Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

ΘΑΝΑΣΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ

Βιογραφικό Σημείωμα 

Ο Θανάσης Φωτιάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1921. Σπούδασε νομικά και άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αθήνα, όπου και πέθανε το 1989. Το 1945 εξέδωσε μαζί με τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Κλείτο Κύρου, τον Πάνο Θασίτη, τον Θάνο Παπαδόπουλο κ.ά. το περιοδικό «Ξεκίνημα» του οποίου ήταν αρχισυντάκτης. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές, αλλά και λαογραφικές μελέτες και γλωσσικά δοκίμια. 

Εργογραφία: 

«Νοτιές» (ποιήματα), 1943
«Πανοπλίες» (ποιήματα), 195
«Αντίσταση» (ποιήματα), 1945
«Ναυτικό φυλλάδιο» (ποιήματα), 1957
«Μυθολογικά σχέδια» (ποιήματα), 1960
«Διαδρομή» (συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων και μικρών πεζών της περιόδου 1940-1960), Αθήνα, 1964
«Το λιβάδι με τους μαργαρίτες», 1965
«Ένας θαυμάσιος περίπατος» (μικρά πεζά & ποιήματα), 1965
«Ληξίαρχος» (ποιήματα), Αθήνα, 1966
«Το περιβόλι με τους μαργαρίτες», 1966
«Ο στρατηγός Μακρυγιάννης κι ο Καραγκιόζης λαός» (θεατρικό έργο), 1970
«Ο μηλότοπος» (πεζά ποιήματα), 1980

ΠΗΓΗ: Translatum 

Ζητώ ένα μικρούλη τόπο 

Ζητώ ένα μικρούλη τόπο
για τις τραυματισμένες ελπίδες μου.

Τα θαλασσιά, τα ουρανιά,
τα μύρια χρώματα της νιότης
θα πλέξουνε σφικτό στεφάνι
κι ο γρύλος της φλύαρης γαλήνης
θα τραγουδήσει τον επικήδειο
στο χαρούμενο ξόδι.

Οι ζέφυροι του Θερμαϊκού
θα διαλύσουνε τον πυκνό βυθό της πίκρας
και θα λάμψουνε τα όστρακα
στολίζοντας συνάμα την καλοσύνη σου.

Οι σημαίες

της Έρσης Χατζημιχάλη

Αυτό το σπίτι απέναντι
όλο αλλάζει πρόσοψη.
Πότε είναι με τη δικτατορία,
πότε ροζ – όλο φιλανθρωπία,
άλλοτε βάζει σημαίες όλων των εθνών,
ένα Μάρτη στολίστηκε λουλούδια,
σαν ερωτευμένο, τα μπαλκόνια∙
ένα καλοκαίρι αντηχούσε μουσική,
μιαν άνοιξη, στο ισόγειο κλαίγαν.
Αυτό το σπίτι θα κατεδαφιστεί,
θα ξαναρχίσει το ίδιο κακό,
ιδίως με τις σημαίες∙
τότε θα πρέπει να φύγουμε εμείς.

Αίνος στους καλούς ποιητές

Στον καιρό του πολέμου
σκάρωνα βεντάλιες από κάλυκες∙
ήταν προσιτό κι ακίνδυνο.

Τώρα, σ' αυτή την αγροικία,
δημιουργώ μπουκέτα,
φυτεύω σπαράγγια και φτέρες,
αλλά μου τις κουρεύουν∙
ιδίως όταν είναι κόκκινες.

Οι καλοί ποιητές είναι επικίνδυνοι
γιατί ξαναγεμίζουν τους κάλυκες
και - προπαντός - γιατί πυροβολούν.

Ήθελε να γνωρίσει Ποιητή!

Από μικρός, πριν έρθουν στην πρωτεύουσα,
ότι άρχισαν στο σχολειό λογοτεχνία,
του ήταν όνειρο γλυκό, ιδανικό,
να γνωρίσει ένα ζωντανό Ποιητή!
Μετά ήρθαν πόλεμοι, κατοχές, ανατροπές και άλλα,
και τ' όνειρο καθυστερούσε.
Ώσπου ο πατέρας του –γνωστός κολλυβιστής–
αγόρασε ένα ρετιρέ στα Εξάρχεια,
και μείναν όλοι.

Ήθελε να γνωρίσει Ποιητή...
Του δώσαν απ' το Υπουργείο τη διεύθυνση
του Μεγάλου Μεγάρου Διανοουμένων (Μ.Μ.Δ.).

Μπήκε στα μάρμαρα και στα γυαλιά και στα χαλιά
και προχωρούσε σύμφωνα με τα βέλη :
Προς Πεζογράφους –- αυτός αριστερά : Προς Ποιητάς. ->
Προς Κλασσικούς –- αυτός αριστερά : Προς σύγχρονους. ->
Προς Επικούς –- αυτός αριστερά : Προς Λυρικούς. ->
Προς Ομοιοκατάληκτους –- αυτός αριστερά : Προς Ελευθεροστίχους. ->
Προς Συμφωνούντας –- αυτός αριστερά : Προς Διαφωνούντας ... ->
Άνοιξε μ' ανείπωτη χαρά την πόρτα
                                                   και βρέθηκε αναπάντεχα στο δρόμο!

Το μνημείο 

Το μνημείο των πεσόντων θα 'ναι γρανίτης γκρίζος, 
βέβαια δεν ακούστηκε άσπρο σάβανο σε στρατιώτες, 
θα κάθεσαι μονάχος, θα σωπαίνεις, θα 'χεις 
χτυπιές στο πρόσωπο, χορτάτος βρισιές, 
το γέλιο σου θα 'ναι αφημένο κοντά σε μια πέτρα, 
τα μάτια σου θα τρέχουν νερό της βροχής 
και θα κλαις όλη νύχτα και στα σαγόνια σου 
θα κατεβαίνουν τα κλάματα, 
κι από τα πέτρινά σου στήθια θα βγαίνουν σαύρες, 
που με ανθρωπιά θα σεργιανούν τη δόξα σου. 

Αυτό είναι το μνημείο σου 
θ' αρμενίζεις αλήθεια πολλές φορές 
στις φλέβες των άλλων και θ' ανάβεις το γαλάζιο 
του λυχνάρι τις ώρες που θα σε θυμούνται, 
αλλά γιατί να πεθάνεις; 

Αντίσταση 

Όταν ακούγαμε τον ήχο της σιδερόφραχτης περπατησιάς 
εμείς ψιθυρίζαμε τα τραγούδια 
της δικής μας ελπίδας, 
στολίσαμε τα μέτωπά μας θαρραλέα 
και προσπερνούσαμε, 
ο βάρβαρος έτρεφε τη ράτσα του με το γάλα 
των παιδιών μας, 
εμείς τρεφόμασταν με μίσος. 
Τις απάνεμες νύχτες γράφαμε στους τοίχους με 
κόκκινο χρώμα 
τη θέλησή μας, 
λιτά, με δυο λέξεις, τόσο που του λαού η καρδιά 
χτυπούσε πιο γρήγορα, πιο δυνατά. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου