Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

ΕΝΑ ΔΟΚΙΜΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΞΑΝΑΒΡΙΣΚΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

    
     Πολλοί είναι αυτοί, που στα εφηβικά τους χρόνια νοιώθουν την ανάγκη να διαχύσουν τα συναισθήματά τους στα καλούπια των στίχων. Μεγαλώνοντας, η σκληρή πραγματικότητα πνίγει ή επικαλύπτει τα συναισθήματα, στίχοι δεν γράφονται πια και οι τελευταίοι που γράφτηκαν, κιτρινίζουν σε κάποιο συρτάρι, άλλοτε ξεχασμένοι και άλλοτε σαν μυστικά φυλαγμένο αποδεικτικό στοιχείο «νεανικού αμαρτήματος».
     Είναι και κάποιες στιγμές, που απεγνωσμένα γυρεύουμε διαφυγή από τη διακεκαυμένη ζώνη της καθημερινής ρουτίνας και της πεζής πραγματικότητας. Λίγες είναι οι στιγμές αυτές και γίνονται, όσο περνάει ο καιρός, ολοένα και λιγότερες, αφού, τελικά η αφομοιωτική ικανότητα της σκληρής και πεζής αυτής πραγματικότητας μας μεταβάλλει αργά ή γρήγορα, ανάλογα με την ικανότητα αντίστασης του καθένα μας, -ευελιξία την αποκαλούμε κατ’ ευφημισμόν- σε τυποποιημένα νευρόσπαστα, έτοιμα να εκτελέσουν με ακρίβεια κάθε τι, που αυτή επιτάσσει.
     Σ’ αυτές, λοιπόν, τις ελάχιστες στιγμές, που η λιγοστή ευαισθησία, όση από δαύτη κρύβεται φοβισμένη και ντροπαλή μέσα μας, απεγνωσμένα γυρεύει να βρει διέξοδο, ανοίγουμε και πάλι δειλά το εφτασφράγιστο συρτάρι, ξεθάβουμε με συγκίνηση τα κιτρινισμένα χαρτιά και ανακαλύπτουμε μέσα στους αφελείς εφηβικούς στίχους το χρώμα και το άρωμα μιας χαμένης ανεπίστροφα αθωότητας. Οι εφηβικοί στίχοι συνθέτουν τότε ένα «άλλοθι», όπως θα ‘λεγε ο ποιητής, για την ψυχική συρρίκνωση που ακολούθησε στα χρόνια της «ωριμότητας», όπου κατά τον Σεντ-Μπεβ η ζωή μας σκληραίνει ή μας σαπίζει αλλά δεν μας ωριμάζει πραγματικά. Και ποιοι είναι υπαίτιοι γι’ αυτό; Μα και βέβαια είμαστε όλοι, τόσο οι «άλλοι», όσο ίσως και «εμείς». Οι «άλλοι» για το «άνυδρο» τοπίο, που δημιούργησαν προηγουμένως γύρω μας κι «εμείς», που, αγνοώντας ή περιφρονώντας τη δυνατότητα και το δικαίωμα εκλογής, για το οποίο μας μίλησε εγκαίρως ο μακαρίτης Ζαν-Πολ Σαρτρ, αποδεχτήκαμε το τοπίο αυτό, μάθαμε να ζούμε σ’ αυτό και το συνηθίσαμε τόσο πολύ, που μας είναι αδύνατο να φανταστούμε κάποιο άλλο στη θέση του και αισθανόμαστε πια, σιγά-σιγά σα στο σπίτι μας κι ίσως-ίσως να καταλήγουμε να πιστεύουμε πως ζούμε στον τελειότερο δυνατό κόσμο, όπως θα ‘λεγε με άπειρη μακαριότητα ο Λάιμπνιτς, βολεμένοι μέσα στα «τείχη», που «ανεπαισθήτως» ορθώθηκαν γύρω μας και φοβισμένοι για το τι κρύβεται πίσω τους.
     Ο πραγματικός φόβος, όμως, δεν είναι αυτός, που, υποτίθεται ότι κρύβεται έξω. Είναι αυτός, που το ίδιο ανεπαίσθητα με τα «τείχη», διαχέεται γύρω μας και μέσα μας. Γιατί, αφού εμείς αποδεχτήκαμε την ομοιομορφία και την ισοπέδωση του καθημερινού ζοφερού τοπίου, καψαλίζοντας όνειρα και ανησυχίες, «μη παραδεδεγμένης χρησιμότητας», κατά τον αμίμητο χαρακτηρισμό του Παπαδιαμάντη, αντί να εξασφαλίσουμε δια βίου την ησυχία και την τάξη, μαζί με δισεκατομμύρια άλλους συστρατιώτες, το ίδιο κομμένους και ραμμένους με μας και με επίσης καψαλισμένα όνειρα και ανησυχίες, τους αντιμετωπίζουμε και μας αντιμετωπίζουν σήμερα σαν ανταγωνιστές, τους βλέπουμε και μας βλέπουν όχι σαν συνανθρώπους, αλλά τεράστιες δαγκάνες που συνωθούνται γύρω μας και μας απειλούν. Ο «παράδεισός» μας έχει για τους συντριπτικά περισσότερους από μας τους περισσότερους καρπούς του απαγορευμένους, γιατί, ας μη ξεχνάμε ότι, αν στις αναπτυγμένες χώρες το σύνθημα που κάποτε-κάποτε ακούγεται, είναι «τα θέλουμε όλα», στις περισσότερες χώρες το σύνθημα, που καθημερινά ακούγεται, είναι «θέλουμε ψωμί». Αλλά και όσοι σ’ οποιαδήποτε χώρα, είτε αναπτυγμένη, είτε υπανάπτυκτη, έχουν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν τους καρπούς του «παράδεισού» μας, τους πληρώνουν πολύ ακριβά, αν όχι ίσως με τον κόπο του κορμιού τους, σίγουρα όμως με το ξεπούλημα και με το στέγνωμα της ψυχής τους.
     Αυτό το βαρύ αντίτιμο μεταλλάσσει υποψήφιους ποιητές σε στυγνούς επιχειρηματίες, που για να μην σκέφτονται στα διαλείμματα των ψυχοφθόρων επαγγελματικών τους ασχολιών «αχ, πούσουν νιότη που ‘λεγες, πως θα γινόμουν άλλος», αρκούνται να παίζουν…….σκουότς και που αντί να οραματίζονται ένα καλύτερο και φωτεινότερο μέλλον, καταφεύγουν στις καφετζούδες και στα ωροσκόπια, για να σιγουρευτούν σχετικά με την πιθανότητα διατήρησης των αμφίβολων ανέσεων ενός ζοφερού παρόντος.
     Θα κλείσουμε, λοιπόν, για πάντα το συρτάρι με τα κιτρινισμένα χαρτιά των εφηβικών μας στίχων; Θα βάλουμε οριστικά τελεία και παύλα στην αναπόληση του χαμένου εαυτού μας; Πολύ πιθανόν. Σίγουρα, όμως, το άνοιγμα κάθε φορά αυτού του συρταριού θα βοηθάει να ξεκαθαρίζουμε ολοένα και περισσότερο τι μπορεί να σημαίνει σήμερα να θέλεις να κάνεις επανάσταση: Τι άλλο από το να ψάχνεις, να αναζητάς, να μάχεσαι απεγνωσμένα να ξαναβρείς τον ποιητή, που μέσα σου κάποτε έκρυβες.(*)  
                                                                              
                                                  ΑΝΤΩΝΗΣ Θ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ                      

 --------------------------
          (*) Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέα Σκέψη», τευχ. 421-3, Ιούλης-Σεπτέμβρης 2000, σελ. 353. Συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου: Δοκίμια, εκδόσεις ΡΕΩ, 2010. 

                                                                     




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου