαραμένα απογεύματα στα καφενεία. 

Και ο θυρωρός με τα παλιά τραγούδια. 

"Πέρασε εκείνος ο καιρός" του είπα, και αυτός ποτέ δεν μίλησε.

"Καημό το έχω" του δευτέρωσα κι αυτός πάλι ποτέ δεν μίλησε. 

Οι νεκροί κάποτε βρίσκονται ανάμεσά μας. 
Παίζουν και χαίρονται. 
Κρατούν με την υστερία της ηδυπάθειάς τους την ψυχή μας.

Και το βράδυ στην ερημιά μας μάς τρελαίνουν. 

 Τραγούδι

Πως να σου πω ένα τραγούδι Ρήγα Φεραίε
μέσα από ένα τρόλεϊ
και μέσ' από χιλιάδες μάτια που με καρφώνουνε καχύποπτα. 
Ρήγα Φεραίε σκληρό μεθύσι της σάρκας μου 
και της ψυχής μου πυρκαγιά 
Μείναμε μόνοι το βράδυ στους δρόμους της Αθήνας 
καπνίζοντας αμίλητοι απανωτά αμερικάνικα τσιγάρα. 
Σε αποχωρίστηκα το πρωί όπως δυο άγνωστοι επισκέπτες 
χωρίζουν ανικανοποίητοι και μετανιωμένοι 
στην πόρτα του μπουρδέλου, χωρίζουν. 
Ρήγα Φεραίε πως τάχατες να σε φωνάξω στην έρημή μου χώρα
Μοιάζω με τσανάκι φυλακών 
που τα πάει καλά στο γλείψιμο με τους φρουρούς του. 
Μοιάζω με σκοτεινό ρουφιάνο που έχουν τα μάτια τους τέσσερα 
μαζί μου οι αφέντες και το βλέπω. 
Ρήγα Φεραίε μοίρα της μοίρας μου 
κι εσύ γριά τσιγγάνα που γύρευες να μ' αφανίσεις 
στης νύχτας μου το φλογισμένο πάθος. 
Βλέπω το σκοτεινό μαχαίρι. 
Τη μάνα πίσω απ' το σφαγμένο γιο της 
κι ένα χαμένο φεγγαράκι πάνω σε βράχους και τριβόλια. 
Βλέπω το κρίμα του φονιά 
να ταλαντεύεται μετά το φόνο ανάμεσα καρδιάς και λεπιδιού 
μετανιωμένος που τον πλήρωσαν φτηνά για τέτοια πράξη 
και του νεκρού το αίμα να ξεπλένεται τη νύχτα την ασέληνη 
στου ποταμιού την άκρη βλέπω. 

Ρήγα, κοίτα μην τύχει και ξυπνήσεις σήμερα 
γιατί θ' αυτοκτονήσεις τζάμπα μες στων εφημερίδων τα ψιλά. 


Ας κοιτάξουμε

Ας κοιτάξουμε για μια στάλα αγάπη
όπως οι φτωχοί ψωνίζουν κουβέρτες στα πανηγύρια.

Η γαλήνη, είναι κάτι που δεν εξαγοράζεται,
και οι άνθρωποι έχουνε μια μοναξιά τέτοια, σου έλεγα,
όπως, δυο μαύρα βαπόρια φορτηγά
αραγμένα απόγευμα σε επαρχιακό λιμάνι.

Και ήταν που αγαπηθήκαμε μετά όπως κουλοί στα τρένα
σ' ένα κόσμο δικό τους πυρπολημένοι από το αδέξιο πλήθος.

Ύστερα πια, έφυγες, όπως γίνεται, κρυφά.
Σούρουπο παχύρευστο σερνόταν στους δρόμους.

Από κάπου ακούγονταν ένας δίσκος.
Η φωνή έπεφτε, σηκωνόταν, έπεφτε, σηκωνόταν,
σαν βιαστικός μεθυσμένος που τρέκλιζε.

Ο άνθρωπος της πάνω γειτονιάς
που λέγαν ότι του έφυγε η γυναίκα του
και η κόρη  της τρελής.

Κουρασμένα τραγούδια έπεσαν μάλλον σε πάτωμα
και έσπασαν σαν γυαλικά που τα έριξε κλέφτης.

Πώς να κάνω και πάλι ένα ποίημα για σένα.
Θέλει λέξεις ξεχασμένες
όπως το φουστάνι που πέταξες
στην τελευταία τάξη του γυμνασίου και έγινες γυναίκα.

Θέλει πέτρες πρωτόγονες, άγριες.
Και εγώ δεν είμαι θαλασσινός να ψάχνω στα ακρογιάλια.
Και ούτε που γνωρίζω από πέτρες.

ΣΤΗΝ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ

Καθόμασταν μια Κυριακή
στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου
ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε:
"να μας πεις για εκείνη".

Και ο άλλος άρχισε:

"σπίτι εξοχικό η ψυχή της το χειμώνα
όπου έβλεπες κάθε πρωί τα πορτοκάλια στην αυλή
και έλεγες κάποιος θα έρχεται
κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.

Άνοιξα τότε και μπήκα.
Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
από μιαν άλλη κατοχή συνάντησα.

Νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών
με λαμπαδίτσες του Πάσχα
και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.

Και περνούσεν ο καιρός
κοινωνώντας πάντα μόνος τη βοήθεια μοναξιάς της
όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή
ώσπου μετά από χρόνια
βρέθηκα στο γάμο της.

Όλοι γλεντούσαν σε εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι
και αυτός ο πατέρας της
διαρκώς έπλενε τα χέρια του
πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
στο μεγάλο χρόνο
πανδαμάτορα των επιθυμιών.

Έμεινα από τη γωνιά να την κοιτάζω.

Ήταν σφαγμένη
με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά της λυμένα.
Ωραιότατη κοιμωμένη για το τάφο της, φώναξα

Στον άλλο κόσμο
θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή
o σκοτεινός Πηνειός και η μακρυνή Αρεθούσα
για να σμίγουν τα νερά μας
κάπου στα βάθη της θάλασσας.

Λεπτομέρειες δε συγκρατώ πια

Την άνοιξη μόνο
στα φωτεινά μου διαλείμματα
αμυδρά τη θυμούμαι".

Και μελαγχόλησαν όλοι και κανένας δε μίλησε.

Το σούρουπο μόνο
εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα
μού φώναξε ένας:
Περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες".

Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά.

Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι
γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου
με παλτά. Σκισμένοι. Με μια κομμένη ζώνη στη μέση.
Εξομοιωμένοι.

Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
Με το ραβδί ανιχνεύοντας τον δρόμο όπως οι τυφλοί.

Ο πατέρας μου ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι

Ο πατέρας μου έφαγε μια ζωή για να φτιάξει ένα σπίτι. 
Απογεύματα, Κυριακές στο κουζινάκι χωρίς ένα γλυκό ή ένα καφενείο. 
Όταν πέθανε άφησε ένα χορταριασμένο στρατί 
ένα χτίσμα δίχως κουφώματα, δίχως σοφάτια, χρόνια... 
Άλλαξαν οι καιροί που λέει κι ο λαός, γεγονότα συνέβησαν... 
Χαθήκαμε με τον αδελφό μου, μάθαμε πως πέθανε κι ο πατέρας. 

Γι' αυτό λοιπόν το βράδυ σε κοιτώ βαθιά στα μάτια. 

Είναι μήπως ζήσω εγώ την ταπεινή θαλπωρή που εκείνος δεν έζησε. 

Τραγούδι για τους μοναχικούς άντρες

Το βράδυ, μαζεύεις ξύλα για το τζάκι. 

Και το πρωί, α το πρωί, τι πικρή που είναι η ζωή 
όλο με τις στάχτες. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου