Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ
       Ο Δημήτρης Λιβιεράτος γεννήθηκε το 1927. Είναι ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος.
Τα κυριότερα έργα του είναι:
1) Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1918-1936), τέσσερις τόμοι, Εναλλακτικές Εκδόσεις,
2) Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, Γλάρος, 1992.
3) Τα Συνέδρια της ΓΣΕΕ, Προσκήνιο, 1997.
4) Η εργατική πρωτομαγιά στην Ελλάδα, Προσκήνιο, 1999.
5) Το αόρατο εργοστάσιο της επανάστασης (1959-1962), Μαύρη Λίστα, 2001.

      Το ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ θα δημοσιεύσει ορισμένα διηγήματα του Δημήτρη Λιβιεράτου, που δεν έχουν δημοσιευτεί πουθενά άλλου μέχρι σήμερα. Σήμερα δημοσιεύουμε το δεύτερο διήγημα:






ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΣΑΒΒΑΤΟ 

    
     Από χτες Παρασκευή βράδυ ήταν λιώμα.
     Γύρισε περίπου τρεις από τη δουλειά στο σπίτι. Τουλάχιστον είχε αυτό το πλεονέκτημα να εργάζεται μόνο μέχρι τις τρεις. Αλλά το σπίτι είχε πάντα πολύ δουλειά. Τον άντρα της το Νίκο που ερχόταν μετά τις έξι, μια κόρη στο Λύκειο κι ένα γιο στην τελευταία του Γυμνασίου. Κανείς δεν βοηθούσε την Ελένη που προσπαθούσε να κρατήσει ένα αξιοπρεπές, καθαρό σπίτι.
     Μόλις ήρθε, άρχισε να μαζεύει τα πιάτα, ποτήρια, μαχαιροπήρουνα που είχαν μείνει στο τραπέζι. Έβαλε πλυντήριο, άλλαξε τα κρεβάτια, έσφιξε τη βρύση του ντους που έτρεχε. Μια κατσαρόλα με φασολάκια για τα παιδιά το βράδυ. Αυτή και ο Νίκος, όπως κάθε Παρασκευή θα έβγαιναν με την παρέα. Πολύ κουρασμένη, ποθούσε ένα ήσυχο βράδυ στο σπίτι. Αλλά δεν γινόταν. Ο Νίκος ήθελε την παρέα. Άλλα τρία-τέσσερα ζευγάρια και οι δυο τους είχαν, σχεδόν, καθιερώσει την έξοδο της Παρασκευής.
      Γύρισε ο Νίκος. Ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Βρήκε κι αυτή την ευκαιρία να ξαπλώσει. Πήγε οκτώ κι ο άντρας της πρώτος στο λουτρό να ομορφύνει για την έξοδο.
     Σε καμιά ώρα έτοιμος κι άρχισε τα τηλέφωνα. Που θα πάνε. Τέλος, ύστερα από συνενοήσεις, αποφάσισαν μια ταβέρνα που είχε βρει ο Βαγγέλης στου Ρέντη. Μαγίρευε ωραίο μπακαλιάρο πλακί με κρεμμύδια και σκόρδα. Ένα φαγητό που κανείς δεν έφτιανε στο σπίτι.
    Εν τω μεταξύ η Ελένη στο μπάνιο κι από πίσω πιέζαν τα παιδιά. Είχαν κι αυτά παρέες και έξοδο. Όπως πάντα μικροκαυγάδες. Ποτέ η Ελένη δεν είχε άνεση, ελεύθερη ώρα για την τουαλέτα της. Όλα βιαστικά, με το ζόρι, κάποιος να πιέζει την πόρτα. Στον πατέρα τους δεν τολμούσαν, αλλά στη μαμά όλα επιτρεπτά. Άσε που μετά έπρεπε να μπει να καθαρίσει το σταύλο που άφηναν τα παιδιά.
     Τέλος, κατά τις δέκα ξεκίνησαν. Χαρές, φιλιά που βρέθηκαν τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες. Τα συνειθισμένα αστεία και με δυο αμάξια τράβηξαν για του Ρέντη.
     Σχεδόν τα καθιερωμένα, όπως κάθε Παρασκευή και σε όλες τις μεσαίες ταβέρνες της Ελλάδας. Η συζήτηση να σέρνεται. Συνήθως οι άντρες μαζί, οι γυναίκες τα δικά τους. Όσο πέρναγε η ώρα, η Ελένη αισθανόταν πιο βαρειά. Ήθελε το κρεβάτι της. Την πλημμύριζε η κούραση. Πέρασαν τα μεσάνυχτα κι έλεγε τώρα θα φύγουν κι εκείνη την ώρα ζωντάνεψε η συζήτηση σε ψηλούς τόνους. Ο Βαγγέλης, αναζητητής της ψυχολογίας, συγκρουόταν με τον Χαρίλαο που δεν πίστευε σε πολλά πράγματα. Έτσι, μεταξύ σοβαρού και αστείου, η συζήτηση τράβηξε μέχρι τη μιάμισυ. Κάπως επαναστάτησαν οι γυναίκες που βαριόντουσαν αυτές τις τόσο συχνά σαχλές κόντρες. Τέλος, σερνάμενη από κούραση, η Ελένη, έπεσε ώρα δυόμισυ στο κρεβάτι.
     Το πρωί όλοι οι άλλοι είχαν απεριόριστη κρεβατική παραμονή. Αυτή έπρεπε να σηκωθεί πιο νωρίς, να μαζέψει το σπίτι, να ετοιμάσει το φάγητο για το Σάββατο μεσημέρι. Συνήθως ήταν η μόνη μέρα που τρώγανε ακόμα μαζί και ήθελε να την διατηρήσει. Κρέας για κεμπάπ και ρύζι για συμπλήρωμα. Συγχρόνως, να απλώνει τα ρούχα, να πατάει σίδερο, να ζεσταίνει το γάλα, τον καφέ, για τον κάθε αργοπορημένο που σηκωνόταν.
     Η κούραση δεν έλεγε να φύγει. Αλλά δούλευε μηχανικά. Χρόνια τώρα τράβαγε αυτή η ζωή. Έλεγε: Θα μεγαλώσουν τα παιδιά λίγο να την ξεκουράσουν. Όλα γίναν χειρότερα με το να τραβάει ο καθένας το σκοινί του, όπως, το θεωρούσε δικαίωμα, αλλά πάντα κάποια Ελένη τα πλήρωνε.
     Το μυαλό της δούλευε και δεν δούλευε. Μαζί με τη δάφνη, τα γαρύφαλλα, το σκόρδο, έβαλε και δυο φλούδες κανέλλα. Ενώ έβραζε το φαγητό, αυτή σιδέρωνε και τότε το θυμήθηκε. Λάθος έκανε. Αντί μπαχάρι και μπόλικο πιπέρι, είχε ρίξει κανέλλα. Όλοι είχαν συνηθίσει τα πικάντικα και τώρα το φαΐ θα γλύκαινε. Όμως, ήταν ήδη αργά. Το ήξερε ότι θα την ειρωνευόντουσαν, άλλος θα άφηνε το πιάτο του στη μέση κι αυτή ψόφια στην κούραση ν' ακούει και παράπονα. Δεν είπε, όμως, τίποτα. Δεν μπορούσε πια να αλλάξει φαγητό. Κατά τις δύο μαζεύτηκαν στο τραπέζι. Είχε προλάβει να ξαπλώσει κανά μισάωρο, να δει την εφημερίδα, να κλείσει μια στιγμή τα μάτια. Ο Νίκος βοήθησε λιγάκι στο τραπέζι κι αυτή άρχισε να σερβίρει το ρύζι στα πιάτα κι από πάνω το κεμπάπ που πράγματι γλύκαινε μυρωδάτο από κανέλλα.
     Παράξενο, όμως. Αντί να ακούσει σχόλια, όλοι έτρωγαν με περισσή όρεξη. Πήραν δεύτερη φορά έτσι που το βράδυ θα έπρεπε κάτι άλλο να ετοιμάσει. Τουλάχιστον, γλύτωσε τις ειρωνίες και τα σχόλια. Τα παιδιά σηκώθηκαν αφού έφαγαν γερά και χωρίς παράπονα αυτή τη φορά. Εκείνη συνέχιζε ακόμα τις τελευταίες μπουκιές.
-Μπράβο σου Ελένη. Πολύ ωραίο το κεμπάπ με ρύζι. Πολύ πετυχημένο. Τότε την έπιασαν τα κλάματα. Απόρησε εκείνος.
-Καλά γιατί κλαις τώρα; Όλοι είπαμε ότι είναι πολύ ωραίο το φαγητό. Σκούπισε τα μάτια της.
-Κλαίω από χαρά. Ξέρεις, έχω και εγώ ανάγκη ν' ακούω έναν καλό λόγο. Όλοι σας απάνω μου. Δεν κάνω παράπονα. Αλλά κάπου σπάω. Εσύ έρχεσαι σχεδόν πάντα κουρασμένος. Νευριασμένος, ούτε με προσέχεις και μου ρίχνεις καμπανιές. Παρασκευή, Σάββατο να δούμε φίλους, συγγενείς. Πάντα κουρασμένοι, με άγχος. Ξενυχτάμε και δεν μπορούμε να ξυπνήσουμε. Η κόρη μου μεγάλωσε και νομίζει τα ξέρει όλα. Ξεπορτίζει με κάτι γελοίους κι όταν λέω κάτι με βρίζει για καθυστερημένη. Μια φορά με είπε αποτυχημένη ή κατσίκα. Ο γιος μας ζει σε απέραντη βρώμα. Δεν είναι αυτό δωμάτιο με όλα τα βρώμικα παντού. Ξαπλώνει στις κουβέρτες με τα παπούτσια όπως έρχεται. Άσε πια εκείνο το δάχτυλο. Όπου περνάει, πατάει ράδιο, πικάπ, σιντί, κασέτες με όλα τα σκουπίδια που τινάζουν τα νεύρα στο θόρυβο. Εσύ δεν βλέπεις, ούτε ακούς. Εγώ κοιτάζω τη δουλειά μου. Καλά, ας πούμε, μισή μέρα, αλλά έχω και τους τρεις σας να με ζουλάτε, να με προσβάλετε. Πες μου, τι να κάνω; Θέλω κι εγώ μια κουβέντα. Ένα λόγο που λύνει τα νεύρα. Να μπορώ να είμαι και καλύτερα μαζί σας.
     Την κοίταζε κατάπληκτος. Την άκουγε με προσοχή, όλη την ώρα κι όλο γούρλωναν τα μάτια του. Μόλις η Ελένη τέλειωσε, σηκώθηκε. Πήγε πάνω από τους ώμους της. Την αγκάλιασε και έκατσε κοντά της.
-Ποτέ δεν νόμιζα ότι ήταν τόσο σοβαρό. Ελένη μου, δεν καταλάβαινα. Πίστευα ότι εσύ μπορείς όλα να τα καταφέρεις. Είσαι τόσο σπουδαία.
Νίκο μου, κάνω ό,τι μπορώ, αλλά θέλω βοήθεια. Σε θέλω να μιλάμε, να λέμε τις καθημερινές βλακείες του σπιτιού μας. Να είμαστε κοντά σε όλα. Δεν ζητάω σπουδαία πράγματα.
-Ελένη μου, με συγχωρείς. Δεν κατάλαβα ο ηλίθιος. Πάντα πιστεύω σε σένα. Όταν λέω τα παράπονά μου είναι γιατί με πρεσάρουν απέξω. Σε έχω αραξοβόλι.
-Όχι, Νίκο μου. Θα λυγίσω. Θα σπάσω. Μαζί να κάτσουμε. Να μιλάμε για τα παιδιά. Με πρίζουν. Έχουν τα δικά τους προβλήματα. Όλα τόσο δύσκολα και γι' αυτά. Αλλά δεν φταίω εγώ. Και όταν διαμαρτύρονται μπαίνεις στη μέση σαν ανεξάρτητος. Όχι, εγώ σε θέλω μαζί μου. Μαζί να είμαστε, να περάσουμε τις δύσκολες ωρές τους. Κι αυτά θα σκοντάψουνε, θα χτυπήσουν, θα πέσουν, θα πονέσουν. Να είμαστε μαζί να τα στηρίξουμε. Αν φαινόμαστε χωριστά, θα περάσουν μέσα μας και θα σπάσουν. Δεν καταλαβαίνουν. Είναι στην εποχή που νομίζουν να παίξουν στις διαφωνίες μαμάς-μπαμπά. Νίκο, κάτσε κοντά μου, πες μου μια καλή κουβέντα, να περάσουμε μαζί τα δύσκολα χρόνια.
-Ελένη, παράτα τα όλα τώρα. Βάλε μια ζακέτα, όπως είσαι και πάμε στο καφενείο του πάρκου μια βόλτα. Θα μιλήσουμε για όλα.
-Μα, Νϊκο μου, το απόγευμα είχες συνάντηση με συναδέλφους για δουλειές. Κι εγώ έχω τόση δουλειά στο σπίτι.
-Άστους όλους. Σήμερα, Σάββατο, θα κάτσουμε μαζί και θα σε βοηθήσω για το σπίτι. Κι οι δουλειές δεν τελειώνουν, θα τους εξηγήσω την άλλη φορά.
     Άφησαν ένα σημείωμα στα παιδιά ότι είχαν κάπου να πάνε και φεύγουνε. Δεν ξέρουν τι ώρα θα γυρίσουν.
     Έτσι όπως ήταν με τα πρόχειρα του σπιτιού αμολήθηκαν. Ούτε αμάξι, τίποτα, με τα πόδια. Περπάτησαν, μίλησαν, ήπιαν καφέ, περπάτησαν πάλι. Τόσο ήρεμοι οι πεζόδρομοι του κέντρου της Αθήνας, Σάββατο απόγευμα. Ακόμα και με τις χαρτόκουτες των μαγαζιών στους δρόμους για σκουπίδια.
     Μίλαγαν-μίλαγαν, πιάστηκαν πάλι χέρι-χέρι. Σουρούπωνε. Φάγανε σε μαγέρικο της Πλάκας. Οι δυο τους. Μόνο οι δυο τους κι ο κόσμος όλος. Τα βήματα τους πήγαιναν στο λόφο έτσι που βρέθηκαν αγκαλιασμένοι να βλέπουν το φεγγάρι σε ένα παγκάκι του Φιλοπάππου.


    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου